Η πιο ηχηρή θεσμική αποδοκιμασία της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ δεν ανέκοψε τη στρατηγική του για επιβολή δασμών, αλλά την ανάγκασε να αλλάξει μορφή. Η απόφαση 6-3 του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ (Supreme Court of the United States) να ακυρώσει μεγάλο μέρος των δασμών που επιβλήθηκαν πέρυσι, περιορίζει δραστικά την ευχέρεια του Λευκού Οίκου να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως άμεσο γεωπολιτικό και διαπραγματευτικό όπλο.
Παρότι ο πρόεδρος αντέδρασε άμεσα ανακοινώνοντας νέο καθολικό δασμό 10%, το νέο πλαίσιο συνοδεύεται από νομικούς περιορισμούς και χρονοβόρες διαδικασίες. Η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει μόνο τις εμπορικές ροές, αλλά και την πολιτική ισορροπία εντός ΗΠΑ, τις σχέσεις με βασικούς εταίρους και την πορεία της οικονομίας σε μια ευαίσθητη εκλογική συγκυρία.
Ταυτόχρονα, μεταξύ των πρώτων που αντέδρασαν ήταν το αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο και η Ομοσπονδία Λιανικού Εμπορίου (National Retail Federation, (NRF), ζητώντας άμεση αποζημίωση για τα δισεκατομμύρια δολάρια που καταβλήθηκαν σε δασμούς από τότε που τέθηκαν σε ισχύ τα μέτρα. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν παρείχε σαφές πλαίσιο για το ποιοι δικαιούνται επιστροφή και με ποια διαδικασία, παραπέμποντας το ζήτημα σε κατώτερο δικαστήριο, μεταδίδουν οι Financial Times.
Από τους Ευρωπαίους οινοπαραγωγούς μέχρι τις εταιρείες χημικών προϊόντων και ποτοποιούς στην Ευρώπη, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει μεγάλο μέρος των δασμών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έρχεται ως μια απρόσμενη, δυσάρεστη ανατροπή. Και μια ακόμη πιο αβέβαιη προοπτική στο εμπόριο.
Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου ουσιαστικά ακυρώνει τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς, οι οποίοι είχαν επιβληθεί σε σχεδόν όλα τα προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η απόφαση δεν επηρεάζει τους δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένους τομείς – όπως τα αυτοκίνητα, ο χάλυβας και το αλουμίνιο ή τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Αλλά ενώ πολλές επιχειρήσεις επευφημούσαν μετά από χρονοβόρες νομικές μάχες κατά των δασμών, ευρωπαϊκοί εμπορικoί όμιλοι, εταιρείες και αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες ότι η απόφαση της Παρασκευής μπορεί να κάνει τις εμπορικές σχέσεις ακόμη πιο χαοτικές μετά από εμπορικές συμφωνίες που με τεράστιο κόπο επιτεύχθηκαν πέρυσι.
«Αυτή η απόφαση… κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ, προκαλώντας περαιτέρω αβεβαιότητα και πάγωμα παραγγελιών, ενώ φορείς εκμετάλλευσης περιμένουν ένα σαφέστερο κανονιστικό πλαίσιο», δήλωσε ο Πάολο Καστελέτι, γενικός γραμματέας του ιταλικού συνδέσμου οινοπαραγωγών UIV.
Οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη αγορά για τα ιταλικά κρασιά με περίπου 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ σε εξαγωγές το 2024, που αποτελούν σχεδόν το ένα τέταρτο των συνολικών αποστολών κρασιού της Ιταλίας παγκοσμίως.
Πολλές εταιρείες προειδοποιούν ότι ο Τραμπ πιθανότατα θα αναζητήσει άλλους τρόπους για να επιβάλει παρόμοιους δασμούς, μειώνοντας το όφελος των χαμηλότερων εισφορών, ενώ η κίνηση αυτή θα μπορούσε να πυροδοτήσει εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των μεγαλύτερων εμπορικών εταίρων.
