Η ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η δεύτερη μεγαλύτερη για τις παγκόσμιες εισαγωγές, δηλαδή το άθροισμα των εισαγωγών όλων των κρατών στον κόσμο. Παρά, όμως, την εμπορική ισχύ της ΕΕ στο διεθνές στερέωμα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σπεύδουν να κατοχυρώσουν τη θέση τους σε ένα άστατο γεωπολιτικό περιβάλλον. Ο εμπορικός πόλεμος που έχει κηρύξει ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, σε δεκάδες χώρες ανά τον κόσμο και κυρίως η εκμετάλλευση των δασμών για να αποσπάσει μέχρι και εδαφικά ανταλλάγματα, όπως έδειξε η κρίση της Γροιλανδίας, αναγκάζει τα κράτη-μέλη της ΕΕ να επιδιώξουν τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με άλλα κράτη.
Μετά την Ινδία, η ΕΕ φαίνεται να εξετάζει την εμβάθυνση της εμπορικής συνεργασίας με τα κράτη της Προοδευτικής Συμφωνίας για τη Σύμπραξη των Χωρών του Ειρηνικού (CPTPP), σύμφωνα με την Deutsche Welle. Συν τοις άλλοις, η εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Βρετανίας, γνωστή ως Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας (TCA), βρίσκεται σε φάση προετοιμασίας για την πρώτη μεγάλη αναθεώρησή της το 2026. Ενώ η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2021, εξασφαλίζοντας μηδενικούς δασμούς και ποσοστώσεις για τα περισσότερα αγαθά, οι δύο πλευρές εργάζονται για τη βελτίωση των όρων, ειδικά μετά τις πρόσφατες πρωτοβουλίες για “reset” (επανεκκίνηση) των σχέσεων.
Η εμπορική συμφωνία της ΕΕ με την Ινδία ήδη δημιουργεί μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ 2 δισ. ανθρώπων. Στο επίκεντρο αυτής της συμφωνίας βρίσκεται μια εκτεταμένη μείωση των δασμών την ώρα που οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ φορολογούνται με 15% και της Ινδίας με 50% λόγω αποφάσεων της κυβέρνησης Τραμπ. Μέσα στα επόμενα επτά με δέκα έτη, η Ινδία θα ματαιώσει σταδιακά δασμούς 96,6% στις εισαγωγές από την ΕΕ και η ΕΕ θα καταργήσει, αντίστοιχα, το 99,5% των δασμών στα ινδικά προϊόντα. Τα οφέλη αναμένονται σημαντικά καθώς δεν είναι αμελητέες οι περσινές εξαγωγές της ΕΕ προς την Ινδία. Το 2024 διαμορφώθηκαν στα 75 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου τα 48,8 δισ. ευρώ αφορούσαν αγαθά. Αν και οι ΗΠΑ παραμένουν η μεγαλύτερη αγορά για τα ευρωπαϊκά προϊόντα, με τις εξαγωγές να υπερβαίνουν τα 532 δισ. ευρώ, η διαφοροποίηση των εμπορικών ροών είναι πολύτιμη σε περιόδους αστάθειας.
Όπως επισημαίνει ο Γκεγκόρ Ρος, διευθυντής των Προγραμμάτων Ευρώπης-Ρωσίας και Ευρασίας στο ερευνητικό ινστιτούτο Chatam House. «Η διαφοροποίηση των εξαγωγικών αγορών είναι κεντρικής σημασίας. Οι ΗΠΑ και η Κίνα αντιπροσωπεύουν μαζί περίπου το ένα τρίτο του εξωτερικού εμπορίου αγαθών της ΕΕ, ενισχύοντας την έκθεση του μπλοκ σε εμπορικές διαφορές». Σε αυτό το πλαίσιο, μια νέα εμπορική συμφωνία ΕΕ-Ινδίας είναι σημαντική. Η ΕΕ αντιπροσωπεύει ήδη περίπου το 11% του εμπορίου της Ινδίας, ενώ η Ινδία παραμένει ένας σχετικά μικρός προορισμός για τις εξαγωγές της ΕΕ – γεγονός που υποδηλώνει σημαντικές ανεκμετάλλευτες δυνατότητες. Δομικά, αυτή η διαφοροποίηση αποδυναμώνει την έκθεση της Ευρώπης στον διπολισμό ΗΠΑ-Κίνας, αντί να επιχειρεί να τον αντισταθμίσει άμεσα.
