Μερτς: Μεγαλύτερη εξουσία στους Γερμανούς κατασκόπους μειώνοντας εξάρτηση από ΗΠΑ

Στο Βερολίνο ανησυχούν ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν είτε να διακόψουν συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών είτε να την κάνουν μοχλό πίεσης

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς © EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Το Βερολίνο προετοιμάζεται να ενισχύσει δραστικά την ομοσπονδιακή υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών της Γερμανίας, σε μια στροφή που σηματοδοτεί μερική αναδίπλωση των αυστηρών περιορισμών που είχαν επιβληθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο προσαρμογής σε ένα διεθνές περιβάλλον, όπου η Γερμανία και η Ευρώπη φοβούνται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να περιορίσουν – ή ακόμη και να διακόψουν την ανταλλαγή πληροφοριών, στην οποία βασίζονται σε μεγάλο βαθμό, σημειώνει το Politico.

Κατασκοπεία ως μοχλός πίεσης συμμάχων

Στο Βερολίνο αυξάνεται η ανησυχία ότι μια αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε στο μέλλον είτε να σταματήσει τη συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών είτε να χρησιμοποιήσει αυτή την εξάρτηση ως μοχλό πίεσης.

Γερμανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι, όπως οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να ενισχύσουν ριζικά τις στρατιωτικές τους δυνατότητες για μεγαλύτερη αυτονομία, έτσι και οι υπηρεσίες πληροφοριών πρέπει να αποκτήσουν πολύ ισχυρότερες επιχειρησιακές δυνατότητες.

Η γερμανική ηγεσία θεωρεί την ανάγκη ιδιαίτερα επείγουσα, καθώς η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών, η BND, λειτουργεί υπό πολύ αυστηρότερο νομικό πλαίσιο σε σύγκριση με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων χωρών.

Εξάρτηση από ΗΠΑ

Οι περιορισμοί αυτοί θεσπίστηκαν συνειδητά μετά τον πόλεμο, ώστε να αποτραπεί η επανάληψη των καταχρήσεων που συνδέθηκαν με τους μηχανισμούς κατασκοπείας της ναζιστικής περιόδου. Ωστόσο, με την πάροδο των δεκαετιών, οι ίδιες αυτές δικλείδες ασφαλείας οδήγησαν σε σημαντική εξάρτηση της Γερμανίας από τις αμερικανικές μυστικές δραστηριότητες για την αποτροπή επιθέσεων και απειλών.

Σύμφωνα με τη νέα κατεύθυνση, η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς επιδιώκει να ενισχύσει και να «απελευθερώσει» την BND, δίνοντάς της ευρύτερες αρμοδιότητες, όπως δυνατότητα δολιοφθορών, επιθετικών κυβερνοεπιχειρήσεων και πιο επιθετικής κατασκοπευτικής δράσης.

Στενοί συνεργάτες της καγκελαρίας παρομοιάζουν τη μεταρρύθμιση με μια νέα ιστορική καμπή για τη γερμανική ασφάλεια, αντίστοιχη με τη στροφή που είχε ανακοινωθεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία για την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων.

Η BND ιδρύθηκε το 1956 με σαφείς νομικούς περιορισμούς, ώστε να διαχωρίζεται αυστηρά από την αστυνομία και να αποφεύγεται κάθε εμπλοκή σε εσωτερικές υποθέσεις. Η αποστολή της περιοριζόταν κυρίως στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, χωρίς επιχειρησιακές εξουσίες για ενεργή αποτροπή απειλών.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν εντόπιζε μέσω παρακολούθησης σχέδια για κυβερνοεπίθεση ή άλλη απειλή, η υπηρεσία δεν είχε τη νομική δυνατότητα να παρέμβει άμεσα για να την αποτρέψει.

Προσωπικά δεδομένα: τεράστιο φρένο

Επιπλέον, το αυστηρό καθεστώς προστασίας προσωπικών δεδομένων στη Γερμανία, που επίσης σχετίζεται ιστορικά με την εμπειρία της Στάζι στην Ανατολική Γερμανία, περιορίζει περαιτέρω τη λειτουργία της υπηρεσίας.