Οι δασμοί και οι αποζημιώσεις
Την ερχόμενη Τρίτη όμως, στην παραδοσιακή ετήσια ομιλία Τραμπ στο Κογκρέσο, όπου οι Αμερικανοί πρόεδροι καλούνται να μιλήσουν για τα πεπραγμένα και τις προτεραιότητές τους ενώπιον μελών της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο 79χρονος Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος φέτος θα ανεβεί στο βήμα, με το κλίμα να δείχνει διαφορετικό και τεταμένο.
Το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) και το Bloomberg παραθέτουν έναν απολογισμό των συνεπειών και τι μέλλει γενέσθαι.
Η ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ουσιαστικά ακυρώνει τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς, οι οποίοι είχαν επιβληθεί σε σχεδόν όλα τα προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η απόφαση δεν επηρεάζει τους δασμούς που επιβάλλονται σε ορισμένους τομείς – όπως τα αυτοκίνητα, ο χάλυβας και το αλουμίνιο ή τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της EY-Parthenon Γκρέγκορι Ντάκο, η άμεση συνέπεια θα είναι η μείωση του μέσου συντελεστή που εφαρμόζεται στα εισαγόμενα προϊόντα, ο οποίος αναμένεται να υποχωρήσει από 16,8% σε περίπου 9,5%.
Μια άλλη συνέπεια είναι ότι οι εταιρείες που κατέβαλαν αυτούς τους δασμούς μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση. Ορισμένες από αυτές είχαν ήδη προβλέψει την εξέλιξη, ασκώντας έφεση.
Αν και παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό, οικονομολόγοι εκτιμούν πως τα έσοδα που θα προκύψουν από αυτούς τους ανταποδοτικούς δασμούς θα κυμανθούν μεταξύ 130 και 140 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025.
Στα μέσα Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει μια ζοφερή εικόνα, μιλώντας για αποζημιώσεις «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων» σε περίπτωση δυσμενούς απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χθες Παρασκευή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εκτίμησε πως αυτό θα κριθεί από τη δικαιοσύνη.
Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης του Ιλινόι έχει ήδη ζητήσει επιστροφή 1.700 δολαρίων ανά νοικοκυριό, βασισμένος σε εκτιμήσεις του πανεπιστημίου Γέιλ. Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Καλιφόρνιας τόνισε από την πλευρά του πως θεωρεί ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αποζημιώσει τους καταναλωτές.
Δασμοί και διαπραγματεύσεις
Πέρα από τις άμεσες συνέπειες, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ενδέχεται να επηρεάσει την ικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να συνάψει εμπορικές συμφωνίες με τους εταίρους της – η βούληση των οποίων να μειώσουν το ύψος των δασμών έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έναρξη των διαπραγματεύσεων.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παραδέχτηκε πρόσφατα ότι μια δυσμενής απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα μπορούσε να στερήσει από την κυβέρνηση την «ευελιξία» που προσφέρει η χρήση των δασμών ως διαπραγματευτικού μοχλού, αλλά πρόσθεσε ότι με τους νέους δασμούς τα κρατικά έσοδα θα παραμείνουν αμετάβλητα το 2026
Ο Λευκός Οίκος διευκρίνισε στο AFP πως οι χώρες που έχουν υπογράψει συμφωνίες υπόκεινται πλέον και στον πρόσθετο δασμό 10% που επέβαλε ο πρόεδρος Τραμπ.
Το διάταγμα που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ βασίζεται σε έναν εμπορικό νόμο του 1974, που επιτρέπει στον πρόεδρο να εξισορροπήσει τις συναλλαγές μεταξύ των ΗΠΑ και των εταίρων τους όταν διαπιστώνεται σημαντική ανισορροπία στο ισοζύγιο πληρωμών.
Ωστόσο, υπάρχει το μειονέκτημα ότι ο νόμος αυτός παρέχει αυτήν τη δυνατότητα στον πρόεδρο των ΗΠΑ για διάστημα έως 150 ημερών. Ακολούθως, η κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει έγκριση από το Κογκρέσο, εφόσον θελήσει να διατηρήσει το μέτρο.
