Κατασκευές: Η “θηλιά” του κόστους και η μάχη για εργατικά χέρια

Εκτίναξη του κόστους και έλλειψη εργατικών χεριών πιέζουν τις κατασκευές. Οι ανατιμήσεις, τα κενά στα εργοτάξια και η επόμενη ημέρα

Κατασκευές © Pixabay

Με δύο διαφορετικά, αλλά άμεσα συνδεδεμένα μέτωπα βρίσκονται αντιμέτωπες οι κατασκευαστικές εταιρείες, σε μια περίοδο κατά την οποία η παραγωγή έργων είναι σε υψηλά επίπεδα και τα ανεκτέλεστα των μεγάλων ομίλων παραμένουν ισχυρά. Το πρώτο είναι η εκτίναξη του κόστους, που έχει αλλάξει δραστικά τα οικονομικά δεδομένα πολλών συμβάσεων. Το δεύτερο, και ίσως δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί, είναι η έλλειψη ανθρώπων. Από εργοδηγούς και χειριστές μέχρι οδηγούς, τεχνίτες και εργάτες, τα εργοτάξια αναζητούν προσωπικό σε σχεδόν κάθε βαθμίδα.

Η πίεση από τις ανατιμήσεις αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην άσφαλτο. Σύμφωνα με παράγοντα του κατασκευαστικού κλάδου με σημαντική δραστηριότητα στα ασφαλτικά έργα, πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία η τιμή της κινούνταν περίπου στα 300-330 ευρώ, ενώ σήμερα έχει πλησιάσει τα 680 ευρώ. Μέσα σε λίγα χρόνια, δηλαδή, το κόστος έχει ουσιαστικά υπερδιπλασιαστεί. Για μια τεχνική εταιρεία που καλείται να εκτελέσει σήμερα ένα έργο το οποίο τιμολογήθηκε και συμβασιοποιήθηκε σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, η απόσταση αυτή είναι κρίσιμη. Όπως επισημαίνεται από την αγορά, απουσιάζει ένας επαρκής μηχανισμός αναθεώρησης τιμών που θα μπορούσε να απορροφήσει αποτελεσματικά τόσο μεγάλες μεταβολές. Έτσι, σημαντικό μέρος του πρόσθετου κόστους παραμένει στις πλάτες του αναδόχου.

Η άσφαλτος ωστόσο δεν αποτελεί τη μοναδική επιβάρυνση. Ντίζελ, καύσιμα εργοταξίων, υλικά και υπηρεσίες έχουν ακολουθήσει ανοδική πορεία, σε ένα διεθνές περιβάλλον που τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από αλλεπάλληλες ανατροπές. Η πανδημία διαδέχθηκε τις αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ακολούθησε ο πόλεμος στην Ουκρανία και στη συνέχεια νέες γεωπολιτικές εντάσεις. Για τις κατασκευαστικές, η μεταβλητότητα έχει πάψει πλέον να αποτελεί εξαίρεση και τείνει να γίνει μέρος της καθημερινότητας.

Το δυσκολότερο πρόβλημα δεν είναι τα υλικά

Παρά τη μεγάλη επιβάρυνση από το κόστος, η συζήτηση στον κλάδο καταλήγει ολοένα συχνότερα στο ανθρώπινο δυναμικό. Το πρόβλημα εδώ είναι περισσότερο δομικό, καθώς δεν μπορεί να λυθεί μέσα σε έναν ή δύο χρόνια. Οι ελλείψεις δεν αφορούν πλέον μία ή δύο ειδικότητες. Διατρέχουν σχεδόν ολόκληρη την αλυσίδα ενός εργοταξίου. Μηχανικοί μπορούν ακόμη να βρεθούν, έστω με δυσκολία. Το μεγαλύτερο κενό, όμως, εντοπίζεται στον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στον μηχανικό που σχεδιάζει, οργανώνει και επιβλέπει και στο συνεργείο που πρέπει να μετατρέψει το σχέδιο σε κατασκευή.

