Κούβα κατά ΗΠΑ για το πετρέλαιο & χαλάρωση κυρώσεων Τραμπ στη Βενεζουέλα

Η Κούβα χαρακτηρίζει «βάρβαρη πράξη επίθεσης» την απειλή Τραμπ για τις πωλήσεις πετρελαίου. Οι ΗΠΑ αίρουν ορισμένες κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας για διευκόλυνση εταιρειών

Πετρέλαιο © Freepik

Η Κούβα χαρακτήρισε «βάρβαρη πράξη επίθεσης» την υπογραφή από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εκτελεστικού διατάγματος με το οποίο απειλεί πως στο εξής θα προχωρά στην επιβολή τιμωρητικών δασμών σε οποιαδήποτε χώρα προμηθεύει με πετρέλαιο τη νήσο υπό κομμουνιστική κυβέρνηση. Παράλληλα οι κυβέρνηση των ΗΠΑ αίρει ορισμένες κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας προκειμένου να διευκολύνει τις αμερικανικές εταιρείες να εμπορεύονται το αργό πετρέλαιο της χώρας,

«Καταγγέλλουμε σε όλο τον κόσμο αυτή τη βάρβαρη πράξη επίθεσης εναντίον της Κούβας και του λαού της, που υπομένει για πάνω από 65 χρόνια τον πιο μακρό και απάνθρωπο οικονομικό αποκλεισμό που επιβλήθηκε ποτέ σ’ ένα ολόκληρο έθνος», καθώς σημαίνει πως ο κόσμος στη χώρα της Καραϊβικής στο εξής θα «υποχρεωθεί να υποστεί ακραίες συνθήκες ζωής», υπογράμμισε μέσω X ο κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροδρίγκες.

Ανέφερε ότι «καταδικάζουμε τη νέα κλιμάκωση» που βασίστηκε όπως τόνισε σε «μακρύ κατάλογο ψεμάτων, που έχει σκοπό να παρουσιαστεί η Κούβα ως απειλή που δεν είναι».

Ο ρεπουμπλικάνος μεγιστάνας, αποφασισμένος να συνεχίσει την εκστρατεία μέγιστης πίεσης που ασκεί στην Αβάνα, υπέγραψε νωρίτερα προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο επισείει την απειλή ότι οι ΗΠΑ «μπορεί» να προχωρούν στην επιβολή επιπρόσθετων τελωνειακών δασμών ύψους που δεν διευκρινίζεται σε χώρες που πωλούν πετρέλαιο στην Κούβα.

«Επιπρόσθετος τελωνειακός δασμός ad valorem μπορεί να επιβάλλεται σε εισαγόμενα αγαθά που παράγονται από οποιαδήποτε χώρα πουλάει άμεσα ή έμμεσα ή παραδίδει πετρέλαιο στην Κούβα», αναφέρει το κείμενο του εκτελεστικού διατάγματος, που δημοσιοποιήθηκε από τον Λευκό Οίκο. Ο όρος ad valorem («ανάλογα με την αξία» στα λατινικά) σημαίνει ότι οι επιπλέον δασμοί θα είναι κυμαινόμενοι και θα υπολογίζονται ανάλογα με τις εκτιμώμενες τιμές πώλησης των αγαθών.

Η απόφαση βασίστηκε στην ανακήρυξη από τον Ντόναλντ Τραμπ κατάστασης «έκτακτης ανάγκης» εξαιτίας της «εξαιρετικής απειλής» που εγείρει η Κούβα για την αμερικανική «εθνική ασφάλεια», αναφέρει το διάταγμα.

Η Ουάσιγκτον προσάπτει στην κουβανική κυβέρνηση ότι «ευθυγραμμίζεται να υποστηρίζει χώρες, διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις και παράγοντες εχθρικούς έναντι των ΗΠΑ», όπως η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Χαμάς, η Χεζμπολά, ότι «αποσταθεροποιεί την περιοχή μέσω της μετανάστευσης και της βίας», ότι «διαδίδει τις κομμουνιστικές ιδέες της, τα προγράμματά της και της πρακτικές της».

