Το 2026 καθίσταται όλο και πιο προφανής η ανάγκη της ΕΕ να θέσει τις προδιαγραφές και να καλύψει τις προϋποθέσεις για μια ενιαία στρατιωτική δύναμη, που θα μπορεί να λειτουργεί συντονισμένα με τις ένοπλες δυνάμεις των κρατών-μελών. Οι νέες εξαγγελίες του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, για την επιθυμία του να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, η οποία ανήκει στη Δανία, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιωσιμότητα του ΝΑΤΟ.
Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ έχουν ήδη δρομολογήσει μεγάλες αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες τους, αλλά απέχουν ακόμα από τη δημιουργία μιας ενιαίας δύναμης που θα απαντούσε αποτελεσματικότερα σε κοινές απειλές. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την Άμυνα και πρώην πρωθυπουργός της Λιθουανίας, Άντριους Κουμπίλιους, αναφέρθηκε ακριβώς σε αυτήν την ανάγκη της ΕΕ. Επέστησε, ειδικότερα, την προσοχή στη καθιέρωση μιας «μόνιμης ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης 100.000 ανδρών» ως μια πιθανή επιλογή για την καλύτερη προστασία της ηπείρου. «Πώς θα αντικαταστήσουμε την αμερικανική δύναμη των 100.000 ανδρών, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των ενόπλων δυνάμεων στην Ευρώπη;» δήλωσε σε ομιλία του στο πλαίσιο διάσκεψης για την ασφάλεια που πραγματοποιήθηκε στη Σουηδία.
Οι ΗΠΑ, υπό τη συγκεκριμένη κυβέρνηση των Ρεπουμπλικάνων, δεν αποστασιοποιούνται απλά από τις δεσμεύσεις για τη συλλογική ασφάλεια των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, αλλά ξεκαθαρίζουν πως δεν προβληματίζονται και τόσο για τις επιταγές του διεθνούς δικαίου. Η απαγωγή του δικτάτορα της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, από την κατοικία τους στο Καράκας στις 3 Ιανουαρίου και οι απειλές για πλήγματα στο Ιράν την ώρα που το καθεστώς των μουλάδων επιχειρεί την αιματηρή καταστολή των διαδηλωτών, καταδεικνύουν πως το βασικό εργαλείο της κυβέρνησης Τραμπ στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής είναι η επίδειξη ισχύος.
Από την αρχή της δεύτερης προεδρικής θητείας του πέρυσι, ο Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι οι ΗΠΑ δεν θα παίξουν άλλο τον ρόλο του εγγυητή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ασκώντας πιέσεις στις κυβερνήσεις της ΕΕ να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους στο 5% του ΑΕΠ τους. Προ ημερών, ο Τραμπ επανέλαβε πως οι ΗΠΑ θα καταλάβουν τη Γροιλανδία «με τον έναν ή άλλο τρόπο» και χλεύασε την άμυνα της, παρομοιάζοντάς την με «δύο έλκηθρα με σκύλους». Ο Κουμπίλιους συμφώνησε με πρόσφατη τοποθέτηση της πρωθυπουργού της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, ότι οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια των ΗΠΑ κατά της Γροιλανδίας θα συνιστούσε ουσιαστικά το τέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και της μεταπολεμικής τάξης ασφαλείας που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μπαράζ επενδύσεων στην ευρωπαϊκή άμυνα
