Πάνω από 30 ανώτατοι στρατηγοί και ναύαρχοι έχουν απομακρυνθεί από τον κινεζικό στρατό κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας. Είναι μια από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις των ενόπλων δυνάμεων στην ισχυρότερη χώρα του αναπτυσσόμενου κόσμου. Ένα από τα τελευταία περιστατικά αφορά την απομάκρυνση του στρατηγού Ζανγκ Γιουσία, επειδή θεωρείται ότι διέρρευσε πληροφορίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Κίνας. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες είναι διαφθορά ή σοβαρή παραβίαση καθηκόντων. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να επηρεάζουν απευθείας την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή (CMC), όπου προεδρεύει ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, με τους αναλυτές να τονίζουν πως έτσι μπορεί να ασκείται μεγαλύτερος πολιτικός έλεγχος.
Παράλληλα, όμως, δημιουργούνται κενά σε βασικές λειτουργίες του 2ου μεγαλύτεροι στρατού στον κόσμο, διότι μαζί με την απομάκρυνση υψηλόβαθμων στελεχών, έχουν καθαιρεθεί δεκάδες μεσαία στελέχη, με τις ελλείψεις να γίνονται αισθητές στην Δύναμη Πυραύλων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLARF), δηλαδή του τομέα πυραύλων εδάφους, και του Τμήματος Ανάπτυξης Εξοπλισμού της CMC, η οποία ιδρύθηκε προ δεκαετίας για την εποπτεία και ανάπτυξη στρατιωτικού εξοπλισμού.
Η επιμονή του προέδρου Σι να παραμείνει ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) υπό την αυστηρή καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι αναμφισβήτητη. Από τις επτά θέσεις στην CMC, οι πέντε είναι κενές. Ο ίδιος έχει υπογραμμίσει επανειλημμένα ότι η πολιτική νομιμοφροσύνη θα πρέπει να συμβαδίζει με την επαγγελματική επάρκεια, υποστηρίζοντας ότι η ιδεολογική πειθαρχία είναι απαραίτητη για την εθνική ασφάλεια. Οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται καθώς η Κίνα συνεχίζει να αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και να επιδιώκει τον ταχύ εκσυγχρονισμό του ναυτικού, της πολεμικής αεροπορίας και των μονάδων πυραύλων της.
Ο αμυντικός προϋπολογισμός της χώρας αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, υποστηρίζοντας επενδύσεις σε προηγμένα οπλικά συστήματα και διευρυμένες εκπαιδευτικές επιχειρήσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας αυξάνεται συνεχώς, πάνω από τρεις δεκαετίες, με την τελευταία πενταετία (2021–2025) να χαρακτηρίζεται από σταθερή μονοψήφια άνοδο, με ετήσιο ρυθμό 6%-7% ετησίως. Τον Μάρτιο του 2025, η Κίνα ανακοίνωσε αύξηση 7,2% στις αμυντικές δαπάνες, ανεβάζοντάς τις περίπου στα 1,78 τρισ. γιουάν, δηλαδή 246 με 249 δισ. δολάρια ΗΠΑ.
Όπως σημειώνεται σε ανάλυση της New York Times, ο πρόεδρος Σι έχει διορίσει ορισμένους νέους στρατηγούς, προς την αντικατάσταση των προηγουμένων, αλλά αρκετοί έχουν, επίσης, εξαφανιστεί από τον δημόσιο βίο χωρίς να έχουν αναπληρωθεί τα κενά. Από τα 36 ανώτατα στελέχη που απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους, οι 21 δεν έχουν εμφανιστεί, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα. Πληροφορίες της Wall Street Journal, παρομοίως, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι από τα μέσα του 2023 πάνω από 60 υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί και στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας έχουν τεθεί υπό έρευνα, απομακρυνθεί από τα καθήκοντά τους ή αντικατασταθεί αιφνίδια.
Η απότομη αναβάθμιση ορισμένων στελεχών του στρατού με λιγότερη εμπειρία δεν κρίνεται πάντα αποτελεσματική για έναν στρατό που αποτελείται από δυο εκατομμύρια άτομα και διαθέτει ένα τεράστιο, ποικιλόμορφο εξοπλισμό. Υπό την ηγεσία του Σι, η Κίνα επέκτεινε το πυρηνικό της οπλοστάσιο, ξεπέρασε τις ΗΠΑ σε αριθμό ναυτικών σκαφών και άρχισε να παρατάσσει όπλα αιχμής, όπως υπερηχητικούς πυραύλους, τους οποίους οι δυτικές δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει ακόμη να τιθασεύσουν, αναφέρει ο Economist.
Η αποχώρηση των στρατηγών Τζανγκ και Λιού Τζενλί, απογύμνωσε την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή από τους αρμόδιους που προετοιμάζουν τις ένοπλες δυνάμεις για σύγκρουση. Ο Λιου Τζενλί ήταν, συγκεκριμένα, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων. Ενώ πληθώρα κατώτερων αξιωματικών συμμετέχει επίσης στον πρακτικό σχεδιασμό μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων, η απότομη απώλεια των δύο κορυφαίων «επιχειρησιακών» διοικητών θα μπορούσε, για ένα διάστημα, να κλονίσει την αυτοπεποίθηση της πολιτικής ηγεσίας, όσον αφορά την ετοιμότητα του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.
Αυτή η πρωτοφανής εκστρατεία πειθαρχικών διώξεων, επισημαίνει η Le Figaro, πραγματοποιείται όταν έχουν ανέβει οι τόνοι στη γεωπολιτική αντιπαράθεση της Κίνας με τις ΗΠΑ, κυρίως από τότε που ξεκίνησε η 2η προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Το Πεκίνο έχει, επίσης, εντείνει τις στρατιωτικές ασκήσεις και τις περιπολίες γύρω από την Ταϊβάν από το 2024, επιβάλλοντας μια νέα κανονικότητα στην περιοχή. Ακόμη και η επίσημη εφημερίδα των ενόπλων δυνάμεων αναγνώρισε πως αυτές οι αλλαγές στην κορυφή του στρατού προκαλούν «βραχυπρόθεσμες δυσκολίες και βάρη».
Καθώς το Κομμουνιστικό Κόμμα προετοιμάζεται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις, όπως η ενίσχυση της τεχνολογικής αυτάρκειας της χώρας, η αναδιάρθρωση της στρατιωτικής ιεραρχίας θεωρείται μέρος της ευρύτερης προσπάθειας του Σι να εδραιώσει την εξουσία του και να διασφαλίσει μια αξιόπιστη ηγεσία εντός του ισχυρότερου θεσμού της Κίνας μετά το ίδιο το Κόμμα. Τα χρονικά περιθώρια για την αναπλήρωση των κενών θέσεων στην ανώτατη διοίκηση του κινεζικού στρατού είναι στενά εάν αναλογιστεί κανείς ότι ο 72χρόνος πρόεδρος Σι θα επιδιώξει και πιθανότητα θα εξασφαλίσει 4η θητεία ως ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 2027.