Η Ευρωζώνη καλείται να διαχειριστεί μια νέα ενεργειακή αναταραχή με αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αρχίζει να επηρεάζει άμεσα την οικονομία, τις τιμές και τις αγορές. Το μήνυμα που εξέπεμψαν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup είναι σαφές: στήριξη μεν, αλλά με μέτρα προσωρινά, στοχευμένα και δημοσιονομικά υπεύθυνα.
Στο επίκεντρο των αποφάσεων βρίσκεται η ανάγκη προστασίας των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χωρίς όμως να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα και η στρατηγική της ενεργειακής μετάβασης.
Προτεραιότητα στους ευάλωτους – Όχι απόκλιση από τη δημοσιονομική πειθαρχία
Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, υπογράμμισε ότι τα μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να είναι «στοχευμένα, δίκαια και αποτελεσματικά», με άμεση εφαρμογή αλλά και σαφή προσωρινό χαρακτήρα.
Όπως τόνισε, η Ευρώπη έχει πλέον μεγαλύτερη εμπειρία και είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το 2022, έχοντας μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση και ενισχύσει τις υποδομές της. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, καθώς η διάρκεια και η ένταση της κρίσης θα καθορίσουν το τελικό οικονομικό αποτύπωμα.
Ο ίδιος έθεσε ξεκάθαρα και τη στρατηγική διάσταση της ευρωπαϊκής πολιτικής: η διαχείριση της κρίσης δεν πρέπει να εκτροχιάσει τον στόχο της ενεργειακής μετάβασης. «Ο ρόλος της Ευρώπης είναι διπλός: να προστατεύσει τους πολίτες σήμερα και να οικοδομήσει μια πιο ανθεκτική οικονομία για το αύριο», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ενέργεια, πληθωρισμός και χαμηλή ανάπτυξη
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις προειδοποίησε ότι η κρίση έχει ήδη ενταθεί σε σχέση με τις αρχές Μαρτίου.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία –όπως σημείωσε– χρησιμοποιούνται ως γεωπολιτικό εργαλείο πίεσης, ενισχύοντας την άνοδο των τιμών ενέργειας. Ο αντίκτυπος, όπως εξήγησε, θα εξαρτηθεί από το εύρος και τη διάρκεια της σύγκρουσης, ενώ ο βασικός κίνδυνος για την Ευρώπη είναι ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης με επίμονο πληθωρισμό.
Η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι θα συνεργαστεί με τα κράτη-μέλη για τη λήψη εθνικών μέτρων, ωστόσο θέτει σαφείς περιορισμούς: οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι προσωρινές, να μην ενισχύουν τη ζήτηση για ορυκτά καύσιμα και να ευθυγραμμίζονται με το δημοσιονομικό πλαίσιο.
Περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος και αυξημένο κόστος δανεισμού
Η συζήτηση στο Eurogroup ανέδειξε και ένα κρίσιμο δεδομένο: τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι πλέον στενά. Μετά από διαδοχικά σοκ –πανδημία, ενεργειακή κρίση και γεωπολιτικές εντάσεις– και υπό το βάρος αυξημένων αμυντικών δαπανών, οι κυβερνήσεις καλούνται να κινηθούν με μεγάλη προσοχή.
Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Πιερ Γκραμένια, προειδοποίησε ότι ακόμη και αν η σύγκρουση τερματιστεί σύντομα, οι επιπτώσεις στην ενέργεια και τις αγορές θα έχουν διάρκεια.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αγορών, οι τιμές ενέργειας αναμένεται να παραμείνουν υψηλές καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, ενώ η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη προβλέπεται να κινηθεί κάτω από το 1%. Παράλληλα, αναμένεται άνοδος των επιτοκίων στα κρατικά ομόλογα, γεγονός που μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος δανεισμού για τα κράτη.
«Όχι» σε γενικευμένη δημοσιονομική χαλάρωση
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ξεκάθαρη στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στο ενδεχόμενο χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων. Η Κομισιόν απορρίπτει την ενεργοποίηση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής, εκτιμώντας ότι –παρά τις πιέσεις– δεν διαπιστώνεται προς το παρόν σοβαρή ύφεση στην ευρωζώνη.
Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί μια πιο αυστηρή προσέγγιση σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας, καθώς προτεραιότητα δίνεται στη διατήρηση της αξιοπιστίας του δημοσιονομικού πλαισίου και στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, απορρίπτεται και η ευρεία χρήση εθνικών ρητρών διαφυγής για ενεργειακά μέτρα, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές και μη ελεγχόμενες καταστάσεις.
Το νέο μοντέλο στήριξης
Αντί για οριζόντιες παρεμβάσεις, η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίζεται πλέον σε τέσσερις βασικούς άξονες: στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων, προσωρινός χαρακτήρας μέτρων, συμβατότητα με την πράσινη μετάβαση και αποφυγή ενίσχυσης της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων.
Η εμπειρία της περιόδου 2022–2023 λειτουργεί ως οδηγός, καθώς τότε τα γενικευμένα μέτρα είχαν υψηλό κόστος και περιορισμένη αποτελεσματικότητα, με μικρό μόνο μέρος των πόρων να φτάνει τελικά σε όσους είχαν πραγματική ανάγκη.