Με τον κίνδυνο χαμηλής ή μηδενικής ανάπτυξης, υψηλή ανεργία και δραματικές ανατιμήσεις είναι αντιμέτωπη η παγκόσμια οικονομία εδώ και έντεκα ημέρες από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, που έχει εξελιχθεί σε περιφερειακή σύγκρουση. Τα πλούσια αραβικά κράτη του Κόλπου να δέχονται σφοδρές εναέριες επιθέσεις από το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης. Τα σενάρια του στασιμοπληθωρισμού επανέρχονται δριμύτερα την ώρα που η Ε.Ε δεν έχει ακόμη επανέλθει στην ομαλότητα από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Η ταχύρυθμη άνοδος των τιμών του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και άλλων βασικών προϊόντων που δεν διέρχονται πια από τα Στενά του Ορμούζ –λόγω επικινδυνότητας των δρομολογίων- αναμένεται να πυροδοτήσουν νέες πληθωριστικές πιέσεις, με ισχυρές τις πιθανότητες οι κεντρικές τράπεζες να ξεκινήσουν εκ νέου έναν νέο κύκλο ανοδικών επιτοκίων μια τριετία αφότου έληξε ο προηγούμενος.
Σκαρφαλώνουν οι τιμές σε έναν κόσμο που ήδη αντιμετώπιζε προκλήσεις
Οι μεγάλες και απότομες αυξήσεις στις τιμές ενέργειες πυροδοτούν σχεδόν αυτόματα την άνοδο του πληθωρισμού. Ήδη οι τιμές του πετρελαίου έχουν αναρριχηθεί από 40% έως 50%. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η παγκόσμια οικονομία μπορεί να απορροφήσει μια άνοδο των τιμών κατά 10% αλλά η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί από το 3,2% στο 3% ενώ ο πληθωρισμός στον κόσμο θα αυξηθεί κατά 40 μονάδες βάσης. Εάν, όμως, αυτή η περιφερειακή σύγκρουση κρυσταλλωθεί με το Ιράν να παρατείνει τους βομβαρδισμούς στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή ακόμη και το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία, τότε μπορεί να επηρεαστούν οι σχέσεις των χωρών αυτών με τη Δύση.
Συν τοις άλλοις, «δεν είναι ότι ο πόλεμος ξέσπασε σε μια περίοδο που ο κόσμος βίωνε μια ομαλότητα», δήλωσε στη Guardian ο Λόρδος Τζιμ Ο’ Νηλ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs Asset Management και κυβερνητικός σύμβουλος επί κυβερνήσεων Ντέιβιντ Κάμερον και Τερέσα Μέι στη Βρετανία. Εδώ και έναν χρόνο, οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη βρίσκονται σε αναταραχή λόγω του εμπορικού πολέμου των ΗΠΑ και της πίεσης του Αμερικανού προέδρου να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους.
Αργά χθες οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν σε επίπεδα χαμηλότερα των 100 δολαρίων το βαρέλι από σχεδόν τα 120 δολάρια που σημειώθηκαν στην Ασία τα ξημερώματα της Δευτέρας, με τους G7 να εξετάζουν την αξιοποίηση των στρατηγικών αποθεμάτων τους για να περιορίσουν την άνοδο των τιμών. Ωστόσο, το κόστος για τους καταναλωτές γίνεται ήδη αισθητό στα πρατήρια καυσίμων τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Ευρώπη.
Φόβοι για την αναβίωση της κρίσης τη δεκαετία του ΄70
Αναλυτές της αγοράς φοβούνται μια πετρελαϊκή κρίση σαν αυτή της δεκαετίας του ΄70, ο πληθωρισμός έφτασε σε διψήφια ποσοστά σε ΗΠΑ και Ευρώπη, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν δραματικά τα επιτόκια. Το σενάριο αυτό έχει οδηγήσει τις χρηματιστηριακές αγορές σε απώλειες 6 τρισ. δολαρίων εδώ και έντεκα ημέρες, δηλαδή από την έναρξη του πολέμου καθώς ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι η άνοδο τιμών του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι είναι ένα «μικρό τίμημα» για να πληρώσει κανείς με αντάλλαγμα την «Ασφάλεια και την Ειρήνη».
