Σενάρια για μεγαλύτερη μείωση των εργοδοτικών εισφορών, μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού

Μεγαλύτερη και ταχύτερη μείωση εισφορών στο τραπέζι, παρά την αβεβαιότητα, εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή

Σερβιτόρος © EUROKINISSI-ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Μεγαλύτερη και ταχύτερη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών -σε σχέση με εκείνη που ήδη προβλέπει το Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα- βρίσκεται στο τραπέζι του οικονομικού επιτελείου, παρά την αβεβαιότητα την οποία έχει προκαλέσει η ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ιράν.

Έγκυρες πηγές του powergame.gr από εργοδοτικούς κύκλους που βρίσκονται σε επικοινωνία με το υπουργείο Εργασίας και το υπουργείο Οικονομικών αναφέρουν πως πριν από το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης «έπαιζε» ισχυρά το σενάριο να έλθει πριν από την 1η Ιανουαρίου 2027 (π.χ. την 1η Ιουλίου 2026) μείωση των εισφορών των μισθωτών κατά 0,5%, η οποία προβλέπεται ήδη στο πολυετές πρόγραμμα του 2026-2029 (για την 1η Ιανουαρίου 2027).

Και όχι μόνο αυτό, αλλά στο τραπέζι βρισκόταν μία επιπλέον μείωση 0,5% στις εισφορές από την 1η Ιανουαρίου 2027, προκειμένου να υποστηριχθούν οι επιχειρήσεις να καταβάλουν τις εξαγγελθείσες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό (σ.σ. την περασμένη εβδομάδα ανακοινώθηκε αύξηση στα 920 ευρώ από 1ης Απριλίου 2026, ενώ τον Απρίλιο του 2027 θα ανέλθει στα 950 ευρώ), τις συμφωνηθείσες (π.χ. εστίαση) ή μελλοντικές αυξήσεις στους κλαδικούς βασικούς μισθούς στο πλαίσιο συλλογικών συμβάσεων, αλλά και τις αυξήσεις που θα φέρει το ξεπάγωμα των τριετιών, ιδίως από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Η οξύτατη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, αναφέρουν οι ίδιες πηγές, πάγωσε τις συζητήσεις μεταξύ εργοδοτών-στελεχών του οικονομικού επιτελείου για μία μεγαλύτερη και ταχύτερη μείωση των εισφορών, πλην όμως δεν τη ματαίωσαν.

Αν δεν ανατραπούν οι δημοσιονομικές προβλέψεις λόγω της κρίσης στη Μ. Ανατολή μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, τότε δεν αποκλείεται να επανέλθει στην κορυφή της ατζέντας του οικονομικού επιτελείου, αν μη τι άλλο, μία μεγαλύτερη μείωση των εισφορών (1% αντί 0,5%) από 1ης Ιανουαρίου 2027, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.

Δηλώσεις από ΓΣΕΒΕΕ και ΕΣΕΕ

Από αυτήν την άποψη, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός πως, σχολιάζοντας την αύξηση του κατώτατου μισθού, με ανακοίνωσή της η ΓΣΕΒΕΕ ανέφερε πως «στο σημερινό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, καθίσταται αναγκαία η λήψη επαρκών μέτρων στήριξης της οικονομίας και της κοινωνίας. Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, υπάρχει ορατός κίνδυνος οι αυξήσεις στους μισθούς να εξανεμιστούν από τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ παράλληλα οι επιχειρήσεις να βρεθούν αντιμέτωπες με περαιτέρω αύξηση του λειτουργικού τους κόστους.

Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται αναγκαία η μείωση των φορολογικών και άλλων βαρών, η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, αλλά και όποιων κεφαλικών φόρων είναι σε ισχύ, ο αποτελεσματικός έλεγχος των τιμών, αλλά και ουσιαστικές παρεμβάσεις για την συγκράτηση των τιμών καυσίμων και ενέργειας».

Αλλά και ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, κ. Σταύρος Καφούνης, ανέφερε μεταξύ άλλων πως  «για την αντιστάθμιση, όμως, της νέας επιβάρυνσης (σ.σ. από την αύξηση του κατώτατου μισθού) σε μία δύσκολη, όπως εξελίσσεται, χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών».

Τι αναφέρει το πόρισμα του ΙΟΒΕ για το μη μισθολογικό κόστος

Το ζήτημα της παραπέρα μείωσης των εισφορών έθεσε και το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) στο πόρισμα το οποίο παρέδωσε στην Επιτροπή Διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό.

Συγκεκριμένα, ανέφερε πως «είναι (…) δυνατόν να συνδυαστεί ο ίδιος κατώτατος μισθός με ένα σχετικά χαμηλότερο κόστος εργασίας και υψηλότερες καθαρές απολαβές, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, που ξεκινούν από μια υψηλή φορολογία της εργασίας σε σχέση με άλλες χώρες, ακόμα και μετά την πρόσφατη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σωρευτικά κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2019-2025».

Σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα, «στο ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζόμενου στην περίπτωση ενός χαμηλόμισθου μισθωτού στις χώρες της ΕΕ το 2024, η Ελλάδα εμφανιζόταν στην έβδομη θέση με τον υψηλότερο συντελεστή (13,87%), κατά 4,4 (ποσοστιαίες μονάδεες) π.μ. υψηλότερο από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. Μετά τη μείωση των εισφορών εργαζομένου κατά 0,5 π.μ. από 1/1/2025, η απόκλιση αναμένεται να μειωθεί».

Από το ΙΟΒΕ σημειώνεται πως «το 2024 η Ελλάδα είχε το δωδέκατο υψηλότερο ποσοστό εισφορών των εργοδοτών στις χώρες της ΕΕ (22,29%), κατά 5,9 π.μ. υψηλότερο από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. Έτσι, προκύπτει ότι το άθροισμα εισφορών εργαζόμενου και εργοδότη το 2024 ήταν το δέκατο υψηλότερο στις χώρες της ΕΕ (36,2%) και κατά 10,4 π.μ. υψηλότερο από το μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. Μετά τη μείωση των εισφορών εργοδοτών κατά 0,5 π.μ. από 1/1/2025, η απόκλιση αναμένεται να μειωθεί, όπως φαίνεται από τη δεύτερη στήλη της Ελλάδας στα ίδια διαγράμματα, με στοιχεία για το 2025».

Επίσης, τονίζεται πως «παρά τις πρόσφατες μειώσεις των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και τις στοχευμένες φοροελαφρύνσεις, το σύνολο των υποχρεωτικών εισφορών παραμένει υψηλό και σημαντικά υψηλότερο από τον μ.ό. των χωρών του ΟΟΣΑ».