Μπορεί ένα πανευρωπαϊκό μποϊκοτάζ να πλήξει τους δισεκατομμυριούχους υποστηρικτές του Τραμπ;

Η ιδέα ότι ο καταναλωτής είναι δυνητικός ρυθμιστής των εξελίξεων ασκώντας πίεση στους πλούσιους υποστηρικτές του Τραμπ, κερδίζει έδαφος

Μαρκ Ζούκερμπεργκ, Τζεφ Μπέζος, Σουντάρ Πιτσάι και Έλον Μασκ © EPA/JULIA DEMAREE NIKHINSON/POOL

Η πολιτική επιρροή των υπερπλουσίων στις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανοιχτή τους στήριξη στον Ντόναλντ Τραμπ προκαλούν έντονες αντιδράσεις σε ένα τμήμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Το ερώτημα που τίθεται ολοένα και πιο συχνά δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και οικονομικό: μπορεί ο καταναλωτής να μετατραπεί σε παράγοντα πίεσης; Και αν ναι, πώς;

Η συζήτηση έχει αποκτήσει νέα ένταση μετά από μια σειρά κινήσεων που, σύμφωνα με επικριτές τους, συνδέουν ισχυρούς επιχειρηματίες με την ενίσχυση δεξιών και ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Όπως εξηγεί η Süddeutsche Zeitung, η χρηματοδότηση κομμάτων, η επιρροή σε μέσα ενημέρωσης και οι πιέσεις για απορρύθμιση και φορολογικές ελαφρύνσεις συνθέτουν, για τους αντιπάλους τους, ένα σκηνικό στο οποίο η οικονομική ισχύς μετατρέπεται σε πολιτικό μοχλό.

Μέσα σε αυτό το κλίμα διατυπώνεται η ιδέα ενός «καταναλωτικού αντίβαρου». Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως η μεγαλύτερη ενιαία αγορά παγκοσμίως, διαθέτει τεράστια αγοραστική δύναμη. Εάν αυτή η δύναμη λειτουργούσε συντονισμένα, μέσω οργανωμένων μποϊκοτάζ ή στοχευμένων καμπανιών, θα μπορούσε –τουλάχιστον θεωρητικά– να επηρεάσει επιχειρηματικές στρατηγικές και χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Συνδικάτα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όπως η Greenpeace, έχουν στο παρελθόν αποδείξει ότι η πίεση στη δημόσια εικόνα μιας εταιρείας μπορεί να επιφέρει ανατροπές.

Το παράδειγμα της Shell το 1995 παραμένει εμβληματικό. Ένα σχέδιο βύθισης της πετρελαϊκής πλατφόρμας Brent Spar στη Βόρεια Θάλασσα προκάλεσε διεθνή κατακραυγή και εκτεταμένο μποϊκοτάζ που έφερε τεράστια πτώση κερδών, οδηγώντας τελικά την εταιρεία σε αναδίπλωση. Έκτοτε, η βύθιση παλιοσίδερων πετρελαϊκών πλατφορμών απαγορεύεται διά νόμου. Η υπόθεση εκείνη κατέδειξε ότι όταν η φήμη ενός brand πλήττεται, οι οικονομικές συνέπειες είναι άμεσες.

Ανάλογη δυναμική καταγράφηκε πρόσφατα και στον κλάδο της ηλεκτροκίνησης. Η Tesla βρέθηκε στο επίκεντρο αντιδράσεων εξαιτίας των πολιτικών τοποθετήσεων του επικεφαλής της, Έλον Μασκ. Το μποϊκοτάζ της Tesla οδήγησε σε έως και 80% λιγότερες πωλήσεις στην Ευρώπη, ενώ η μετοχή της εταιρείας γνώρισε έντονες διακυμάνσεις. Για όσους προκρίνουν τη στρατηγική της «καταναλωτικής ψήφου», αποτελεί τελικά απόδειξη ότι η αγορά δεν είναι ουδέτερη απέναντι στην πολιτική.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι επικρίσεις προς την Amazon και τον ιδρυτή της Τζεφ Μπέζος, ο οποίος θεωρείται, από τους επικριτές του, πολιτικά τοποθετημένος υπέρ του Τραμπ. Καλλιτέχνες όπως ο Neil Young έχουν κατά καιρούς αποσύρει τη μουσική τους από πλατφόρμες διαμαρτυρόμενοι για επιλογές εταιρικής πολιτικής. Παράλληλα, ο επενδυτής Πίτερ Τίελ, συνιδρυτής της Palantir Technologies, έχει στηρίξει δημόσια τον Τραμπ, γεγονός που τροφοδοτεί περαιτέρω την ευρωπαϊκή καχυποψία απέναντι στην επέκταση αμερικανικών τεχνολογικών ομίλων.

Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στην τεχνολογία. Επεκτείνεται στην ενέργεια, στο εμπόριο και ακόμη και στον αθλητισμό, όπου διατυπώνονται απόψεις υπέρ μποϊκοτάζ διεθνών διοργανώσεων εφόσον συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με πολιτικές επιδιώξεις. Το βασικό επιχείρημα όσων υποστηρίζουν αυτή τη γραμμή είναι ότι η δημοκρατία δεν υπερασπίζεται μόνο στις κάλπες, αλλά και στο ταμείο του σούπερ μάρκετ ή στην επιλογή παρόχου ενέργειας.

Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται μια ευρύτερη ανησυχία: ενώ ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, κοινωνικές ανισότητες βαθαίνουν και η κλιματική κρίση επιταχύνεται. Οι υπερπλούσιοι κατηγορούνται ότι συμβάλλουν δυσανάλογα στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και ότι διαθέτουν την πολυτέλεια να σχεδιάζουν «εναλλακτικά μέλλοντα», τη στιγμή που οι κοινωνίες καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως γράφει ο Hans Well στη Süddeutsche Zeitung, ο Έλον Μασκ και η παρέα του, που θέλουν να φύγουν για τον Άρη όταν καταρρεύσει το κλίμα.

Το εάν ένα πανευρωπαϊκό κύμα μποϊκοτάζ θα μπορούσε πράγματι να μεταβάλει τις πολιτικές ισορροπίες παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ωστόσο, η ιδέα ότι ο καταναλωτής δεν είναι απλός θεατής αλλά δυνητικός ρυθμιστής των εξελίξεων φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Σε μια εποχή όπου η οικονομική ισχύς και η πολιτική εξουσία αλληλοδιαπλέκονται στενά, η «ψήφος της αγοράς» προβάλλεται από ορισμένους ως το τελευταίο, άμεσο εργαλείο πίεσης των πολιτών.