Η λειτουργία ενός μεγάλου εργοταξίου στηρίζεται σε μια ολόκληρη πυραμίδα ανθρώπων. Στην κορυφή βρίσκεται ο εργοταξιάρχης ή διευθυντής εργοταξίου. Ακολουθούν μηχανικοί διαφορετικών ειδικοτήτων, τοπογράφοι και συνεργεία που αναλαμβάνουν χαράξεις και επιμετρήσεις, αλλά και στελέχη που ασχολούνται με προμετρήσεις, μελέτες και προγραμματισμό. Ανάμεσα όμως σε αυτούς και στον χειριστή, στον οδηγό, στον τεχνίτη, στον εργάτη ή στον υπεργολάβο χρειάζεται κάποιος που να μεταφέρει τη μελέτη στο πεδίο. Να γνωρίζει τι πρέπει να γίνει, πώς πρέπει να γίνει και με ποια σειρά. Είναι ο ρόλος που παραδοσιακά κάλυπτε ο εργοδηγός, ο οποίος αποτελεί τον «ενδιάμεσο κρίκο» και σήμερα είναι ένας από τους πιο δυσεύρετους ανθρώπους στα ελληνικά εργοτάξια.

Η γενιά των εργοδηγών που δεν αντικαταστάθηκε

Η σημερινή έλλειψη δεν προέκυψε ξαφνικά, χτίστηκε σε βάθος δεκαετιών, καθώς περιορίστηκαν σταδιακά οι δύο βασικές «δεξαμενές» από τις οποίες προέρχονταν αυτά τα στελέχη. Η πρώτη ήταν το ίδιο το εργοτάξιο,  ένας καλός τεχνίτης, έπειτα από χρόνια εμπειρίας, μπορούσε να εξελιχθεί, να αποκτήσει μεγαλύτερη ευθύνη και σταδιακά να γίνει εργοδηγός. Η δεύτερη ήταν οι τεχνικές σχολές και γενικότερα η τεχνική και τεχνολογική εκπαίδευση, που έδιναν στην αγορά ανθρώπους με πρακτική γνώση και τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ανάμεσα στον μηχανικό και στο συνεργείο.

Με τα χρόνια αυτή η παραγωγή στελεχών περιορίστηκε, ωστόσο ξαφνικά άνοιξαν πολλά έργα ταυτόχρονα, αυξάνοντας απότομα τη ζήτηση. Στην εξίσωση προστέθηκε και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα σήμερα οι εταιρείες να βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα κενό που δεν καλύπτεται εύκολα. Το πρόβλημα, μάλιστα, δεν σταματά στους εργοδηγούς, καθώς έχει φτάσει πλέον μέχρι τη βάση του εργοταξίου.

Η λύση των μετακλήσεων δεν είναι τόσο απλή

Μέρος του κενού επιχειρείται να καλυφθεί με εργαζομένους από τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων από την Αίγυπτο και τη Συρία. Στην πράξη, ωστόσο, η διαδικασία αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από μια απλή μετάκληση προσωπικού. Για τις κατασκευαστικές η εθνικότητα δεν είναι το ζήτημα. Αυτό που έχει σημασία είναι ο εργαζόμενος να μπορεί να συνεννοηθεί μέσα στο εργοτάξιο, να διαθέτει μια βασική προηγούμενη εμπειρία και να κατανοεί τους κανόνες λειτουργίας και ασφάλειας.

Ιδιαίτερα το τελευταίο αποτελεί κρίσιμο θέμα, καθώς σε ένα σύγχρονο εργοτάξιο η χρήση κράνους, ειδικών υποδημάτων, ζωνών ασφαλείας και γενικότερα των μέσων ατομικής προστασίας δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά καθημερινή προϋπόθεση για την αποφυγή ατυχημάτων. Ακόμη και κάτι φαινομενικά αυτονόητο, όπως το προειδοποιητικό σήμα ενός βαρέος μηχανήματος που κινείται με την όπισθεν, απαιτεί εξοικείωση. Ο έμπειρος εργαζόμενος γνωρίζει ότι πρέπει αμέσως να απομακρυνθεί από τη ζώνη κινδύνου. Ένας άνθρωπος χωρίς εμπειρία εργοταξίου πρέπει να εκπαιδευτεί ώστε αυτή η αντίδραση να γίνει αυτόματη.