Η πιο προφανής λύση για την κυβέρνηση θα ήταν να καταθέσει προς ψήφιση στο Κογκρέσο νομοσχέδιο που θα της έδινε τη δυνατότητα για επαναφορά των δασμών.
Κάτι τέτοιο, όμως, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρονοβόρο και δύσκολο να επιτευχθεί, ιδίως με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν και ορισμένους Ρεπουμπλικάνους να εκφράζουν επιφυλάξεις σχετικά με την εκτεταμένη χρήση δασμών από τον πρόεδρο Τραμπ.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και το πλήγμα στη στρατηγική των δασμών
Η ιστορική ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ακύρωσε σημαντικό μέρος των δασμών που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ το προηγούμενο έτος, επαναφέροντας τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας στο πεδίο της εμπορικής πολιτικής, σχολιάζει το Bloomberg. Ο πρόεδρος κατήγγειλε την απόφαση, ωστόσο εντός ωρών ανακοίνωσε νέο παγκόσμιο δασμό 10% διάρκειας 150 ημερών, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Νόμου Εμπορίου του 1974.
Σε αντίθεση όμως με το προηγούμενο καθεστώς, τα νέα εργαλεία δεν προσφέρουν την ίδια ταχύτητα και ευελιξία. Οι διαδικασίες που προβλέπονται από τα Άρθρα 301 και 232 — το τελευταίο ήδη χρησιμοποιημένο για δασμούς σε χάλυβα και αυτοκίνητα — συνεπάγονται έρευνες, γνωμοδοτήσεις και πιθανές νομικές προσφυγές. Αυτό σημαίνει ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί πλέον να απειλεί άμεσα με δασμούς χώρες της Ευρώπης για ζητήματα όπως η Γροιλανδία ή κράτη που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.
Η απώλεια ενός βασικού μοχλού πίεσης επηρεάζει τις επικείμενες διεθνείς επαφές, συμπεριλαμβανομένης της προγραμματισμένης συνάντησης με τον Σι Τζινπίνγκ. Η ικανότητα του Τραμπ να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως άμεσο διαπραγματευτικό «όπλο» αποδυναμώνεται, μεταβάλλοντας τη δυναμική τόσο με την Κίνα όσο και με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Ορισμένες οικονομίες, όπως η ΕΕ και η Ιαπωνία, είχαν διαπραγματευτεί συμφωνίες με δασμούς 15%, οι οποίοι πλέον ενδέχεται να περιοριστούν στο 10%. Αυτό δημιουργεί απρόσμενα οφέλη για τους εταίρους, μειώνοντας τα κίνητρα για περαιτέρω αντιδράσεις.
Παράλληλα, η απόφαση εντάσσεται σε μια ιστορική παράδοση παρεμβάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου στην οικονομική πολιτική των προέδρων, όπως στην υπόθεση εθνικοποίησης της χαλυβουργίας από τον Harry S. Truman ή στις συγκρούσεις με τον Franklin D. Roosevelt κατά την περίοδο του New Deal.
Η οικονομία, οι δασμοί και το πολιτικό κόστος
Η συγκυρία δεν είναι ουδέτερη. Παρά την ώθηση από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τα κέντρα δεδομένων, η οικονομία επιβραδύνθηκε στο τέταρτο τρίμηνο. Η μεταποίηση κατέγραψε απώλειες 83.000 θέσεων εργασίας το τελευταίο έτος, ενώ οι δαπάνες για βιομηχανικό εξοπλισμό υποχώρησαν.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι θεωρούν πως οι δασμοί επιβαρύνουν το κόστος ζωής. Αναλύσεις εκτιμούν ότι η κατάργηση συγκεκριμένων δασμών θα μπορούσε να ενισχύσει το πραγματικό εισόδημα κατά 1.200 δολάρια ανά οικογένεια το 2026. Εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών, ο Λευκός Οίκος έχει ήδη αρχίσει να επανεξετάζει εξαιρέσεις για βασικά αγαθά όπως ο καφές και τα φαρμακευτικά προϊόντα, σημειώνουν διεθνείς αναλυτές στο Bloombrg.
