Η παγκόσμια οικονομία στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στο κράτος και στο δημόσιο χρέος. Σε μια περίοδο γεμάτη αλλεπάλληλα σοκ, γεωπολιτική αστάθεια και δομικές αδυναμίες, οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο εγκαταλείπουν τη δημοσιονομική εγκράτεια και επιλέγουν μεγάλα πακέτα δαπανών, χρηματοδοτούμενα από διογκούμενα ελλείμματα. Η ανάπτυξη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, έρχεται πια κυρίως από τα δημόσια ταμεία.
Όπως γράφει η Wall Street Journal, από την Ευρώπη που παλεύει με χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία, όπου πολυτρισεκατομμυριακές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη τροφοδοτούν τη ζήτηση, το κύμα κρατικών δαπανών αναμένεται να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να επιταχυνθεί κοντά στο 3% σε ετήσια βάση τους επόμενους έξι μήνες, ως αποτέλεσμα αυτής της δημοσιονομικής ώθησης.
Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι πρόκειται για μια επικίνδυνη στρατηγική, ειδικά σε μια συγκυρία χαμηλής ανεργίας και υψηλότερων επιτοκίων.
Οι αγορές αρχίζουν να ανησυχούν
Τα πρώτα σημάδια έντασης εμφανίζονται ήδη στις αγορές ομολόγων. Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων εκτινάχθηκαν σε ιστορικά υψηλά, μετά την ανακοίνωση της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι για αύξηση των δημοσίων δαπανών και μείωση του φόρου κατανάλωσης ενόψει πρόωρων εκλογών. Η αναταραχή δεν έμεινε εντός συνόρων, αλλά επεκτάθηκε διεθνώς, πιέζοντας ανοδικά και τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων.
Για ορισμένους αναλυτές, πρόκειται για ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα. Οι αυξανόμενες αποδόσεις αντανακλούν βαθύτερες αδυναμίες στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως η υποτονική ιδιωτική ζήτηση και η χαμηλή παραγωγικότητα. Σε αυτό το περιβάλλον, η εξάρτηση από το κράτος για τη στήριξη της ανάπτυξης γίνεται ολοένα πιο έντονη. Η Ευρώπη εμφανίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη, καθώς διαθέτει περιορισμένες πηγές ανάπτυξης πέρα από τη δημοσιονομική επέκταση. Οι εμπορικές εντάσεις και η αβεβαιότητα που προκαλεί η πολιτική των ΗΠΑ επιβαρύνουν περαιτέρω το ήδη εύθραυστο οικονομικό κλίμα.
Η δημοσιονομική ώθηση στις μεγάλες οικονομίες
Στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη και την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου αντίστοιχα, η δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να προσθέσει περίπου μία ποσοστιαία μονάδα στην οικονομική ανάπτυξη φέτος. Στην Ιαπωνία, η επίδραση εκτιμάται γύρω στο μισό της μονάδας. Την ίδια ώρα, η Κίνα προβλέπεται να καταγράψει συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 9% του ΑΕΠ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον αναμενόμενο ρυθμό ανάπτυξής της.
Οι τεράστιες αυτές ροές κρατικού χρήματος αποσκοπούν στην αντιμετώπιση πολλαπλών προκλήσεων. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να στηρίξουν επιχειρήσεις που απειλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη, τους εμπορικούς δασμούς των ΗΠΑ και τις επιδοτούμενες κινεζικές εξαγωγές. Παράλληλα, αυξάνονται οι δαπάνες για επανεξοπλισμό σε έναν πιο ασταθή κόσμο, για τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας και για τη φροντίδα ταχέως γηράσκοντων πληθυσμών.
Ελλείμματα αντί για φόρους
Σε παλαιότερες εποχές, τέτοιες ανάγκες θα οδηγούσαν σε αυξήσεις φόρων. Σήμερα, όμως, οι πολιτικοί διστάζουν να μεταφέρουν το κόστος στους ψηφοφόρους. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις ανεπτυγμένες οικονομίες διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στο 4,6% πέρυσι, από 2,6% πριν από μία δεκαετία, ενώ στις αναδυόμενες αγορές έφτασαν το 6,3%.