«Η μοναδική απειλή για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα της περιοχής, και η μοναδική κακόβουλη επιρροή, είναι αυτή (…) της κυβέρνησης των ΗΠΑ εναντίον των εθνών και των λαών της Αμερικής μας», ανέτεινε ο Μπρούνο Ροδρίγκες καταγγέλλοντας τον «εκβιασμό» και τον «εξαναγκασμό» στον οποίο επιδίδεται η Ουάσιγκτον.

Ο αμερικανός πρόεδρος διεμήνυσε πρόσφατα στην Αβάνα ότι δεν θα λαμβάνει πλέον «καθόλου πετρέλαιο» από τη Βενεζουέλα αν δεν κλειστεί «συμφωνία» μαζί του.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έθεσε υπό αμερικανικό έλεγχο τον αμερικανικό τομέα της Βενεζουέλας, που ήταν τα χρόνια του 2000 ο κυριότερος προμηθευτής αργού της Κούβας, συμμάχου της.

Η νέα απειλή του προέδρου των ΗΠΑ διατυπώθηκε καθώς η Κούβα βρισκόταν σε επισφαλή ενεργειακή κατάσταση.

Η νήσος, στην οποία έχει επιβληθεί αμερικανικό εμπάργκο από το 1962, αντιμετωπίζει κατά τα τελευταία τρία χρόνια μεγάλες ελλείψεις καυσίμων, που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην παραγωγή ηλεκτρισμού.

Το Μεξικό συγκαταλέγεται στις χώρες που παραδίδουν ακόμη πετρέλαιο στην Κούβα.

Πετρέλαιο: Οι ΗΠΑ αίρουν ορισμένες κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας

Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ήρε την Πέμπτη μέρος των κυρώσεων στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, προκειμένου να διευκολύνει τις αμερικανικές εταιρείες να εμπορεύονται το αργό πετρέλαιο της χώρας, ενώ ανακοίνωσε ότι σύντομα θα ακολουθήσει περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών.

Η κίνηση του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών επιτρέπει στις αμερικανικές εταιρείες να αγοράζουν, να πωλούν, να μεταφέρουν, να αποθηκεύουν και να διυλίζουν βενεζουελάνικο αργό πετρέλαιο, χωρίς ωστόσο να αίρει τις υφιστάμενες κυρώσεις στην παραγωγή.

Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε σύμφωνα με το Reuters, ότι το μέτρο «θα βοηθήσει στη διοχέτευση της υφιστάμενης παραγωγής» από τη Βενεζουέλα και ότι σύντομα θα υπάρξουν νέες ανακοινώσεις για περαιτέρω άρση κυρώσεων.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να ελέγχουν επ’ αόριστον τις πωλήσεις και τα έσοδα από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, μετά τη σύλληψη του ηγέτη της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, από αμερικανικές δυνάμεις σε επιχείρηση στο Καράκας στις 3 Ιανουαρίου.

Έχει επίσης αναφέρει ότι επιθυμεί αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν τελικά 100 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση της παραγωγής της χώρας-μέλους του OPEC στα ιστορικά υψηλά της, ύστερα από χρόνια υποεπένδυσης και κακοδιαχείρισης.

Στο μεταξύ, Ουάσιγκτον και Καράκας έχουν ήδη συμφωνήσει σε μια αρχική συμφωνία πώλησης 50 εκατ. βαρελιών βενεζουελάνικου αργού, με τις ευρωπαϊκές εμπορικές εταιρείες Vitol και Trafigura να αναλαμβάνουν τη διάθεσή τους.

Η νέα άδεια του υπουργείου Οικονομικών, γνωστή ως γενική άδεια, ανοίγει το εμπόριο πετρελαίου της Βενεζουέλας και σε επιπλέον εταιρείες, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για αμερικανικές επιχειρήσεις.

Επιτρέπει συναλλαγές με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας και την κρατική πετρελαϊκή PDVSA που αφορούν «την άντληση, εξαγωγή, επανεξαγωγή, πώληση, μεταπώληση, προμήθεια, αποθήκευση, εμπορία, αγορά, παράδοση ή μεταφορά πετρελαίου βενεζουελάνικης προέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της διύλισής του, από καθιερωμένη αμερικανική εταιρεία».

