Τα τρία σενάρια για τη Βενεζουέλα

Οι πραγματικές προκλήσεις και οι κίνδυνοι για τις ΗΠΑ τώρα ξεκινούν, γράφει το Foreign Affairs σε ανάλυσή του για τη Βενεζουέλα

Mural για τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, στο Καράκας © EPA/RONALD PENA R

Σημείο καμπής, τόσο για τη Βενεζουέλα όσο και για την αμερικανική πολιτική στο δυτικό ημισφαίριο, χαρακτηρίζει το Foreign Affairs την αμερικανική επιδρομή στη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Όμως, θα ήταν λάθος να συγχέεται το δραματικό στοιχείο με την επίλυση μιας κατάστασης, σημειώνει σε ανάλυσή του. Οι εικόνες του Μαδούρο υπό αμερικανική κράτηση δημιουργούν την εντύπωση ότι κάτι έκλεισε οριστικά. Κι όμως, αυτό δεν αποτελεί την αρχή του τέλους της μακρόχρονης αντιπαράθεσης της Ουάσιγκτον με το Καράκας. Σηματοδοτεί το τέλος της αρχής και την έναρξη μιας πολύ πιο δύσκολης και επικίνδυνης φάσης.

Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει την απομάκρυνση Μαδούρο ως μια τακτική επιτυχία που μιλά από μόνη της, παρότι αναλαμβάνει συνειδητά την ευθύνη για όσα ακολουθούν. Ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε σαφής ως προς αυτήν την επιλογή. Ανακοινώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «διοικήσουν τη Βενεζουέλα» για κάποιο διάστημα, δεν δείχνει απλώς αυτοπεποίθηση. Αναλαμβάνει σκόπιμα την ευθύνη για τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες, καθώς και για αυτές που συνδέονται με την ασφάλεια.

Η Ιστορία όμως προσφέρει μια προειδοποίηση. Τον Μάιο του 2003, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Γ. Ου. Μπους στάθηκε κάτω από ένα πανό με τη φράση «Αποστολή Εξετελέσθη» και διακήρυξε τη νίκη στο Ιράκ. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν σταθεροποίηση, αλλά κατακερματισμός: μια εξέγερση, μια κρίση νομιμοποίησης και μια δαπανηρή εμπλοκή ετών. Η Βενεζουέλα βρίσκεται σήμερα σ’ ένα παρόμοιο κρίσιμο σημείο. Η απομάκρυνση Μαδούρο θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια βιώσιμη μετάβαση. Θα μπορούσε όμως εξίσου εύκολα να σύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σ’ ένα επικίνδυνο τέλμα.

Αν η Ουάσινγκτον διαχειριστεί την επόμενη φάση με πειθαρχία, συνδυάζοντας τον εξαναγκασμό με κίνητρα και τη χρήση βίας με πολιτική νομιμοποίηση, θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει την πορεία της Βενεζουέλας, να επανεντάξει τη χώρα στην κοινότητα των δημοκρατιών του ημισφαιρίου και να επαναβεβαιώσει την αμερικανική επιρροή σε μια περιοχή που την τελευταία δεκαετία προσπαθεί να εξισορροπήσει την αμερικανική ισχύ. Αν αυτό συμβεί, το όφελος θα είναι σημαντικό, γράφει το Foreign Affairs.

Η κατάρρευση της Βενεζουέλας τις τελευταίες δύο δεκαετίες υπήρξε ο μεγαλύτερος μεμονωμένος παράγοντας παράτυπης μετανάστευσης, διασυνοριακού εγκλήματος, διαφθοράς και παράνομων χρηματοοικονομικών ροών στο ημισφαίριο, πλήττοντας αρνητικά τα αμερικανικά συμφέροντα. Η σταθεροποίηση θα αντιμετώπιζε αυτά τα προβλήματα στην πηγή τους και όχι στα σύνορα των ΗΠΑ. Θα έκλεινε, επίσης, ένα ανεκτικό περιβάλλον που επέτρεψε στο καθεστώς Μαδούρο να διαπράξει συστηματικά εγκλήματα κατά του ίδιου του πληθυσμού του και τα οποία αποψίλωσαν τη βενεζουελάνικη κοινωνία, εξάγοντας παράλληλα αστάθεια στο εξωτερικό. Και θα στερούσε από τους αντιπάλους των ΗΠΑ (περιλαμβανομένων της Κίνας, του Ιράν και της Ρωσίας) ένα στρατηγικό προγεφύρωμα.