Στις ΗΠΑ, το έλλειμμα που αναμένεται να φτάσει περίπου το 6% του ΑΕΠ αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την προσπάθεια διατήρησης χαμηλών φορολογικών συντελεστών. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η αμερικανική οικονομία θα αναπτυχθεί ταχύτερα φέτος, καθώς οι φοροελαφρύνσεις αντισταθμίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις από τους δασμούς.
Στη Γερμανία, ένα τεράστιο πακέτο δαπανών για άμυνα και υποδομές αναμένεται να στηρίξει την ανάπτυξη, αν και οι φόροι βρίσκονται ήδη σε υψηλά επίπεδα και περαιτέρω αυξήσεις θεωρούνται πολιτικά και οικονομικά δύσκολες. Παρά το σχετικά χαμηλό δημόσιο χρέος της, η Γερμανία αποτελεί μάλλον εξαίρεση σε μια παγκόσμια τάση αυξανόμενης υπερχρέωσης.
Το βάρος του χρέους επιστρέφει
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το δημόσιο χρέος, αφού εκτινάχθηκε κατά την πανδημία και υποχώρησε προσωρινά ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να ξεπεράσει το 100% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής έως το 2029, το υψηλότερο επίπεδο από το 1948.
Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει επαναληφθεί μια κρίση εμπιστοσύνης αντίστοιχη με εκείνη της ευρωζώνης το 2010, τα παραδείγματα δεν λείπουν. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι αγορές αντέδρασαν έντονα στις προτάσεις της κυβέρνησης Τρας για ακάλυπτες φοροελαφρύνσεις το 2022, οδηγώντας τελικά στην παραίτησή της. Στη Γαλλία, οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια εν μέσω δυσκολιών στη ψήφιση προϋπολογισμών.
Παρά ταύτα, πολλοί κυβερνώντες θεωρούν ότι έχουν μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η εμπειρία της πανδημίας έδειξε ότι η εκτίναξη των δαπανών δεν οδήγησε άμεσα σε δημοσιονομική κατάρρευση, ενώ ο υψηλός πληθωρισμός βοήθησε προσωρινά στη μείωση του πραγματικού βάρους του χρέους.
Γεωπολιτική, άμυνα και πολιτικός φόβος
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία επιτάχυνε μια παγκόσμια στροφή προς αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες. Στον Καναδά, εγκρίθηκε πακέτο νέων δαπανών ύψους περίπου 100 δισ. δολαρίων για τα επόμενα πέντε χρόνια, με στόχο την ενίσχυση της οικονομίας και τη μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Στην Ιαπωνία, ανακοινώθηκε δημοσιονομική τόνωση ίση με σχεδόν 3% του ΑΕΠ για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους ζωής και την ενίσχυση επενδύσεων και άμυνας.
Ακόμη και στην Ευρώπη, κόμματα που παραδοσιακά υποστήριζαν τη δημοσιονομική πειθαρχία υιοθετούν πλέον πιο επεκτατικές θέσεις, υποσχόμενα αυξημένες κοινωνικές δαπάνες και συντάξεις.
Πόσο βιώσιμη είναι αυτή η πορεία;
Παρά την έως τώρα ανοχή των αγορών, οι κίνδυνοι παραμένουν. Τα υψηλότερα επιτόκια έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Στις ΗΠΑ, οι πληρωμές τόκων υπερδιπλασιάστηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια, ενώ ανάλογες τάσεις καταγράφονται στη Γερμανία και την Ιαπωνία.
Ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι αργά ή γρήγορα, οι κυβερνήσεις θα αναγκαστούν να αυξήσουν φόρους ή να περιορίσουν δαπάνες, είτε λόγω απώλειας εμπιστοσύνης των επενδυτών είτε λόγω αμφισβήτησης των μακροπρόθεσμων οφελών από την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε, η εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το δημόσιο χρέος θα δοκιμαστεί σοβαρά.