Οι επιλογές Τραμπ μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τους δασμούς

Η απόφαση ακυρώνει μεγάλο μέρος της δασμολογικής πολιτικής του Τραμπ, αλλά δεν τον αφήνει χωρίς εναλλακτικές λύσεις

Ντόναλντ Τραμπ και δασμοί © The White House/Andrea Hanks

Μια νέα φάση στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ ανοίγει μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που έκρινε ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας εκτεταμένους δασμούς σε όλες τις χώρες, με επίκληση νόμου ΙΕΕPA περί εθνικής έκτακτης ανάγκης του 1977.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο νόμος International Emergency Economic Powers Act (IEEPA) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για την επιβολή των λεγόμενων «ανταποδοτικών» δασμών, που στόχευαν βασικούς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, καθώς και ειδικών επιβαρύνσεων σε Κίνα, Καναδά και Μεξικό.

Η απόφαση ακυρώνει μεγάλο μέρος της δασμολογικής πολιτικής που υιοθετήθηκε στη δεύτερη θητεία Τραμπ, χωρίς ωστόσο να τον αφήνει χωρίς εναλλακτικές.

Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι η απόφαση περιορίζει την ικανότητα του προέδρου να χρησιμοποιεί τον IEEPA, αλλά δεν τον εμποδίζει να επιβάλλει δασμούς βάσει διαφορετικών εμπορικών αρχών. Ο Τραμπ έχει βασιστεί ήδη σε άλλους νόμους για να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές χαλκού, χάλυβα και αλουμινίου, καθώς και σε άλλα προϊόντα.

Το Σύνταγμα των ΗΠΑ αναθέτει στο Κογκρέσο την εξουσία επιβολής φόρων και δασμών. Ωστόσο, διαχρονικά οι νομοθέτες έχουν παραχωρήσει σημαντικές αρμοδιότητες στην εκτελεστική εξουσία μέσω ειδικών νόμων. Και ακριβώς εκεί βρίσκονται οι επόμενες κινήσεις του Λευκού Οίκου. Μερικά παραδείγματα, όπως σημειώνει σε επίκαιρη ανάλυσή του το Bloomberg:

Άρθρο 232: Δασμοί για λόγους εθνικής ασφάλειας

Η διάταξη 232 του Trade Expansion Act του 1962 επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς όταν οι εισαγωγές θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια. Δεν υπάρχει ανώτατο όριο στον συντελεστή ή στη διάρκειά τους. Ωστόσο, απαιτείται προηγούμενη έρευνα από το υπουργείο Εμπορίου, το οποίο οφείλει να καταθέσει πόρισμα εντός 270 ημερών.

Ο Τραμπ είχε ήδη αξιοποιήσει το συγκεκριμένο εργαλείο στην πρώτη του θητεία για δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο, ενώ στη δεύτερη επανέφερε και ενίσχυσε τις επιβαρύνσεις, επεκτείνοντάς τες και σε αυτοκίνητα και εξαρτήματα. Το βασικό μειονέκτημα είναι ότι η διάταξη αφορά συγκεκριμένους κλάδους και όχι οριζόντιους δασμούς σε ολόκληρες χώρες.

Άρθρο 201: Προστασία της εγχώριας βιομηχανίας

Η διάταξη 201 του Trade Act του 1974 επιτρέπει την επιβολή δασμών όταν οι αυξημένες εισαγωγές προκαλούν ή απειλούν να προκαλέσουν σοβαρή ζημία σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Προϋποθέτει έρευνα από την US International Trade Commission, δημόσιες ακροάσεις και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.

Οι δασμοί δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 50% επιπλέον των υφιστάμενων συντελεστών, έχουν αρχική διάρκεια τεσσάρων ετών και σταδιακή αποκλιμάκωση. Ο Τραμπ είχε χρησιμοποιήσει τη διάταξη για φωτοβολταϊκά πάνελ και οικιακά πλυντήρια το 2018.

Άρθρο 301: Αντίμετρα σε «αθέμιτες» πρακτικές

Η διάταξη 301 του ίδιου νόμου αποτελεί ίσως το πιο ισχυρό εργαλείο. Δίνει τη δυνατότητα στο Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ να επιβάλλει δασμούς όταν διαπιστώνει διακριτική μεταχείριση ή παραβίαση εμπορικών συμφωνιών εις βάρος των ΗΠΑ. Δεν υπάρχει ανώτατο όριο στο ύψος των δασμών, αλλά απαιτείται έρευνα και διαβούλευση.

Με βάση τη Section 301, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε επιβάλει δασμούς εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κινεζικά προϊόντα. Το εργαλείο αυτό εστιάζει σε συγκεκριμένες χώρες και μπορεί να αποτελέσει εκ νέου βασικό μοχλό πίεσης, αν και η διαδικασία δεν είναι άμεση.

Άρθρο 122: Έκτακτα μέτρα για το ισοζύγιο πληρωμών

Η λιγότερο γνωστή διάταξη 122 επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς για την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων στο ισοζύγιο πληρωμών ή για την αποτροπή σημαντικής υποτίμησης του δολαρίου. Δεν απαιτείται προκαταρκτική έρευνα, όμως οι δασμοί περιορίζονται στο 15% και δεν μπορούν να διαρκέσουν πάνω από 150 ημέρες χωρίς έγκριση του Κογκρέσου. Η διάταξη δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ.

Άρθρο 338: Ένα «ξεχασμένο όπλο» από το 1930

Ακόμη πιο αμφιλεγόμενη είναι η διάταξη 338 του Smoot-Hawley Tariff Act του 1930, που επιτρέπει την επιβολή δασμών έως 50% σε χώρες που θεωρείται ότι επιβάλλουν διακρίσεις σε βάρος του αμερικανικού εμπορίου. Δεν απαιτείται έρευνα από ομοσπονδιακή υπηρεσία, αλλά η χρήση της δεν έχει προηγούμενο και ενδέχεται να προκαλέσει νέες νομικές προσφυγές.

Περιορισμένη ευελιξία, αυξημένος πολιτικός κίνδυνος

Σε αντίθεση με το IEEPA, που έδινε τη δυνατότητα άμεσης και ευρείας επιβολής δασμών, τα εναλλακτικά εργαλεία συνοδεύονται από διαδικαστικές προϋποθέσεις, χρονικές καθυστερήσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ποσοτικά όρια. Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ διατηρεί επιλογές, αλλά με σαφώς μικρότερη ευελιξία.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν κλείνει το κεφάλαιο των δασμών, αλλά μεταφέρει τη μάχη σε νέο θεσμικό πεδίο: ανάμεσα στον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο και τα ομοσπονδιακά δικαστήρια.

Το αν ο πρόεδρος θα επιλέξει μια πιο στοχευμένη στρατηγική ή θα επιχειρήσει μια νέα, επιθετική νομική ερμηνεία θα καθορίσει την επόμενη ημέρα του παγκόσμιου εμπορίου — και των σχέσεων των ΗΠΑ με τους βασικούς εταίρους τους.