Τα μπόνους στη Wall Street εκτοξεύθηκαν σε ιστορικό υψηλό το 2025, φτάνοντας τα 49,2 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τον ελεγκτή της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, Τόμας ΝτιΝάπολι. Το μέσο ετήσιο μπόνους αυξήθηκε κατά 6%, αγγίζοντας τα 246.900 δολάρια, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή ανάκαμψη του χρηματοπιστωτικού τομέα μετά από χρόνια μεταβλητότητας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο συνολικό ποσό μπόνους από το 1987, σηματοδοτώντας παράλληλα το δεύτερο συνεχόμενο έτος ρεκόρ για τις αμοιβές των εργαζομένων στον κλάδο των κινητών αξιών.
Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην αναζωογόνηση των συγχωνεύσεων και εξαγορών, αλλά και στην εκρηκτική άνοδο των εσόδων από συναλλαγές, που έφτασαν τα 134 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Wall Street αντιπροσώπευε περίπου το 19% των φορολογικών εσόδων της πολιτείας της Νέας Υόρκης μεταξύ 2024 και 2025, με τον ΝτιΝάπολι να εκτιμά ότι τα μπόνους του 2025 θα αποφέρουν 199 εκατομμύρια δολάρια επιπλέον σε φόρο εισοδήματος για την πολιτεία και 91 εκατομμύρια δολάρια για την πόλη της Νέας Υόρκης, σε σύγκριση με το 2024.
Η ισχυρή επίδοση των τραπεζών οφείλεται τόσο στις συναλλαγές όσο και στην ανάκαμψη των συγχωνεύσεων και εξαγορών. «Η Wall Street σημείωσε ισχυρές επιδόσεις για μεγάλο μέρος του περασμένου έτους, παρά όλες τις συνεχιζόμενες εγχώριες και διεθνείς αναταραχές», δήλωσε ο ΝτιΝάπολι. Παρά τη θετική δυναμική, η αύξηση της απασχόλησης ήταν περιορισμένη, με γεωπολιτικές συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος με το Ιράν, να δημιουργούν παγκόσμιους κινδύνους για τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Όπως σημειώνει το Bloomberg, η ανάκαμψη των εσόδων από συναλλαγές και η δυναμική στις συγχωνεύσεις τροφοδότησαν την εκτόξευση των μπόνους, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξαν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Στελέχη εταιρειών αναμένουν ότι η δυναμική θα συνεχιστεί, αν και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και η πίεση από τον πληθωρισμό διαμορφώνουν μια πιο αμφίρροπη προοπτική για το 2026.
Παρά τα κέρδη-ρεκόρ, η απασχόληση στη Wall Street υποχωρεί
Η έκθεση του ΝτιΝάπολι αναδεικνύει επίσης μια σημαντική τάση στην απασχόληση. Οι θέσεις εργασίας στον κλάδο των χρεογράφων στη Wall Street μειώθηκαν σε 198.200 εργαζόμενους, από το υψηλό 30 ετών των 201.500 το 2024. Παρά τη μείωση αυτή, η Wall Street εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό των θέσεων εργασίας του κλάδου σε εθνικό επίπεδο, περίπου 18%, αν και χαμηλότερο από το ένα τρίτο του συνόλου το 1990. Ο ΝτιΝάπολι αναμένει ότι τα νούμερα θα αναθεωρηθούν προς τα πάνω όταν γίνουν οι ετήσιες προσαρμογές των δεδομένων.
Η πολιτική διάσταση δεν λείπει. Ο προϋπολογισμός που πρότεινε η κυβερνήτης Κάθυ Χότσουλ υπολόγιζε ότι τα μπόνους στον ευρύτερο τομέα των χρηματοοικονομικών και ασφαλειών της πολιτείας θα αυξάνονταν κατά 26% για το τρέχον οικονομικό έτος, αν και ο ΝτιΝάπολι εκτίμησε ότι τα φορολογικά έσοδα ενδέχεται να μην ανταποκριθούν στις προσδοκίες. Παράλληλα, ο νέος δήμαρχος Ζοχράν Μαμντάνι θέτει ως στόχο τη μείωση του κόστους διαβίωσης για τους κατοίκους της εργατικής τάξης, με προτάσεις για αυξημένους φόρους σε εταιρείες και πλούσιους, προκαλώντας έντονη αντίδραση από ηγέτες της Wall Street. Ο δισεκατομμυριούχος Μπιλ Άκμαν εξέφρασε μάλιστα ανησυχία ότι επιχειρήσεις και πλούσιοι κάτοικοι ενδέχεται να εγκαταλείψουν την πόλη.
Οι προκλήσεις αυτές συμπληρώνονται από τις αλλαγές στην απασχόληση και τη διανομή των θέσεων εργασίας. Παρά τις προσπάθειες των χρηματοπιστωτικών εταιρειών να προσελκύσουν τους τραπεζίτες πίσω στα γραφεία τους στη Νέα Υόρκη, παρατηρείται αλλαγή στη στελέχωση και στη γεωγραφική κατανομή του προσωπικού. Η μείωση των θέσεων εργασίας στη Wall Street συνοδεύεται από ταχύτερη αύξηση της απασχόλησης σε άλλες περιοχές των ΗΠΑ, γεγονός που αναδεικνύει την πρόκληση διατήρησης του ανθρώπινου δυναμικού στην πόλη.
Η έκθεση σημειώνει ότι η εκτίμηση των μπόνους βασίζεται στις παρακρατήσεις φόρου εισοδήματος και αντανακλά πληρωμές σε μετρητά και αναβαλλόμενες αποζημιώσεις για τις οποίες έχουν παρακρατηθεί φόροι. Δεν περιλαμβάνει δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών ή άλλες μορφές αναβαλλόμενης αποζημίωσης που δεν έχουν ακόμη παρακρατηθεί.
Συνολικά, το 2025 καταγράφεται ως έτος-ρεκόρ για τα μπόνους στη Wall Street, με τα κέρδη, τις συναλλαγές και τις συγχωνεύσεις να ανεβάζουν τις αμοιβές στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι αλλαγές στην απασχόληση και οι προκλήσεις πολιτικής και φορολογίας δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για το 2026, θέτοντας υπό πίεση την περαιτέρω ανάπτυξη και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.