Πόλεμος στο Ιράν: Οι 25 μέρες που άλλαξαν το πρόσωπο του Ντουμπάι

Πώς η πολεμική εμπλοκή κλονίζει το μοντέλο του Ντουμπάι, προκαλώντας φυγή κεφαλαίων και αβεβαιότητα σε έναν έως τώρα αλώβητο οικονομικό παράδεισο

Ντουμπάι Pixbay©

Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Ντουμπάι βρέθηκε αντιμέτωπο άμεσα με τον πόλεμο. Το εμιράτο, που επί δεκαετίες θεωρούσε τον εαυτό του προστατευμένο μέσα σε μια «φούσκα» ευημερίας και σταθερότητας, αναγκάζεται πλέον να επανεξετάσει ένα μοντέλο ανάπτυξης που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε ακλόνητο. Όπως μεταδίδει ο Clément Perruche, ειδικός απεσταλμένος της Les Echos στο Ντουμπάι, άδεια ξενοδοχεία, ένα λιμάνι χωρίς αφίξεις πλοίων και οι διαρκείς σειρήνες προειδοποίησης στα κινητά τηλέφωνα για επερχόμενους ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους, αποτελούν πλέον τη νέα καθημερινότητα της πόλης.

Μέσα σε ένα μήνα οι εξελίξεις στην Μέση Ανατολή άλλαξαν ριζικά το διεθνές προφίλ του Ντουμπάι. Το αφήγημα ενός τόπου που επί χρόνια αποτελούσε ένα πολυτελές και ασφαλές καταφύγιο έπαψε να υφίσταται. Παρά το γεγονός ότι το Ντουμπάι είχε καταφέρει να αποφύγει πολεμικές συγκρούσεις στο παρελθόν, η εγγύτητα με το Ιράν, που μέχρι πρότινος θεωρούνταν διαχειρίσιμος κίνδυνος, απέκτησε ξαφνικά πραγματικές διαστάσεις, φέρνοντας την πόλη αντιμέτωπη με τη σκληρή γεωπολιτική πραγματικότητα.

Το πλήγμα δεν ήταν μόνο υλικό αλλά κυρίως συμβολικό

Όπως αναφέρει η γαλλική οικονομική εφημερίδα Les Echos περισσότερες από τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη των επιθέσεων, στο Dubai International Financial Centre επικρατεί ασυνήθιστη ηρεμία. Η επιχειρηματική συνοικία, άλλοτε γεμάτη τραπεζίτες και επενδυτές από όλο τον κόσμο, έχει μετατραπεί σε μία από τις πιο ήσυχες περιοχές της πόλης.

Οι εικόνες από τα συντρίμμια των drones που έπεσαν στο κέντρο και ο μαύρος καπνός που υψώθηκε πάνω από τους ουρανοξύστες ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, και ήταν αρκετά για να ενισχύσουν την αίσθηση αβεβαιότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα, διεθνείς τράπεζες, όπως η Citi και η HSBC, έκλεισαν προσωρινά τα υποκαταστήματά τους, ενώ αναλυτές προειδοποίησαν ότι ένα μέρος του κεφαλαίου δεν θα επιστρέψει, υπογραμμίζοντας ότι η κρίση ήταν εξίσου συμβολική όσο και οικονομική.

Παρά τους περίπου 2.000 πυραύλους και drones που εκτοξεύθηκαν προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η εμιρατιανή αεράμυνα πέτυχε, σύμφωνα με τις αρχές, ποσοστό αναχαίτισης που άγγιξε το 90%, αποτρέποντας μια πολύ μεγαλύτερη καταστροφή. Ωστόσο, ο αιφνιδιασμός ήταν βαθύς. Τα ιρανικά πλήγματα προκάλεσαν οκτώ νεκρούς και περίπου εκατό τραυματίες, καθιστώντας τα Εμιράτα τον βασικό στόχο των επιθέσεων με τον διπλωματικό σύμβουλο της κυβέρνησης Anwar Gargash να παραδέχεται ότι: «Δεν είχαμε ποτέ αντιμετωπίσει πόλεμο αυτής της κλίμακας. Τα Εμιράτα υποτίμησαν την ιρανική απάντηση».

Συνεπώς, παρότι οι υλικές ζημιές παραμένουν περιορισμένες, ο αντίκτυπος των εικόνων υπήρξε καθοριστικός.

Η οικονομία σε αναμονή

Παρά τις προσπάθειες των αρχών και του Mohammed Ben Zayed, του Εμίρη του Αμπού Ντάμπι και προέδρου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, να διατηρήσουν μια εικόνα κανονικότητας, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Στην επιφάνεια, η ζωή στο Ντουμπάι φαίνεται να συνεχίζεται κανονικά, όμως οι αντιπυραυλικές σειρήνες και οι εκρήξεις από την αναχαίτιση ιρανικών μηχανημάτων υπενθυμίζουν ότι η κατάσταση παραμένει τεταμένη.