Όμως, η επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος θα απαιτήσει έναν βαθμό επιδέξιας πολιτικής και ευνοϊκών συγκυριών που κάθε άλλο παρά δεδομένος είναι για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Τα πιθανά μονοπάτια αποτυχίας περιλαμβάνουν μια μερική μετάβαση που αφήνει άθικτα τα εγκληματικά δίκτυα, μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικού μετέωρου που διατηρεί τη μετανάστευση και την αστάθεια ή μια σταδιακή δέσμευση στον τομέα της ασφάλειας, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σκόπευαν ποτέ να αναλάβουν αλλά από την οποία θα δυσκολευθούν να απεμπλακούν.

Το ποιο από αυτά τα τρία σενάρια θα ακολουθήσει, ουσιαστικά θα καθορίσει αν αυτή η στιγμή αποτελεί σημείο καμπής στην ιστορία του ημισφαιρίου ή άλλη μία καταχώριση στον μακρύ κατάλογο της αμερικανικής υπερβολής.

Το ρίσκο με τη Βενεζουέλα

Η επιχείρηση που έβαλε τέλος στη διακυβέρνηση του Μαδούρο φέρει το αδιαμφισβήτητο αποτύπωμα του Τραμπ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Αντανακλά μια κοσμοθεωρία που δίνει προτεραιότητα στην αποφασιστικότητα, το θέαμα και το όφελος, τόσο το πολιτικό όσο και το οικονομικό. Για τον Τραμπ, η Βενεζουέλα είναι λιγότερο ένα πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής προς διαχείριση και περισσότερο ένα περιουσιακό στοιχείο προς εκμετάλλευση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επιμένει, θα «διοικήσουν τη χώρα», θα εξορύξουν και θα πουλήσουν το βενεζουελάνικο πετρέλαιο και θα μετατρέψουν τη γεωπολιτική επιρροή σε απτό κέρδος. Πρόκειται για έναν απροκάλυπτο μερκαντιλισμό: η κρατική πολιτική συγχέεται με το κέρδος και οι ευκαιρίες δημιουργούνται όχι μόνο για αμερικανικές εταιρείες αλλά και για πολιτικούς συμμάχους και μεσάζοντες που βρίσκονται κοντά στην εξουσία.

Αυτά τα ένστικτα ήδη διαμορφώνουν προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα. Πέρα από τη Chevron, αμερικανικές εταιρείες όπως η ConocoPhillips, που επί χρόνια ήταν βυθισμένη σε δικαστικές διαμάχες για απαλλοτριωμένα περιουσιακά στοιχεία, θεωρείται ευρέως ότι θα επιστρέψουν στη Βενεζουέλα. Όμως τα περιθώρια ελιγμών του Τραμπ είναι στενά. Τα περισσότερα παραγωγικά κοιτάσματα έχουν ήδη παραχωρηθεί συμβατικά, συμπεριλαμβανομένων και σε κινεζικές εταιρείες, οι οποίες θα απαιτήσουν την τήρηση αυτών των συμφωνιών. Αυτό περιορίζει τις επιλογές της Ουάσινγκτον και αυξάνει τον πειρασμό να παρακαμφθεί πλήρως η μελλοντική κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν αντ’ αυτού να ελέγξουν απευθείας τα κρατικά έσοδα από το πετρέλαιο, θα αφήσουν ελάχιστο δημοσιονομικό χώρο για την εσωτερική ανασυγκρότηση, διασφαλίζοντας στην πράξη ότι η Ουάσινγκτον θα «διοικεί» τη Βενεζουέλα ανεξαρτήτως του ποιος κατέχει τυπικά την εξουσία.

Για τον Ρούμπιο, το διακύβευμα είναι διαφορετικό αλλά εξίσου σημαντικό: επί χρόνια υποστήριζε ότι η σταδιακή πίεση απλώς εδραίωνε το καθεστώς, ενώ ταυτόχρονα διεύρυνε την επιρροή της Κίνας, του Ιράν και της Ρωσίας. Η παρούσα στιγμή προσφέρει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η σκληρή ισχύς μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα εκεί όπου η διπλωματία και οι κυρώσεις απέτυχαν, αλλά και να αναδιαμορφώσει τους όρους της συζήτησης γύρω από την αμερικανική ηγεσία στο ημισφαίριο.