Αποκλείει ρητά εταιρείες και πρόσωπα από ανταγωνιστικές χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και η Ρωσία.

Κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, το υπουργείο Οικονομικών είχε επιβάλει κυρώσεις σε ολόκληρο τον ενεργειακό τομέα της Βενεζουέλας το 2019, μετά την πρώτη επανεκλογή του Μαδούρο, την οποία η Ουάσιγκτον δεν αναγνώρισε.

Η νέα άδεια δεν επιτρέπει όρους πληρωμής που δεν θεωρούνται εμπορικά εύλογοι, ούτε συναλλαγές που περιλαμβάνουν ανταλλαγή χρέους, πληρωμές σε χρυσό ή συναλλαγές σε ψηφιακά νομίσματα.

«America First»

Πετρελαϊκές εταιρείες όπως η Chevron, η Repsol και η ENI, ο όμιλος διύλισης Reliance Industries, καθώς και ορισμένοι αμερικανικοί πάροχοι υπηρεσιών στον πετρελαϊκό τομέα, είχαν ζητήσει τις τελευταίες εβδομάδες άδειες για να επεκτείνουν την παραγωγή ή τις εξαγωγές από τη χώρα-μέλος του OPEC.

Η αύξηση της παραγωγής θα απαιτήσει επιπλέον εγκρίσεις από τις ΗΠΑ.

Ο Τζέρεμι Πάνερ, δικηγόρος της Hughes Hubbard & Reed και πρώην ερευνητής κυρώσεων του OFAC, δήλωσε ότι η άδεια είναι ευρεία, καθώς καλύπτει πολλές δραστηριότητες, όπως διύλιση, μεταφορά και άντληση πετρελαίου, αλλά ταυτόχρονα περιορισμένη, καθώς αφορά αποκλειστικά αμερικανικές εταιρείες.

Ο Κέβιν Μπουκ, αναλυτής της ClearView Energy Partners, ανέφερε ότι η άδεια παρέχει σαφήνεια για τις αμερικανικές εταιρείες, διατηρώντας παράλληλα την πρακτική της εξέτασης κατά περίπτωση για τις μη αμερικανικές.

«Με λίγα λόγια, φαίνεται να προσφέρει χαλάρωση κυρώσεων με λογική “America First – οι άλλοι να ζητήσουν άδεια”», είπε.

Ο μεγάλος αριθμός ατομικών αιτημάτων προς την αμερικανική κυβέρνηση είχε καθυστερήσει την πρόοδο των σχεδίων για αύξηση των εξαγωγών και την ταχεία προσέλκυση επενδύσεων στη Βενεζουέλα, σύμφωνα με δύο πηγές.

Η νέα άδεια του OFAC συνέπεσε με την έγκριση από τη βενεζουελάνικη Βουλή αναθεωρημένης μεταρρύθμισης του βασικού νόμου για το πετρέλαιο, η οποία αναμένεται να παραχωρήσει μεγαλύτερη αυτονομία στους ιδιώτες παραγωγούς σε κοινοπραξίες ή μέσω νέων συμβολαίων για τη λειτουργία έργων και την εμπορική αξιοποίηση της παραγωγής.

Η μεταρρύθμιση θεσμοθετεί επίσης μοντέλο επιμερισμού της παραγωγής, το οποίο είχε εισαγάγει αρχικά ο Μαδούρο και διαπραγματεύτηκε τα τελευταία χρόνια με λιγότερο γνωστές ενεργειακές εταιρείες.

Ο Φρανσίσκο Μονάλντι, διευθυντής του Προγράμματος Ενέργειας Λατινικής Αμερικής στο Ινστιτούτο Baker του Πανεπιστημίου Rice στο Χιούστον, δήλωσε ότι αναρωτιέται κατά πόσο ο αποκλεισμός ρωσικών και κινεζικών εταιρειών θα δυσκολέψει τη λειτουργία ή την εμπορία πετρελαίου της PDVSA από αυτά τα κοινοπρακτικά σχήματα, τα οποία, όπως είπε, αντιστοιχούν στο 22% της συνολικής παραγωγής.