ΗΠΑ και Ιράν σχεδιάζουν συνάντηση στο Πακιστάν – Χωλαίνει η ευρωπαϊκή οικονομία από τον πόλεμο

Το Πακιστάν ενδέχεται να είναι ο τόπος όπου Ιράν και ΗΠΑ θα συζητήσουν για μια διπλωματική λύση. Την ίδια ώρα, ο πόλεμος γονατίζει την Ευρώπη

Πακιστανοί μουσουλμάνοι χαιρετούν ο ένας τον άλλον μετά την προσευχή του Εϊντ αλ-Φιτρ στο Καράτσι του Πακιστάν, στις 21 Μαρτίου 2026 © EPA/REHAN KHAN

Ενώ βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή για τις παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες, νέες πληροφορίες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας αφήνουν χαραμάδες ελπίδας για μια διπλωματική διέξοδο στην κρίση της Μέσης Ανατολής, μέσω… Πακιστάν.

Σύμφωνα με δηλώσεις του Γερμανού αξιωματούχου Γιόχαν Βάντεφουλ στο ραδιόφωνο Deutschlandfunk, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονται σε διαδικασία προετοιμασίας μιας άμεσης συνάντησης, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί πολύ σύντομα στο Πακιστάν.

Η αποκάλυψη αυτή, η οποία μεταδόθηκε από το πρακτορείο Reuters, υποδεικνύει ότι πίσω από την εμπρηστική ρητορική και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, υπήρξαν το τελευταίο διάστημα έντονες παρασκηνιακές και έμμεσες επαφές ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Αν και οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί επίσημα από ανεξάρτητες πηγές, η επιλογή του Πακιστάν ως ουδέτερου εδάφους για απευθείας συνομιλίες θεωρείται στρατηγική κίνηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, η οποία συμπληρώνει ήδη έναν μήνα εχθροπραξιών.

Η Ευρώπη γονατίζει, περιμένοντας τις επαφές στο Πακιστάν…  

Ωστόσο, ενώ η διπλωματία αναζητά βηματισμό, οι οικονομικές συνέπειες του «πολέμου του Τραμπ» έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται οδυνηρά αισθητές στην Ευρώπη. Η Γηραιά Ήπειρος, που μόλις άρχιζε να συνέρχεται από τους κραδασμούς του πολέμου στην Ουκρανία, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα οικονομικής αβεβαιότητας.

Η στρατιωτική εκστρατεία του Αμερικανού προέδρου, της οποίας η κατάληξη παραμένει ασαφής, προκαλεί επιβράδυνση της ανάπτυξης και εκτόξευση του πληθωρισμού, ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις στον βιομηχανικό, δημοσιονομικό και πολιτικό τομέα της περιοχής.

Η ενεργειακή κρίση αποτελεί την αιχμή του δόρατος αυτού του νέου σοκ. Με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν ουσιαστικά κλειστά, οι τιμές της ενέργειας τροφοδοτούν έναν ανοδικό κύκλο τιμών που πλήττει πρωτίστως τους ενεργοβόρους κλάδους.

Στη Γερμανία, η χημική βιομηχανία – που είχε πληγεί βάναυσα από την κρίση του 2022 – προειδοποιεί ήδη για περικοπές στην παραγωγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μεγαλύτερο εργοστάσιο αμμωνίας της χώρας, η SKW Piesteritz, η οποία περιόρισε τη λειτουργία της στο τεχνικό ελάχιστο του 85%, ενώ κολοσσοί όπως η Evonik Industries παραδέχονται ότι οι έμμεσες συνέπειες των εχθροπραξιών είναι πλέον αναπόφευκτες.

Η εφοδιαστική αλυσίδα

Οι επιπτώσεις επεκτείνονται ραγδαία και στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η ναυτιλιακή εταιρεία Hapag-Lloyd αντιμετωπίζει πρόσθετα εβδομαδιαία κόστη ύψους 40-50 εκατ. δολαρίων για καύσιμα και ασφάλιστρα, έξοδα που μοιραία μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω έκτακτων επιβαρύνσεων.

Η ανησυχία των νοικοκυριών για το αυξανόμενο κόστος ζωής είναι διάχυτη, με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία να καταγράφει κατακόρυφη αύξηση στις προσδοκίες για ταχύτερο πληθωρισμό. Στο ίδιο μήκος κύματος, εταιρείες λιανικής όπως η βρετανική Next και η σουηδική H&M προειδοποιούν για αυξήσεις τιμών και κάμψη της κατανάλωσης αν η σύγκρουση παραταθεί πέραν του τριμήνου.

Το σοκ αυτό είναι «πέρα από όσα μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή», δήλωσε χαρακτηριστικά η Κριστίν Λαγκάρντ, τονίζοντας ότι η σοβαρότητα της κρίσης γίνεται αντιληπτή με καθυστέρηση. Ήδη, η Γερμανία και η Ιταλία εξετάζουν την προς τα κάτω αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας φαίνεται να στρέφονται προς νέες αυξήσεις επιτοκίων για να τιθασεύσουν τις τιμές.