Αν αυτό το στοίχημα αποδώσει, οι επιπτώσεις θα εξαπλωθούν κατά πολύ πέραν του Καράκας. Θα επιβεβαιώσει αυτό που οι επικριτές έχουν αποκαλέσει «Δόγμα Don-roe», μια ερμηνεία του Δόγματος Μονρόε της εποχής Τραμπ που ευνοεί τη μονομερή επιβολή έναντι της πολυμερούς αυτοσυγκράτησης. Θα σηματοδοτήσει ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να επαναβεβαιώσει την πρωτοκαθεδρία της στη γειτονική της περιοχή, ακόμη και με κόστος θεσμικών τριβών και διπλωματικής δυσφορίας.

Αυτό θα εξανάγκαζε σε αναπροσαρμογή ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, υπενθυμίζοντας στις κυβερνήσεις ότι η αμερικανική αποστασιοποίηση είναι επιλογή και όχι περιορισμός και ότι η αμερικανική ισχύς, όταν ασκείται, μπορεί να είναι τόσο καθοριστική ώστε να αφήνει ελάχιστα περιθώρια ανοιχτής αντιπαράθεσης. Θα ενίσχυε επίσης τους υποστηρικτές στην Ουάσινγκτον που προτάσσουν στρατηγικά και εμπορικά αποτελέσματα έναντι της διπλωματικής διαδικασίας και της πειθούς στην πολιτική για το ημισφαίριο.

Όμως αυτή η λογική βασίζεται σε παραδοχές που διαμορφώθηκαν σε μια άλλη εποχή. Το Δόγμα Μονρόε λειτούργησε όταν η αμερικανική ισχύς ήταν αδιαμφισβήτητη στο ημισφαίριο και οι εξωτερικοί ανταγωνιστές ήταν μακριά. Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πλέον.

 

Κατακερματισμός χωρίς επίλυση

Η απομάκρυνση του Μαδούρο δεν σημαίνει την κατάρρευση του Τσαβισμού, δηλαδή του υβριδικού ιδεολογικού, πολιτικού και εγκληματικού συστήματος που οικοδομήθηκε γύρω από το Μπολιβαριανό εγχείρημα του Ούγκο Τσάβες (προκατόχου του Μαδούρο, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 1999 και πέθανε εν ενεργεία το 2013) και διατηρήθηκε μέσω πελατειακών σχέσεων, καταστολής και παράνομων χρηματοδοτήσεων, γράφει το Foreign Affairs. Το καθεστώς ποτέ δεν υπήρξε μια ενιαία δομή. Ήταν ένας συνασπισμός, συγκρατημένος από την πρόσβαση σε προσόδους και από έναν κοινό φόβο αντιποίνων. Με την αποχώρηση του Μαδούρο, αυτός ο συνασπισμός θα διασπαστεί. Όμως η διάσπαση δεν ισοδυναμεί με πολιτική μετάβαση.

Η καθοριστική μεταβλητή είναι οι ένοπλες δυνάμεις. Υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις μιας καθαρής θεσμικής ρήξης που θα υποδήλωνε μια ταχεία μεταβίβαση της εξουσίας. Πιο πιθανό είναι ένα σενάριο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, επιλεκτικών αποστασιών και τακτικής αναμονής. Ορισμένοι διοικητές θα επιδιώξουν συμβιβασμό με όποια αρχή αναδειχθεί. Άλλοι θα οχυρωθούν, ποντάροντας στο ότι η αβεβαιότητα λειτουργεί υπέρ τους. Οι πολιτικοί παράγοντες εκτός στρατού -κυβερνήτες, κομματικά στελέχη, οικονομικοί μεσάζοντες- θα ακολουθήσουν τον ίδιο υπολογισμό.

Το σύνταγμα της Βενεζουέλας προσφέρει έναν στενό και αμφισβητούμενο δρόμο προς τα εμπρός. Προβλέπει τη διεξαγωγή νέων εκλογών εντός 30 ημερών έπειτα από κενό στην προεδρία, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας του Ιουλίου 2024, τα οποία ο Μαδούρο αρνήθηκε να αποδεχθεί, μιας ψηφοφορίας που οδήγησε σε καθαρή νίκη της αντιπολίτευσης με υποψήφιο τον Εντμούντο Γκονσάλες, πρώην διπλωμάτη που επελέγη να κατέβει στη θέση της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης, Μαρία Κορίνα Μασάδο. Μια νίκη που αναγνωρίστηκε ευρέως στο εξωτερικό, αλλά ποτέ δεν επιβλήθηκε στο εσωτερικό. Η ένταση ανάμεσα στη συνταγματική διαδικασία και την πολιτική πραγματικότητα αποτυπώνει την κεντρική πρόκληση που έρχεται: η νομιμότητα από μόνη της δεν αρκεί για να επιλύσει τη μετάβαση χωρίς επιβολή και συναίνεση από εκείνους που εξακολουθούν να ελέγχουν την καταναγκαστική ισχύ.