Ο Ευρωπαίος επίτροπος άμυνας αναφέρθηκε σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Politico, όπου το 70% των πολιτών στη Γερμανία, την Ισπανία και στο Βέλγιο θα προτιμούσαν έναν ευρωπαϊκό στρατό αντί των εθνικών ενόπλων δυνάμεων ή το ΝΑΤΟ. Ζητήματα, όμως, εθνικής κυριαρχίας περιέπλεκαν πάντα τον συντονισμό των ενόπλων δυνάμεων της ΕΕ.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, όμως, η ΕΕ εντατικοποίησε τις προσπάθειες για την κοινή ενίσχυση της άμυνας των κρατών-μελών. Η έγκριση της Στρατηγικής Πυξίδας, ένα σχέδιο για την ασφάλεια και την άμυνα που αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2030, και πρωτοβουλίες για τη στήριξη του Κιέβου και την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη (European Peace Facility – EPF), το πλαίσιο SAFE με άμεσα δάνεια 150 δισ. ευρώ και το πρόγραμμα ReArm Europe για την κινητοποίηση 800 δισ. ευρώ, αντανακλούν την αφύπνιση της Ευρώπης σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Σε μεμονωμένη βάση, τα κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 30% μεταξύ του 2021 και του 2024, φτάνοντας στο ποσό-ρεκόρ των 326 δισ. ευρώ. Μετά από δημοψήφισμα το 2022, η Δανία προέβη επίσης σε μια ιστορική κίνηση, προσχωρώντας στην ΚΠΑΑ (Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας) που χαράχθηκε το 1998. Έτσι, τερμάτισε την εξαίρεση (opt-out) 30 ετών, ενισχύοντας τον ρόλο της ΕΕ στην ασφάλεια της Ευρώπης. Όμως, η ΚΠΑΑ δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στην ΕΕ λόγω πολιτικών εμποδίων, που πηγάζουν από τη δεκαετία του 1950.
Γιατί η Ευρώπη διστάζει για τον ευρωστρατό
Η πιο σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού Στρατού» έγινε το 1952 με την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (ΕΑΚ). Αν και υπογράφηκε από έξι χώρες, το σχέδιο κατέρρευσε το 1954 όταν η Γαλλική Εθνοσυνέλευση αρνήθηκε να το επικυρώσει, φοβούμενη την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας και την επανεκπαίδευση των γερμανικών στρατευμάτων. Αυτή η αποτυχία «πάγωσε» κάθε συζήτηση για κοινή άμυνα για σχεδόν 40 χρόνια.
Έπειτα κάθε κράτος-μέλος έχει τις δικές του προτεραιότητες. Οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία εστιάζουν στην απειλή από τη Ρωσία. Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν απέναντι τους την Τουρκία, η οποία ανοικτά διεκδικεί επέκταση της κυριαρχίας της στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι χώρες-μέλη του ευρωπαϊκού Νότου, ειδικότερα η Ισπανία και η Ιταλία, επιθυμούν τη θωράκιση τους από τα κύματα μετανάστευσης και την αστάθεια στην Αφρική.
Η έννοια του ευρωπαϊκού στρατού είχε επίσης συζητηθεί από την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, τον Εμανουέλ Μακρόν και τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Νοέμβριο του 2010. Αναλυτές επισημαίνουν ότι σήμερα οι στρατοί της ΕΕ είναι πιο συντονισμένοι από ποτέ σε επίπεδο τεχνολογίας, εκπαίδευσης και logistics, αλλά παραμένουν μια «συμμαχία εθνικών στρατών» και όχι μια ενιαία στρατιωτική δύναμη.
Σύμφωνα με τον Κουμπίλιους, είναι πλέον καιρός να προκληθεί «ένα διανοητικό big bang» για τη λήψη τολμηρών αποφάσεων, ικανών να διασφαλίσουν την ικανότητα της ΕΕ να αμυνθεί μόνη της. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα είναι δύσκολη, δεδομένου του αντιευρωπαϊκού κλίματος που καλλιεργείται από τα ακροδεξιά και φιλορωσικά κόμματα στην Ευρώπη, με τη στενότερη συνεργασία των αμυντικών βιομηχανιών και την εμβάθυνση του συντονισμού των ενόπλων δυνάμεων να είναι λιγότερο φιλόδοξοι αλλά πιο ρεαλιστικοί στόχοι σε αυτήν τη φάση.