Πρόκειται για το αεροπορικό σύστημα μάχης του μέλλοντος, το Future Combat Air System (FCAS), με ένα νέο μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς. Το μοντέλο της λεγόμενης έκτης γενιάς δεν έχει ακόμη όνομα.
Επισήμως, το σύστημα αναμένεται να είναι επιχειρησιακό το 2040. Το κόστος μπορεί μόνο να εκτιμηθεί. Προβλέπονται τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη και την αρχική προμήθεια.
Ο Thomas Pretzl, πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου Εργαζομένων της Airbus Defense and Space, μιλάει έξω από τα δόντια όταν πρόκειται για το έργο. «Θέλουμε επιτέλους να αναπτύξουμε και να κατασκευάσουμε ξανά ένα καλό μαχητικό αεροσκάφος», λέει ο Pretzl. «Αυτό θα επιτευχθεί καλύτερα χωρίς την Dassault και χωρίς να πληγούν οι γαλλογερμανικές σχέσεις», δήλωσε ο Pretzl σε πρόσφατη συνέλευση εργαζομένων. To ρεπορτάζ της Die Welt είναι αποκαλυπτικό.
Ο Pretzl προετοίμασε με αυτόν τον τρόπο το προσωπικό του αμυντικού τμήματος της Airbus για το τέλος του λεγόμενου προγράμματος FCAS με τη γαλλική εταίρο Dassault – τουλάχιστον με τη μορφή που είχε σχεδιαστεί μέχρι τώρα. Θα ήταν το τέλος για το πιο φιλόδοξο και μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ευρώπης.
Το νέο μαχητικό, ως διάδοχος του Eurofighter και του γαλλικού Rafale, πρόκειται να συνοδεύεται από μη επανδρωμένα drones – τους λεγόμενους «Remote Carriers». Το όλο σύστημα θα είναι ενσωματωμένο σε ένα υπερ-λογισμικό ελέγχου, το Combat Cloud. Από το έδαφος, πάνω από τις θάλασσες έως το διάστημα, όλα τα στρατιωτικά μέσα θα είναι διασυνδεδεμένα μεταξύ τους.
Από την εποχή της Μέρκελ το FCAS
Η ιδέα του FCAS προέρχεται ακόμα από την εποχή της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. Το 2017 η Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, ανακοίνωσαν την πρόθεση ανάπτυξης ενός κοινού μαχητικού αεροσκάφους.
Από το 2019 η Ισπανία ανήκει επίσης στην ομάδα ανάπτυξης. Ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ, το σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει τον εναέριο χώρο της Ευρώπης. Η Ευρώπη πρέπει να πάρει την ασφάλειά της στα χέρια της, ήταν η βασική σκέψη.
Οι φιλόδοξες προσδοκίες έχουν μετατραπεί πλέον σε απογοήτευση και σε μια διαμάχη για τα μερίδια εργασίας και την τεχνογνωσία. Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται το ερώτημα ποιος κάνει κουμάντο στο FCAS – και ποιος λαμβάνει ποιο μερίδιο της βιομηχανικής προστιθέμενης αξίας.
Αρχικά, η Γαλλία (εκπροσωπούμενη από τον αεροπορικό όμιλο Dassault Aviation), η Γερμανία (Airbus Γερμανίας) και η Ισπανία (Indra Sistemas) είχαν συμφωνήσει σε ισότιμη κατανομή του έργου: ένα τρίτο ανά χώρα.
Όμως ειδικά ο επικεφαλής της Dassault, Eric Trappier, επιμένει στην ηγεσία και θα μπορούσε να διανοηθεί την κατασκευή του μαχητικού μόνος του. Η Dassault διεκδικεί κυρίαρχο ρόλο, τόσο τεχνικά όσο και οργανωτικά, καθώς έχει σημαντική εμπειρία με τα Mirage, αλλά κυρίως το Rafale.

To nEURONn, όπου συμμετείχε και η ΕΑΒ, αξιοποιείται σήμερα από την Dassault στην επόμενη γενιά των Rafale F5 © Dassault
Φέρεται ότι η Dassault ζήτησε έως και το 80% του μεριδίου του έργου – κάτι που η Dassault πλέον αρνείται, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την επιθυμία για κεντρική ηγεσία. Η Airbus Γερμανίας και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιμένουν, αντίθετα, στις υπάρχουσες συμφωνίες.
Υπάρχει έντονη αναταραχή στο έργο FCAS, στο οποίο τα εμπλεκόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει σε επτά τομείς ανάπτυξης με καθορισμό βιομηχανικών αρμοδιοτήτων.
Η σχέση Airbus-Dassault θεωρείται πλέον διαταραγμένη. Ο επικεφαλής του συμβουλίου εργαζομένων Pretzl το θέτει ξεκάθαρα: «Η εταιρική σχέση βασίζεται στη συνεργασία, όχι στην αντιπαράθεση».
Διαμάχη στα υψηλότερα κλιμάκια
Εν τω μεταξύ, η διαμάχη έχει φτάσει στα υψηλότερα πολιτικά κλιμάκια. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο Μακρόν ανακήρυξαν το θέμα ως ζήτημα ηγεσίας. Οι υπουργοί Άμυνας έπρεπε να επεξεργαστούν μια «ρεαλιστική προοπτική» για την περαιτέρω συνεργασία, αλλά διάφορες κρίσιμες προθεσμίες παρήλθαν χωρίς αποτέλεσμα.
Πλέον η απόφαση για το μέλλον του FCAS αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους. «Ανεξάρτητα από το πώς θα μοιάζει, θα υπάρξει απόφαση μέχρι το τέλος του έτους», ανακοίνωσε ο υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους (SPD).