Η πολιτική πίεση εντείνεται και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών, με τη Βουλή να έχει ήδη ψηφίσει υπέρ της άρσης δασμών στον Καναδά.
Οι αγορές και οι επιχειρήσεις απέναντι στη νέα αβεβαιότητα των δασμών
Οι αγορές αντέδρασαν με άνοδο των μετοχών και υποχώρηση ομολόγων και δολαρίου, θεωρώντας ότι η απόφαση δεν αλλάζει δραστικά τη μακροοικονομική πορεία. Ωστόσο, για τις επιχειρήσεις, η λέξη-κλειδί παραμένει «σταθερότητα». Μεταποιητικές εταιρείες, όπως η Husco International στο Ουισκόνσιν, δηλώνουν ότι προτιμούν ένα σταθερό — έστω και αυστηρό — δασμολογικό καθεστώς από ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Επιχειρηματικοί φορείς στην Ευρώπη, όπως η γερμανική BDI, ζητούν σαφήνεια για το τι σημαίνει η απόφαση για τη διατλαντική συμφωνία. Στις ΗΠΑ, το Business Roundtable καλεί την κυβέρνηση να «επαναβαθμονομήσει» τη στρατηγική της.
Πληθωρισμός, Fed και το μέλλον της εμπορικής πολιτικής
Η στροφή αυτή περιπλέκει και το έργο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Ο πρόεδρος της Fed Νέας Υόρκης, John Williams, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι οι δασμοί αυξάνουν τις τιμές εισαγόμενων αγαθών και προσθέτουν περίπου 0,5% στον πληθωρισμό.
Η πιθανότητα επιστροφών δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δασμούς που κρίθηκαν παράνομοι ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσκαιρη δημοσιονομική ώθηση το 2026, αντισταθμίζοντας μέρος των αρνητικών επιπτώσεων στην ανάπτυξη. Ωστόσο, η διαδικασία εφαρμογής και οι πιθανές καθυστερήσεις δημιουργούν νέο κύμα αβεβαιότητας στα σύνορα, με εισαγωγείς να επιταχύνουν αποστολές πριν την επιβολή νέων επιβαρύνσεων.
Η εμπορική πολιτική Τραμπ εισέρχεται έτσι σε φάση «λεπτής ρύθμισης», εγκαταλείποντας τη λογική της αιφνιδιαστικής «βαριοπούλας». Το αν αυτή η αναπροσαρμογή θα αποδειχθεί πολιτικά σωτήρια ή οικονομικά επιβαρυντική θα εξαρτηθεί από την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την ετυμηγορία των ψηφοφόρων. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου συνιστά καμπή που θα καθορίσει όχι μόνο τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, αλλά και τα όρια της προεδρικής εξουσίας στην αμερικανική εμπορική πολιτική.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για τους δασμούς του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ δείχνει ότι είναι καλό να υπάρχουν αντίβαρα στην εξουσία και στο κράτος δικαίου στις δημοκρατίες.
«Δεν είναι κακό να υπάρχει ένα Ανώτατο Δικαστήριο και, ως εκ τούτου, κράτος δικαίου», δήλωσε στο ετήσιο αγροτικό σαλόνι στο Παρίσι, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την χθεσινή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει μεγάλο μέρος των δασμών Τραμπ.
«Είναι καλό να υπάρχει εξουσία και αντίβαρα στην εξουσία στις δημοκρατίες», τόνισε ο Γάλλος πρόεδρος.
Πρόσθεσε ότι η Γαλλία θα εξετάσει τις συνέπειες του νέου παγκόσμιου δασμού 10% του Τραμπ και θα προσαρμοστεί, και η χώρα θέλει να συνεχίσει να εξάγει τα προϊόντα της, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων γεωργίας, πολυτελείας, μόδας και αεροναυτικής.
Συμπλήρωσε ότι χρειάζεται μια ήρεμη νοοτροπία και ότι ο πιο δίκαιος κανόνας είναι η «αμοιβαιότητα» και όχι το να «υπόκειται κανείς σε μονομερείς αποφάσεις».