Μια ειρηνική μετάβαση παραμένει δυνατή. Θα απαιτήσει προσεκτικά κλιμακούμενη πίεση, αξιόπιστες εγγυήσεις και προθυμία να δοθεί προτεραιότητα στην επανένταξη αντί για τη γενικευμένη τιμωρία. Διαφορετικά, θα εμφανιστούν υπονομευτές: όχι μόνο ιδεολογικά σκληροπυρηνικοί, αλλά και ορθολογικοί που ενεργούν για λόγους αυτοσυντήρησης.

Την κατάσταση περιπλέκει το οικοσύστημα που άφησε πίσω του ο Μαδούρο: διακινητές, διεφθαρμένοι αξιωματούχοι, ένοπλες ομάδες, μηχανισμοί ασφαλείας. Αυτές οι οντότητες είναι βαθιά ενσωματωμένες στο κράτος και την οικονομία. Η απομάκρυνση της βιτρίνας δεν αποδομεί το σύστημα.

Διαβάστε ακόμη: Βενεζουέλα: Ρίσκο 100 δισ. η αναβίωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας

Είναι αυτός ο επόμενος πόλεμος δίχως τέλος;

Η αποτυχία θα είχε υψηλό κόστος, τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για τη Βενεζουέλα, εκτιμά στην ανάλυσή του το Foreign Affairs. Μια ταχεία αμερικανική απεμπλοκή κινδυνεύει να αφήσει τη Βενεζουέλα σε μετέωρη κατάσταση, ακυβέρνητη και ασταθή. Η υπερβολικά μακρά παραμονή ενέχει έναν διαφορετικό κίνδυνο: την εμπλοκή σε μια χαμηλής έντασης σύγκρουση που αποστραγγίζει την αμερικανική προσοχή, νομιμοποίηση και πολιτική βούληση. Αυτό είναι το παράδοξο της παρέμβασης: η ανεπαρκής εμπλοκή προσκαλεί το χάος, η υπερβολική εμπλοκή προσκαλεί το τέλμα. Το περιθώριο σφάλματος είναι μικρό και το κόστος μιας λανθασμένης εκτίμησης θα γίνει αισθητό πολύ πέρα από τα σύνορα της Βενεζουέλας.

Μια παρατεταμένη κρίση θα δημιουργούσε χώρο για πρόσθετη εξωτερική παρέμβαση. Το Ιράν και η Ρωσία έχουν επενδύσει σε δεσμούς ασφαλείας. Η Κίνα έχει ακολουθήσει ένα πιο μακρόπνοο παιχνίδι, εστιάζοντας στις υποδομές, τη χρηματοδότηση και την πρόσβαση στις αγορές. Μια βαριά αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα μπορούσε ακούσια να ενισχύσει τη θέση του Πεκίνου, ενισχύοντας την αντίληψη ότι η Ουάσινγκτον προσφέρει εξαναγκασμό, ενώ η Κίνα προσφέρει ανάπτυξη.

Εδώ ακριβώς υστερεί το «Δόγμα Donroe». Η στρατιωτική ισχύς δεν αποτελεί πλέον το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για τη διαμόρφωση εξελίξεων στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Μπορεί να ήταν τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλλαν τάξη μέσω κατοχών και διπλωματίας των κανονιοφόρων. Σήμερα όμως, ο ανταγωνισμός για επιρροή στο ημισφαίριο δεν είναι πρωτίστως στρατιωτικός. Είναι οικονομικός και τεχνολογικός. Η Κίνα το αναγνώρισε αυτό εδώ και χρόνια και ενσωματώθηκε στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τα λιμάνια, τα ηλεκτρικά δίκτυα και τις ψηφιακές υποδομές, συχνά παρεμβαίνοντας εκεί όπου η Ουάσινγκτον βασίστηκε σε κυρώσεις ή διαλέξεις. Χωρίς οικονομική συνέχεια, η στρατιωτική πρωτοκαθεδρία δεν θα εκτοπίσει την Κίνα από τη Βενεζουέλα ή την περιοχή. Θα ενθαρρύνει την εξισορρόπηση.