Σύμφωνα με τη Les Echos, οι επιπτώσεις της τρέχουσας κατάστασης γίνονται αισθητές και στους βασικούς πυλώνες της οικονομίας. Ο τουρισμός, που αντιπροσωπεύει το 13% του ΑΕΠ, οι μεταφορές εμπορευμάτων (10%) και οι αερομεταφορές (18%) πλήττονται σοβαρά. Φέτος, το ΑΕΠ επρόκειτο να αυξηθεί κατά 5%, αλλά οι οικονομολόγοι πλέον προειδοποιούν για πιθανή ύφεση υπογραμμίζοντας ότι:  «Το μοντέλο λειτουργούσε καλά. Το Ντουμπάι είχε διαφοροποιήσει την οικονομία του με εξαιρετικό σχεδιασμό. Το πλήγμα είναι τόσο πιο βάναυσο».

Ταυτόχορνα, η μεγαλύτερη ανησυχία των Εμιράτων, δηλαδή το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν, έχει γίνει πραγματικότητα. Το Abu Dhabi δεν μπορεί πλέον να εξάγει το πετρέλαιό του (25% του ΑΕΠ των Εμιράτων) μέσω θαλάσσης. Υπάρχει μια εναλλακτική οδός μέσω του αγωγού που συνδέει τα πετρελαϊκά πεδία της δυτικής χώρας με το λιμάνι της Fujairah, στην ανατολική ακτή, αλλά η χωρητικότητά του περιορίζεται σε 1,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ μέχρι πρότινος 2 εκατομμύρια βαρέλια εξάγονταν καθημερινά μέσω θαλάσσης. Παράλληλα, οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Fujairah βρίσκονται συχνά στο στόχαστρο.

Το λιμάνι του Jebel Ali, η σπονδυλική στήλη της οικονομίας, παραμένει σε στάση, ενώ η ζώνη ελεύθερου εμπορίου Jafza πλήττεται εξίσου. Το αεροδρόμιο, που δέχεται περίπου 100 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως, λειτουργεί στο ένα τρίτο της χωρητικότητάς του, καθώς οι ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες ανέστειλαν τις πτήσεις τους φοβούμενες επιθέσεις.

Διαφαίνεται λοιπόν, ότι όλο το εμπόριο και οι βασικοί οικονομικοί μηχανισμοί της πόλης βρίσκονται σε αναταραχή, απειλώντας ένα μοντέλο που είχε σχεδιαστεί με μεγάλη επιτυχία και διαφοροποίηση, ενώ ταυτοχρόνως η πίεση αυτή φέρνει στο προσκήνιο την ευθραυστότητα ακόμη και των πιο επιτυχημένων οικονομικών μοντέλων.

Φυγή κεφαλαίων

Η ένταση της ιρανικής αντίδρασης απειλεί πλέον έναν ακόμη βασικό πυλώνα του οικονομικού μοντέλου του Ντουμπάι. Πέρα από τον ρόλο του ως παγκόσμιου κόμβου logistics, το εμιράτο εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια σε σημαντικό χρηματοπιστωτικό κέντρο.

Μέσα σε μόλις δεκαπέντε χρόνια, το Dubai International Financial Centre (DIFC), η καρδιά των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών της πόλης, ανέβηκε από την 28η στην 11η θέση παγκοσμίως, ενώ περισσότερα από χίλια ρυθμιζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εγκαταστάθηκαν εκεί. Τραπεζίτες και traders κατέφθασαν μαζικά, προσελκυσμένοι τόσο από την απουσία φόρου εισοδήματος όσο και από το υψηλό επίπεδο διαβίωσης που προσφέρει το εμιράτο.

Ωστόσο, η κλιμάκωση της σύγκρουσης γεννά ανησυχία. Αν το αίσθημα ανασφάλειας παγιωθεί, αυτός ο διεθνής χρηματοπιστωτικός μικρόκοσμος ενδέχεται να αρχίσει να αποχωρεί. Σύμφωνα με το Reuters, ακρκετοί Ασιάτες επενδυτές έχουν ήδη ξεκινήσει διαδικασίες μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων προς τη Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ. Παράλληλα, το αμερικανικό hedge fund Millennium Management, άρχισε να μετακινεί μέρος του προσωπικού του στο νησί Τζέρσεϊ, μετά τις ζημιές που προκάλεσαν θραύσματα ιρανικού drone στο κτίριο όπου στεγάζονταν τα γραφεία του.