Η παγκόσμια προσφορά το μαύρου χρυσού συρρικνώνεται καθώς τα αραβικά κράτη μειώνουν ή περιορίζουν την παραγωγή τους διότι η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου περνά το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, είναι απαγορευτική. Λίγες ημέρες πριν την έναρξη των εναέριων επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, η τιμή του αργού πετρελαίου κινούνταν στα 66 δολάρια το βαρέλι και η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ, αντίστοιχα, σχεδόν στα 70 δολάρια.
Αναλυτές πια θεωρούν πως τα 150 δολάρια το βαρέλι δεν είναι τόσο απόμακρο σενάριο εάν συνεχιστεί η σύγκρουση αυτή με την ίδια ένταση ή κλιμακωθεί περαιτέρω, όπως δήλωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων του Ιράν. Ο 56χρόνος Μοτζάμπα Χαμενεΐ, γιός του δολοφονηθέντος Αλί Χοσεϊνί Χαμενεΐ, επιλέχθηκε να είναι ο νέος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν και θεωρείται ακόμα πιο σκληροπυρηνικός.
Άνοδος στο φυσικό αέριο, το αλουμίνιο και τα αζωτούχα λιπάσματα
Ακόμη πιο ανησυχητική για την Ευρώπη είναι η πορεία των τιμών στην ολλανδική αγορά φυσικού αερίου TTF. Μια ημέρα πριν κινήθηκαν στα 56 ευρώ τη μεγαβατώρα (MWh) από τα σχεδόν 32 ευρώ στις 27 Φεβρουαρίου καθώς το Κατάρ έκλεισε τις εγκαταστάσεις στο Ras Laffan που είναι η μεγαλύτερη εγκατάσταση υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) της χώρας. Λόγω του πολέμου, επίσης, το Κατάρ με την Norsk Hydro σταμάτησαν την παραγωγή αλουμινίου και η Alba του Μπαχρέιν ματαίωσε όλες τις παραδόσεις μέχρι νεοτέρας. Δεν είναι να απορεί κανείς που τα προθεσμιακά συμβόλαιο αλουμινίου στο Λονδίνο οδηγήθηκαν στα 3.390 δολάρια τον τόνο, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας σχεδόν τετραετίας.
Μεγάλες αυξήσεις καταγράφονται, επίσης, στις τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται σε μεγάλες καλλιέργειες από το καλαμπόκι και το σιτάρι μέχρι το ζαχαροκάλαμο, καθώς το 25% με το 30% της παγκόσμιας παραγωγής διέρχεται, επίσης, από τα Στενά του Ορμούζ. Είναι μια ακόμη παράμετρος που εντείνει τους πληθωριστικούς κινδύνους.
Ακόμα και αν ο πόλεμος που κήρυξαν οι ΗΠΑ με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν έληγε άμεσα, οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές θα ήταν αντιμέτωποι με υψηλότερες τιμές στα καύσιμα λόγω της μερικής ή ολικής καταστροφής υποδομών και ενεργειακών εγκαταστάσεων στα πλούσια αραβικά κράτη και το Ιράν. Προσδοκίες, ωστόσο, για αποκλιμάκωση του πολέμου δεν τροφοδοτούνται, επί του παρόντος, καθώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ συνεχίζουν να βομβαρδίζουν το Ιράν ενώ η Τεχεράνη απαντά με πυρά κατά των αραβικών κρατών του Κόλπου. Μέσα στο Σαββατοκύριακο, μάλιστα, οι ΗΠΑ δεν απέκλεισαν ακόμη και χερσαίες επιχειρήσεις με το Ισραήλ για να θέσουν υπό έλεγχο το ουράνιο του Ιράν.
Η επικινδυνότητα των Στενών του Ορμούζ είναι πια υψηλή, με τα ναύλα και τη ασφαλιστική κάλυψη των εμπορικών πλοίων να γίνεται κοστοβόρα. Όπως αναφέρεται σε έκθεση της Rabobank, η μεγαλύτερη πηγή αβεβαιότητας σε αυτή τη φάση του πολέμου είναι εάν οι επιπτώσεις του είναι παροδικές ή δομικές. Αυτό εξαρτάται από τη διάρκεια και την κλίμακα αυτής της σύγκρουσης.