 

Οι περιφερειακές και παγκόσμιες αντιδράσεις στο αμερικανικό πλήγμα καθιστούν σαφή τη σημασία του τι θα ακολουθήσει. Η Βραζιλία, η Κολομβία και το Μεξικό καταδίκασαν τις αμερικανικές ενέργειες, ακόμη και καθώς πολλοί Βενεζουελάνοι γιορτάζουν ανοιχτά την απομάκρυνση του Μαδούρο. Οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις, από τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο και το Παρίσι, υπήρξαν επιφυλακτικές και όχι επικριτικές: σε γενικές γραμμές υποστηρικτικές ως προς το αποτέλεσμα, αλλά με επιφύλαξη ως προς τα μέσα και τις συνέπειες. Η στήριξη στην απομάκρυνση του Μαδούρο είναι πραγματική. Η αποδοχή του τρόπου με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαχειριστούν όσα ακολουθούν, είναι υπό όρους.

Ο ισολογισμός, και όχι το πεδίο της μάχης, θα αποδειχθεί το πιο καθοριστικό πεδίο. Και εδώ το ένστικτο του Τραμπ να ανταμείβει πολιτικούς συμμάχους ενέχει τον κίνδυνο να εκτρέψει κεφάλαια και έλεγχο μακριά από τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις που απαιτούνται για την ανοικοδόμηση της οικονομίας της Βενεζουέλας. Η χώρα έχει χάσει πάνω από τα τρία τέταρτα του ΑΕΠ της μέσα σε μια δεκαετία. Η πετρελαϊκή παραγωγή έχει καταρρεύσει, παρότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει μερικά από τα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο (τα μεγαλύτερα, σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις). Οι δημόσιες υπηρεσίες μετά βίας λειτουργούν. Καμία μετασυγκρουσιακή προσπάθεια ανάκαμψης στο ημισφαίριο δεν προσεγγίζει αυτό το μέγεθος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο έλεγχος των εσόδων από το πετρέλαιο δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ο κεντρικός παράγοντας που καθορίζει αν οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση θα μπορεί να κυβερνήσει. Αν αυτά τα έσοδα διοχετευθούν προς τα έξω, η πολιτική κυριαρχία θα είναι κενή περιεχομένου, ανεξαρτήτως εκλογών.

Ο έλεγχος του βενεζουελάνικου πετρελαίου έχει παγκόσμιες επιπτώσεις. Ακόμη και βάσει αισιόδοξων παραδοχών, η φθορά των υποδομών, οι περιορισμοί κεφαλαίων, οι αξιώσεις των πιστωτών και ο πολιτικός κίνδυνος θα επιβραδύνουν τη βραχυπρόθεσμη αύξηση της παραγωγής. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, η βενεζουελάνικη προσφορά θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά τις παγκόσμιες ισορροπίες. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ουάσινγκτον θα καθίστατο de facto συμμέτοχος στη διαμόρφωση των παγκόσμιων αγορών πετρελαίου, εντασσόμενη λειτουργικά στη λογική του ΟΠΕΚ+ χωρίς τυπική συμμετοχή.

Πρόκειται για μια ευκαιρία για τις Ηνωμένες Πολιτείες να γίνουν ανταγωνιστικές εκεί όπου διαθέτουν πραγματικά πλεονεκτήματα. Η οικονομική κρατική πολιτική -και όχι η στρατιωτική κυριαρχία- θα καθορίσει αν η επανένταξη της Βενεζουέλας θα ενισχύσει ή θα υπονομεύσει την αμερικανική επιρροή. Η σταθεροποίηση θα απαιτήσει πολύ περισσότερα από την άρση κυρώσεων. Απαιτεί ιδιωτικές επενδύσεις, αναδιάρθρωση χρέους, αποκατάσταση της ενεργειακής παραγωγής και ένταξη στις τεχνολογικές μεταβολές που αναδιαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική βρίσκονται στο κατώφλι διαρθρωτικών αλλαγών, στην τεχνητή νοημοσύνη, την υγεία, την καθαρή ενέργεια και τη προηγμένη μεταποίηση. Η Βενεζουέλα πρέπει να συμμετάσχει σε αυτό το μέλλον ή να παραμείνει παγιδευμένη στην εξόρυξη και την εξάρτηση.