Ωστόσο, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παραπέμψει τη συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με τις χώρες της Mercosur στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν βοηθά την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της ΕΕ. Σε ανάλυση του Centre of Eastern Studies, το ερευνητικό κέντρο με έδρα το Ελσίνκι, τονίζεται ότι η άρνηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να επικυρώσει την εμπορική συμφωνία ΕΕ-Mercosur θεωρείται μείζον πρόβλημα. Ουσιαστικά «παγώνει» μια συμφωνία που προετοιμαζόταν επί 25 χρόνια, απειλεί να πλήξει περαιτέρω τις σχέσεις με τους Νοτιοαμερικανούς εταίρους και αναδεικνύει τις βαθιές διαιρέσεις εντός της ΕΕ σχετικά με τις οικονομικές, περιβαλλοντικές και γεωργικές πολιτικές. Η ψηφοφορία της 21ης Ιανουαρίου 2026 για την παραπομπή της συμφωνίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) για έλεγχο νομιμότητας, θα μπορούσε να αναστείλει κάθε πρόοδο για έως και δύο χρόνια.
Στροφή ΕΕ προς Ασία και Ειρηνικό
Η ΕΕ, ωστόσο, δεν είναι αδρανής. Έχει συνάψει προνομιακές εμπορικές συμφωνίες με 75 χώρες τα προηγούμενα χρόνια. Πέρσι ανανέωσε την εμπορική συμφωνία με το Μεξικό ενώ ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων με την Ινδονησία. Υπό διαπραγμάτευση βρίσκονται ακόμα συμφωνίες με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τις Φιλιππίνες και τη Μαλαισία. Επιχειρείται, παράλληλα, μια επαναπροσέγγιση στις χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού. Όπως τονίζεται από το European Union Institute for Security Studies, το εμπόριο της ΕΕ με τις αναδυόμενες αγορές της Ασίας ήταν προ 20ετίας υπερδιπλάσιο σε σχέση με τις αντίστοιχες συναλλαγές της Κίνας. Σήμερα, ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών της Κίνας με την υπόλοιπη περιοχή της Ασίας είναι σχεδόν τετραπλάσιος συγκριτικά με την ΕΕ.
Η ΕΕ έχει θέσει στο στόχαστρο τις χώρες που συνθέτουν την CPTPP, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ, με την συνολική αξία του ΑΕΠ τους να φτάνει τα 12 τρισ. στερλίνες, όπως είχε επισημανθεί από την techUK. Πρόκειται για τη Αυστραλία, το Μπρουνέι, τον Καναδά, τη Χιλή, την Ιαπωνία, τη Μαλαισία, το Μεξικό, τη Νέα Ζηλανδία, το Περού, τη Σιγκαπούρη, το Βιετνάμ και τη Βρετανία, η οποία προσχώρησε στις 15 Δεκεμβρίου 2024, αποτελώντας την πρώτη ευρωπαϊκή χώρα. Η Βρετανία είναι, μάλιστα, η 2η μεγαλύτερη οικονομία της CPTPP, μετά την Ιαπωνία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μπάρακ Ομπάμα στη δεύτερη θητεία του επιδίωκε την ένταξη των ΗΠΑ στην TPP, την αρχική εκδοχή της CPTPP που ήταν γνωστή ως η Συμφωνία των Δυο Πλευρών του Ειρηνικού. Αν και υπέγραψε τον Φεβρουάριο του 2016, η συμφωνία δεν επικυρώθηκε ποτέ από το Κογκρέσο και έπειτα ο Τραμπ που κέρδισε τις επόμενες εκλογές απέσυρε τις ΗΠΑ από την TPP. Ο Ομπάμα θεωρούσε πως η ΤΡΡ θα αποτελούσε ανάχωμα στην εμπορική επέκταση της Κίνας αλλά ο Τραμπ έκρινε πως αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή δασμών. Στη δεύτερη θητεία του, η οποία ξεκίνησε προ ενός έτους, ο Τραμπ έχει κηρύξει εμπορικό πόλεμο ακόμη και στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Σε αυτήν τη φάση, η ΕΕ εξερευνά τη δημιουργία στενότερων οικονομικών σχέσεων με την CPTPP μέσα από τον Εμπορικό και Επενδυτικό Διάλογο που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025 και επικεντρώνεται στο ψηφιακό εμπόριο, την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη μεταρρύθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Αναλυτές, ωστόσο, τονίζουν ότι η ΕΕ θα πρέπει να γίνει πιο τολμηρή στη διαφοροποίηση των εμπορικών εταίρων της καθώς η διεθνής κοινότητα κλονίζεται από την κυβέρνηση Τραμπ που μετατρέπει τις ΗΠΑ σε ηγεμονική δύναμη. Όπως είχε πει ο πρόεδρος της Γαλλίας, Σαρλ ντε Γκολ το 1962, «η Ευρώπη πρέπει να οργανωθεί με τρόπο που να μην εξαρτάται από κανέναν». Στις πρόσφατες εκτενείς εκθέσεις τους, ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι και ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα τονίζουν την ανάγκη για να εξελιχθεί η ΕΕ σε μια ενιαία υπερδύναμη στη διεθνή κοινότητα. Αναμφίβολα σε εμπορικές συμφωνίες της κλίμακας της Mercosur περιλαμβάνονται και μειονεκτήματα αλλά η ΕΕ δεν μπορεί πια να στηρίζεται στις ΗΠΑ.