Η εμπειρία μεγάλων έργων στο εξωτερικό, όπου χρησιμοποιήθηκαν μαζικά εργαζόμενοι από χώρες όπως το Πακιστάν, η Ινδία και η Σρι Λάνκα, έχει αναδείξει ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Η παροχή του απαραίτητου προστατευτικού εξοπλισμού δεν σημαίνει αυτομάτως και γνώση της σωστής χρήσης του. Χρειάζονται εκπαίδευση, χρόνος και συνεχής προσαρμογή. Στην ήδη δύσκολη εξίσωση προστίθενται η γραφειοκρατία των μετακλήσεων και ένα ακόμη, λιγότερο εμφανές αλλά εξαιρετικά πρακτικό πρόβλημα, η στέγαση.

Σε περιπτώσεις όπου η προσέλκυση εργαζομένων γίνεται μέσω εξειδικευμένων γραφείων, η εταιρεία μπορεί να αναλαμβάνει και την υποχρέωση εξασφάλισης διαμονής. Όταν όμως οι ανάγκες ενός έργου αφορούν δεκάδες ή εκατοντάδες ανθρώπους, η εύρεση καταλυμάτων μετατρέπεται σε ξεχωριστό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην Αθήνα, όπου η εξεύρεση μεγάλου αριθμού οικονομικά προσιτών κατοικιών είναι ούτως ή άλλως δύσκολη.

Η αγορά πρέπει να δημιουργήσει ξανά τεχνίτες

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η μακροπρόθεσμη λύση αναζητείται στην εκπαίδευση. Ο κλάδος χρειάζεται να δημιουργήσει ξανά τη δική του δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού. Ένας καλός χειριστής ή ένας έμπειρος εργοδηγός δεν δημιουργείται σε μερικούς μήνες. Απαιτούνται εκπαίδευση, προϋπηρεσία και καθημερινή τριβή με το εργοτάξιο. Γι’ αυτό και το πρόβλημα που σήμερα αντιμετωπίζουν οι κατασκευές δεν μπορεί να λυθεί άμεσα. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό και το ζήτημα όσων έφυγαν στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια. Για τον κλάδο, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πώς θα εκπαιδευτούν νέοι άνθρωποι, αλλά και ποιες συνθήκες θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ώστε έμπειρα στελέχη και τεχνικοί να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Το «μπαλόνι» της κατασκευαστικής αγοράς

Η σημερινή έλλειψη ανθρώπων συνδέεται άμεσα και με την πρωτοφανή κινητικότητα που έχει αναπτυχθεί στις κατασκευές τα τελευταία χρόνια. Πολλά έργα άνοιξαν ταυτόχρονα, δημιουργώντας μεγάλη ζήτηση για προσωπικό, εξοπλισμό και υλικά. Ο μεγάλος φόβος είναι να μη δημιουργηθεί ένα απότομο κενό αντίστοιχο με εκείνο που ακολούθησε τον προηγούμενο μεγάλο κύκλο κατασκευών.

Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πραγματικό «big bang». Σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρεται από τον κλάδο, κάποτε υπήρχαν χιλιάδες πιστοποιημένες τεχνικές εταιρείες από την τρίτη τάξη και πάνω. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο αριθμός τους περιορίστηκε δραματικά και έφτασε κάποια στιγμή κοντά στις 500. Η σημερινή εικόνα, ωστόσο, θεωρείται διαφορετική. Οι εταιρείες έχουν μπροστά τους μεγάλο ανεκτέλεστο έργων, ενώ η δραστηριότητα δεν εξαρτάται από μία και μοναδική καταληκτική ημερομηνία, όπως συνέβαινε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Παράλληλα, το ΕΣΠΑ εξακολουθεί να τροφοδοτεί μέρος των υποδομών και υπάρχει συζήτηση για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και ένα μικρότερο νέο ταμείο, χωρίς όμως ακόμη να υπάρχει σαφής εικόνα για τους πόρους και την πραγματική του επίδραση στην αγορά. Το μεγάλο ανεκτέλεστο λειτουργεί προς το παρόν ως «μαξιλάρι». Υπάρχουν έργα που έχουν ανατεθεί ή ωριμάσει και πρέπει να κατασκευαστούν, επομένως το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σημαίνει ότι από την επόμενη ημέρα θα σταματήσουν τα εργοτάξια.