Με επενδύσεις ύψους 355,8 εκατ. ευρώ το 2025, ο όμιλος Sani/Ikos προετοιμάζει τον επόμενο κύκλο ανάπτυξής του στη Μεσόγειο, συνδυάζοντας την προσθήκη νέων ξενοδοχείων με την αναβάθμιση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου του.
Από την Κρήτη και τη Χαλκιδική μέχρι την Ισπανία και την Πορτογαλία, η στρατηγική του ομίλου στηρίζεται στην επέκταση της παρουσίας του στην πολυτελή παραθεριστική φιλοξενία, με παράλληλες δαπάνες για υποδομές και περιορισμό του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Nέα έκθεση αειφορίας για το 2025
Η νέα έκθεση αειφορίας του Sani/Ikos για το 2025, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα, αποτυπώνει την οικονομική κλίμακα αυτής της ανάπτυξης. Οι κεφαλαιουχικές προσθήκες αυξήθηκαν σε 355,8 εκατ. ευρώ, από 209,9 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο περίπου 69,5%.
Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ομίλου και τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Το ποσό περιλαμβάνει προσθήκες σε ενσώματα και άυλα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και δικαιώματα χρήσης. Οι αντίστοιχες ταμειακές εκροές για επενδυτικές δαπάνες διαμορφώθηκαν σε 325 εκατ. ευρώ, καθώς μέρος των λογιστικών προσθηκών, όπως τα δικαιώματα χρήσης, δεν συνεπάγεται ισόποση άμεση καταβολή μετρητών.
Η ενίσχυση των επενδύσεων συνοδεύτηκε από αύξηση των οικονομικών μεγεθών. Τα έσοδα ανήλθαν σε 553,5 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 491,4 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας άνοδο 12,6%.
Τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων διαμορφώθηκαν σε 190,2 εκατ. ευρώ, από 176,1 εκατ. ευρώ, ενώ το καθαρό αποτέλεσμα πέρασε σε κέρδη 9,6 εκατ. ευρώ, έναντι ζημιών 24,9 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση.
Νέα ξενοδοχεία και αναβαθμίσεις
Η κατανομή των δαπανών δείχνει ότι η ανάπτυξη προχωρεί σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, περισσότερα από 104 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν το 2025 στην κατασκευή νέων κτιρίων, έναντι 48 εκατ. ευρώ το 2024. Παράλληλα, πάνω από 99 εκατ. ευρώ διατέθηκαν για ανακαινίσεις υφιστάμενων κτιρίων, από 90,5 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Οι συγκεκριμένες δαπάνες περιλαμβάνονται στο συνολικό επενδυτικό μέγεθος. Αποτυπώνουν, ωστόσο, τη βαρύτητα που δίνει ο όμιλος τόσο στην προσθήκη δυναμικότητας όσο και στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των μονάδων που ήδη λειτουργούν.
Για τον όμιλο Sani/Ikos, η ανάπτυξη δεν περιορίζεται στην αύξηση του αριθμού των ξενοδοχείων. Η επέκταση σε νέους προορισμούς διευρύνει τις επιλογές των πελατών του και την παρουσία του σε διαφορετικές μεσογειακές αγορές, ενώ οι ανακαινίσεις υποστηρίζουν την τοποθέτησή του στην ανώτερη κατηγορία της παραθεριστικής φιλοξενίας.
Στην Ελλάδα, το σημαντικότερο φετινό βήμα ήταν η έναρξη λειτουργίας του Ikos Kissamos στην Κρήτη, τον Απρίλιο του 2026. Με την προσθήκη του, ο όμιλος διαθέτει 13 ξενοδοχεία σε Ελλάδα και Ισπανία, με περισσότερα από 3.870 δωμάτια και σουίτες και ανθρώπινο δυναμικό άνω των 7.300 εργαζομένων.
Η συνέχεια περιλαμβάνει το Ikos Kassandra στη Χαλκιδική, το Ikos Cortesia στο Αλγκάρβε της Πορτογαλίας και το Ikos Marbella στην Ισπανία. Η Πορτογαλία προσθέτει μία ακόμη χώρα στο δίκτυο του ομίλου, ενώ οι νέες μονάδες στην Ελλάδα και στην Ισπανία ενισχύουν την παρουσία του σε αγορές όπου έχει ήδη αναπτύξει δραστηριότητα.
Οι επενδύσεις στην αειφορία
Στο τέλος της ίδιας επενδυτικής εξίσωσης βρίσκονται η ενέργεια και η διαχείριση των φυσικών πόρων, με άμεση σημασία για τη λειτουργία μεγάλων παραθεριστικών συγκροτημάτων.
Το 2025 ο όμιλος διέθεσε 2,8 εκατ. ευρώ για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά. Το φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος 6,76 MWp στη Χαλκιδική ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο και συνδέθηκε με το δίκτυο τον Ιούλιο του ίδιου έτους.
Μέσω της ενεργειακής κοινότητας του Sani/Ikos, η παραγωγή του αξιοποιείται για τον συμψηφισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές στις εγκαταστάσεις του ομίλου αυξήθηκε σε περίπου 4,34 εκατ. κιλοβατώρες το 2025, από περίπου 237.000 κιλοβατώρες το 2024. Σύμφωνα με την έκθεση, το 82% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, ηλεκτρικής και θερμικής, προήλθε από ανανεώσιμες πηγές.
H διαχείριση του νερού
Στη διαχείριση του νερού, χρησιμοποιήθηκαν περίπου 370.302 κυβικά μέτρα ανακυκλωμένου νερού, ποσότητα που αντιστοιχούσε στο 23,86% της συνολικής κατανάλωσης.
Το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 ήταν υψηλότερο, στο 28,31%, στοιχείο που δείχνει ότι η διατήρηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων απαιτεί συνεχή προσπάθεια καθώς μεγαλώνει η δραστηριότητα.
Παράλληλα, ο όμιλος καταγράφει μείωση 19,9% στις εκπομπές που συνδέονται κυρίως με την παραγωγή των αγαθών και των υπηρεσιών που προμηθεύεται. Οι εκπομπές αυτές αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού περιβαλλοντικού του αποτυπώματος.