Στην ουσία, το θέμα τώρα είναι η επόμενη Φάση Ανάπτυξης 2. Στόχος του επόμενου σταδίου είναι να υπάρχουν ικανά για πτήση πρωτότυπα επίδειξης (demonstrators) έως το 2028-2029 και να μεταβιβαστούν περαιτέρω κονδύλια ανάπτυξης.
Ο Pretzl υπενθυμίζει ότι το μέλλον του FCAS είναι πλέον πολιτική απόφαση και εξαρτάται από τους πολιτικούς στο Βερολίνο, το Παρίσι και τη Μαδρίτη για το πώς θα προχωρήσει. Στο Βερολίνο συζητούνται επί του παρόντος διάφορα σενάρια.
«Το FCAS δεν χρειάζεται να πεθάνει αν αποχωρήσει η Dassault. Η Airbus μπορεί να κατασκευάσει ένα νέο μαχητικό αεροσκάφος και με άλλους εταίρους», λέει ένας γνώστης του θέματος. Η Airbus διαθέτει την τεχνογνωσία. Ο γαλλογερμανικός άξονας θα μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται, όπως φαίνεται για παράδειγμα στη συγχώνευση του γαλλογερμανικού ομίλου εξοπλισμών ξηράς KNDS.
Αμφιβολία για τις ικανότητες της Γερμανίας
Ωστόσο, όχι μόνο ο επικεφαλής της Dassault, αλλά και η νέα Γαλλίδα υπουργός Άμυνας, Catherine Vautrin, αμφιβάλλουν για τις γερμανικές ικανότητες στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών. Σε συνέντευξή της στον σταθμό Europe 1 δήλωσε πρόσφατα ότι η Γερμανία δεν διαθέτει επί του παρόντος τις δεξιότητες για την αυτόνομη κατασκευή ενός μαχητικού.
Πράγματι, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η Γερμανία συμμετέχει στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών μόνο μέσω κοινοπραξιών, όπως το Tornado ή το Eurofighter.
Μια αποχώρηση από την ανάπτυξη του FCAS με την τρέχουσα μορφή δεν θα ήταν ούτως ή άλλως το πρώτο τέλος για ένα κοινό μαχητικό με τη Γαλλία. Στη δεκαετία του ’80 υπήρχαν εργασίες ανάπτυξης από αρκετά ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ για ένα μοντέλο με το όνομα European Fighter Aircraft. Η Γαλλία αποφάσισε όμως το 1985-86 να μη συμμετάσχει και προέκυψαν χωριστές εξελίξεις: Από τη μία πλευρά το Eurofighter με τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Ισπανία και την Ιταλία και από την άλλη το αυτόνομο γαλλικό μοντέλο Rafale.
Διαφορετικές αντιλήψεις για τις αποστολές του μαχητικού
Αφορμή για τον χωρισμό ήταν οι διαφορετικές αντιλήψεις για το φάσμα αποστολών του μαχητικού, οι οποίες θα μπορούσαν και τώρα να γίνουν αιτία διχασμού. Για παράδειγμα, η Γαλλία χρειάζεται ένα μοντέλο που να μπορεί να απογειώνεται από αεροπλανοφόρα, γεγονός που περιορίζει το βάρος, ενώ η Γερμανία χρειάζεται ένα μοντέλο με μεγαλύτερη εμβέλεια πριν απαιτηθεί εναέριος ανεφοδιασμός.

Μοντέλο σε μεγάλη κλίμακα του GCAP, ανταγωνιστή του FCAS © Wikimedia
O ευρωπαϊκός ανταγωνιστής του FCAS λέγεται GCAP
Σε περίπτωση αποχώρησης της Dassault, γίνονται ήδη εικασίες για πιθανές εναλλακτικές του FCAS. Στο Βερολίνο, ως Σχέδιο Β αναφέρεται η Σουηδία με τον όμιλο Saab, κατασκευαστή του μαχητικού Gripen, καθώς και το Global Combat Air Programme (GCAP). Σε αυτό το έργο συμμετέχουν η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία.
Το μαχητικό GCAP αναμένεται να είναι επιχειρησιακό ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 2030, δηλαδή νωρίτερα από το σχέδιο FCAS. Μια πιθανή συνεργασία με τη Σουηδία θα μπορούσε να βασιστεί στις καλές εμπειρίες σε διμερή εξοπλιστικά θέματα. Η Saab εκσυγχρονίζει, για παράδειγμα, φρεγάτες της κλάσης F123.
Η Saab συμμετέχει επίσης στον πύραυλο Κρουζ Taurus. Στενοί δεσμοί υπάρχουν επίσης μεταξύ της Saab και της γερμανικής start-up αμυντικής τεχνολογίας Helsing, στην οποία οι Σουηδοί είναι στρατηγικοί επενδυτές. Ένα λογισμικό αερομαχίας με Τεχνητή Νοημοσύνη από τη Helsing αναμένεται να βελτιώσει τις μελλοντικές ικανότητες του Eurofighter.
‘Oλα δείχνουν ότι τα προβλήματα ενότητας στις αμυντικές αναζητήσεις της Ευρώπης παραμένουν. Και στο θέμα του ευρωμαχητικού 6ης γενιάς το πιθανότερο είναι να δούμε πάνω από δύο ανταγωνιστές στη Γηραιά Ήπειρο. Αν προσθέσουμε και το αμερικανικό F-47, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Ο χρόνος -όπως πάντα- θα δείξει.