Σε πολλές περιπτώσεις, η BND υποχρεώνεται να αφαιρεί προσωπικά στοιχεία από έγγραφα πριν τα διαβιβάσει σε άλλες υπηρεσίες πληροφοριών, γεγονός που μειώνει την επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα.

Γερμανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι τέτοιοι περιορισμοί δεν ανταποκρίνονται πλέον στο σύγχρονο περιβάλλον απειλών, ιδίως με την αύξηση των περιστατικών δολιοφθοράς και κυβερνοεπιθέσεων που αποδίδονται σε ρωσικούς παράγοντες.

Τονίζουν ότι η χώρα δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή παρακολούθηση απειλών, αλλά πρέπει να έχει και τη δυνατότητα ενεργής άμυνας, όπως συμβαίνει με άλλες μεγάλες υπηρεσίες πληροφοριών διεθνώς.

Η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αποδειχθεί καθοριστική τα τελευταία χρόνια, καθώς αμερικανικές πληροφορίες συνέβαλαν στην αποτροπή σχεδίων επιθέσεων και δολοφονιών, συμπεριλαμβανομένων απειλών κατά στόχων στη Γερμανία.

Σύμφωνα με εσωτερικές εκτιμήσεις που επικαλούνται γερμανικά μέσα, μόνο ένα μικρό ποσοστό προειδοποιήσεων για τρομοκρατικές απειλές προέρχεται απευθείας από τη BND, γεγονός που εντείνει τον προβληματισμό για την επιχειρησιακή της επάρκεια.

Απαραίτητη η ανταλλαγή πληροφοριών

Παράλληλα, στο Βερολίνο υπάρχει επίγνωση ότι, χωρίς την αμερικανική ανταλλαγή πληροφοριών, η ευρωπαϊκή ασφάλεια θα αποδυναμωνόταν σοβαρά. Γερμανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι η πραγματικότητα είναι πως η χώρα παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη εάν διακοπεί αυτή η συνεργασία, ακόμη και αν επιδιώκεται σταδιακά μεγαλύτερη αυτονομία.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσε στη γερμανική ηγεσία το προηγούμενο περιστατικό κατά το οποίο η Ουάσινγκτον ανέστειλε προσωρινά την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία, γεγονός που έδειξε πόσο εύκολα μπορεί να χρησιμοποιηθεί η κυριαρχία των ΗΠΑ στον τομέα των πληροφοριών ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης. Το επεισόδιο αυτό επιτάχυνε τις αποφάσεις για ενίσχυση των δυνατοτήτων της BND.

Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση Μερτς αύξησε ήδη σημαντικά τον προϋπολογισμό της υπηρεσίας και εξετάζει χαλάρωση των περιορισμών στην προστασία δεδομένων, επιτρέποντας μεταξύ άλλων τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπου. Η καγκελαρία σκοπεύει να φέρει ένα ολοκληρωμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων προς ψήφιση στο κοινοβούλιο μέσα στους επόμενους μήνες.

Παρά τις προτεινόμενες αλλαγές, ορισμένοι θεσμικοί φραγμοί αναμένεται να παραμείνουν. Οι διευρυμένες εξουσίες της BND θα ενεργοποιούνται μόνο σε ειδικές καταστάσεις εθνικής ασφάλειας, οι οποίες θα απαιτούν πολιτική έγκριση και κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Ωστόσο, μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού θεωρούν ότι οι αλλαγές θα τοποθετήσουν τη Γερμανία σε πολύ ισχυρότερη θέση απέναντι σε κρατικούς και υβριδικούς αντιπάλους, υποστηρίζοντας ότι σε ένα περιβάλλον διεθνούς ανταγωνισμού χωρίς σαφείς κανόνες η χώρα δεν μπορεί πλέον να αυτοπεριορίζεται τεχνητά στον τομέα των πληροφοριών.