Έντονες αντιδράσεις διεθνώς προκάλεσε η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να ακυρώσουν τη βίζα του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς και περίπου 80 ακόμη Παλαιστίνιων αξιωματούχων, αποκλείοντας έτσι τη συμμετοχή τους στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Η κίνηση χαρακτηρίζεται ασυνήθιστη και βαριά πολιτικά φορτισμένη, καθώς οι ΗΠΑ, βάσει της Συμφωνίας Έδρας του ΟΗΕ, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την πρόσβαση όλων των εκπροσώπων κρατών και παρατηρητών, ανεξαρτήτως των διμερών τους σχέσεων.
Η αμερικανική απόφαση και τα επιχειρήματα
Την ακύρωση επιβεβαίωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να υποστηρίζει ότι η παλαιστινιακή ηγεσία «υπονόμευσε τις ειρηνευτικές προσπάθειες», επιδιώκοντας μονομερή αναγνώριση ενός παλαιστινιακού κράτους. Παράλληλα, κατηγόρησε την Παλαιστινιακή Αρχή και τον Οργανισμό για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ότι «δεν μπορούν να θεωρηθούν εταίροι ειρήνης», καθώς –σύμφωνα με τον ίδιο– δεν έχουν αποκηρύξει επιθέσεις όπως η σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, δεν τερματίζουν την «υποκίνηση σε τρομοκρατία» μέσα από την εκπαίδευση και συνεχίζουν να καταφεύγουν σε διεθνή δικαστήρια εναντίον του Ισραήλ.
Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία μια σειρά χωρών της Δύσης –μεταξύ τους η Γαλλία, η Βρετανία, ο Καναδάς και η Αυστραλία– έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να αναγνωρίσουν παλαιστινιακό κράτος. Το γεγονός αυτό καθιστά την κίνηση της Ουάσινγκτον ακόμη πιο εκρηκτική, καθώς ερμηνεύεται ως προσπάθεια αναχαίτισης του διεθνούς κύματος υπέρ της παλαιστινιακής υπόθεσης.
Οι αντιδράσεις της Παλαιστινιακής Αρχής
Η παλαιστινιακή ηγεσία αντέδρασε έντονα. Το γραφείο του Μαχμούντ Αμπάς έκανε λόγο για «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου» και υπενθύμισε ότι από το 2012 η Παλαιστίνη έχει καθεστώς παρατηρητή-μέλους στον ΟΗΕ. Ο πρεσβευτής της Παλαιστίνης στον ΟΗΕ, Ριγιάντ Μανσούρ, εξέφρασε την απογοήτευσή του, επισημαίνοντας ότι ο Αμπάς θα ηγείτο της παλαιστινιακής αντιπροσωπείας στη Γενική Συνέλευση, γεγονός που πλέον καθίσταται αδύνατο.
Το Ισραήλ, από την άλλη, χαιρέτισε την αμερικανική στάση. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκιντέον Σαάρ δήλωσε ότι «η απόφαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι δικαιολογημένη», ενώ ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επανέλαβε ότι η αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους θα αποτελούσε «επιβράβευση της τρομοκρατίας της Χαμάς». Οι δηλώσεις αυτές ευθυγραμμίζονται με την πάγια θέση του Ισραήλ ότι η διεθνής νομιμοποίηση της Παλαιστίνης αποδυναμώνει την ασφάλειά του και ενισχύει έμμεσα οργανώσεις που θεωρεί τρομοκρατικές.
Παράλληλα, στον ΟΗΕ, ο εκπρόσωπος Στεφάν Ντουζαρίκ υπενθύμισε ότι «είναι σημαντικό όλα τα κράτη-μέλη και οι μόνιμοι παρατηρητές να εκπροσωπούνται στη Γενική Συνέλευση», ανακοινώνοντας ότι θα υπάρξει διάλογος με την Ουάσινγκτον. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει ειδικής συνεδρίασης που θα συνδιοργανώσουν η Γαλλία και η Σαουδική Αραβία, με θέμα τη λύση των δύο κρατών.
Οι ευρύτερες πολιτικές συνέπειες
Η απόφαση των ΗΠΑ αναμένεται να εντείνει τις εντάσεις γύρω από το παλαιστινιακό ζήτημα, ανοίγοντας νέο κύκλο αντιπαράθεσης για τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον. Ως έδρα του ΟΗΕ, οι ΗΠΑ έχουν την υποχρέωση να διευκολύνουν την είσοδο όλων των αντιπροσωπειών που συμμετέχουν στις συνεδριάσεις. Η επιλογή να εμποδίσουν τον Αμπάς δημιουργεί προηγούμενο που μπορεί να υπονομεύσει τη διεθνή αξιοπιστία της Ουάσινγκτον, ιδιαίτερα σε μια συγκυρία όπου οι πιέσεις για λύση δύο κρατών γίνονται όλο και πιο έντονες.
Η εξέλιξη αυτή φέρνει ξανά στο προσκήνιο την κεντρική πολιτική αντιπαράθεση: από τη μία, οι χώρες που προχωρούν σε επίσημη αναγνώριση της Παλαιστίνης, και από την άλλη, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ που επιμένουν ότι τέτοιες ενέργειες δυναμιτίζουν τις προοπτικές ειρηνευτικής διαδικασίας. Στην πράξη, όμως, η κίνηση της Ουάσινγκτον ενδέχεται να συσπειρώσει περαιτέρω τις χώρες που υποστηρίζουν την παλαιστινιακή υπόθεση, ενώ ταυτόχρονα περιπλέκει την εικόνα της Αμερικής ως «αμερόληπτου διαμεσολαβητή» στη Μέση Ανατολή.