Εδώ και εβδομάδες, μεγάλες τράπεζες και συμβουλευτικές εταιρείες επιτρέπουν στους εργαζομένους τους να εργάζονται προσωρινά από άλλες χώρες, ενώ οι Standard Chartered, η HSBC και η Citi έχουν ήδη εκκενώσει τα γραφεία τους στα Εμιράτα και σε άλλα κράτη του Κόλπου για λόγους ασφαλείας.

Μαζί με τις μεγάλες τράπεζες, μετακινείται πλέον και μέρος των κεφαλαίων, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου. Σύμφωνα με γνώστη της αγοράς στο Ντουμπάι, ο οποίος μίλησε στη Handelsblatt, μεμονωμένοι διαχειριστές περιουσίας απέσυραν ήδη μέσα στην πρώτη εβδομάδα δισεκατομμύρια δολάρια από το εμιράτο. «Η κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να περιορίσει τη φυγή κεφαλαίων, όμως αυτό είναι εφικτό μόνο εν μέρει», σημειώνει. «Τα κεφάλαια αποχωρούν με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν με την οποία μπορεί να υπάρξει αντίδραση.»

Ταυτόχρονα, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη εκροή ξένων και εγχώριων χρηματοπιστωτικών πόρων, σύμφωνα με έκθεση του οίκου αξιολόγησης S&P. Για τις τράπεζες των κρατών του Κόλπου, ο δυνητικός κίνδυνος ανέρχεται, κατά την S&P, στα 307 δισεκατομμύρια δολάρια. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχουν καταγραφεί ενδείξεις μαζικής φυγής κεφαλαίων. Ο σύμβουλος επιχειρήσεων Sebastian Weißschnur δεν διαπιστώνει επίσης γενικευμένη τάση αποεπένδυσης. «Παρατηρούνται όμως τα πρώτα σημάδια ανακατανομής περιουσιακών στοιχείων, αιτήματα μεταφοράς κεφαλαίων και δημιουργία εναλλακτικών δομών ασφάλειας και ακριβώς αυτή η φάση είναι που συχνά υποτιμάται», επισημαίνει. Επίσης, όπως σημειώνει, το κεφάλαιο σπάνια αποχωρεί με θόρυβο: «Συνήθως όλα ξεκινούν με σιωπηλές αποφάσεις για τη δημιουργία εναλλακτικών επιλογών. Και όταν αυτές οι αποφάσεις ληφθούν, ένα μέρος των κεφαλαίων δύσκολα επιστρέφει.»

Η προσπάθεια περιορισμού των ζημιών

Πολλοί ειδικοί είναι πεπεισμένοι ότι η ζημιά είναι μεν αναστρέψιμη, αλλά θα έχει σοβαρότερες συνέπειες όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος. Για μια πόλη της οποίας το επιχειρηματικό μοντέλο βασίζεται σε διεθνώς κινητό κεφάλαιο, η αρχόμενη διάβρωση της εικόνας ασφάλειας αποτελεί ήδη σοβαρό πρόβλημα.

Η κυβέρνηση προσπαθεί με κάθε τρόπο να προστατεύσει αυτή την εικόνα. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας των ΗΑΕ, Khaled Mohamed Balama, δήλωσε ότι ο τραπεζικός τομέας συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά. Οι τράπεζες στα ΗΑΕ έχουν επωφεληθεί τα τελευταία χρόνια από την αυξανόμενη ζήτηση για πιστώσεις, αφού η κυβέρνηση επένδυσε δισεκατομμύρια δολάρια σε τομείς όπως ο τουρισμός και οι υποδομές.

«Για τους επενδυτές και τη διεθνή κοινότητα, το μήνυμα είναι σαφές: τα ΗΑΕ παραμένουν σταθερά, ανθεκτικά και ανοιχτά για επιχειρήσεις», δήλωσε ο Ahmed Alattar, πρέσβης των ΗΑΕ στη Γερμανία, σε συνέντευξη στην Handelsblatt. «Έχουμε ξεπεράσει στο παρελθόν προκλήσεις όπως η χρηματοπιστωτική κρίση ή η πανδημία Covid-19, και κάθε φορά τα ΗΑΕ βγήκαν πιο ισχυρά και πιο ανθεκτικά.»Ο δικηγόρος Shah επίσης δεν ανησυχεί για τη μακροπρόθεσμη σημασία της περιοχής υπογραμμίζοντας ότι: «Δεν λείπουν οι φιλοδοξίες εδώ» υπενθυμίζοντας μάλιστα τις προηγούμενες κρίσεις. Ακόμη και κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση, η αεροπορική εταιρεία Emirates υπέβαλε τη μεγαλύτερη παραγγελία αεροσκαφών στην ιστορία. Βραχυπρόθεσμα η εικόνα σίγουρα θα πληγεί, αλλά μόλις η κατάσταση ηρεμήσει, η μακροπρόθεσμη πορεία της περιοχής δεν θα αλλάξει.