Η συμπλήρωση τριάντα ημερών από την έναρξη της επιχείρησης Epic Fury βρίσκει τη Μέση Ανατολή σε μια κατάσταση που ελάχιστα θυμίζει έναν άλλο πόλεμο στην ίδια περιοχή το 2003, με την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
Τότε, η Ουάσιγκτον του Τζορτζ Μπους του νεότερου προχώρησε σε μια εισβολή στο Ιράκ με στόχο την ολοκληρωτική ανατροπή ενός συμβατικού στρατού.
Σήμερα, η αναμέτρηση με το Ιράν εξελίσσεται σε έναν πόλεμο στρατηγικής αντοχής, όπου το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος χτυπά δυνατότερα, αλλά ποιος μπορεί να συνεχίσει να παράγει κόστος στον αντίπαλο χωρίς να εξαντλήσει πρώτος τα δικά του περιθώρια και αποθέματα.
Είναι σημαντικό ότι γίνεται συζήτηση όχι μόνο για τα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, αλλά και για τα αποθέματα αντίστοιχων πυρομαχικών των ΗΠΑ που εκτοξεύονται από πολεμικά τους σκάφη στην περιοχή. Όσο για τα ιρανικά drones αυτά δεν υπάρχει περίπτωση να εξαντληθούν.
Αν και οι δύο συγκρούσεις ξεκίνησαν με την υπόσχεση μιας «γρήγορης νίκης» και της «αλλαγής καθεστώτος», οι διαφορές τους αναδεικνύουν γιατί το Ιράν αποτελεί μια πολύ πιο σύνθετη και επικίνδυνη εξίσωση.
Η βασική ομοιότητα κρύβεται στην αρχική ψευδαίσθηση. Όπως το 2003 ο Μπους υποσχόταν έναν «υγιεινό περίπατο» (cakewalk), έτσι και το 2026 η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε την επιχείρηση Epic Fury με την πεποίθηση ότι το Ιράν θα κατέρρεε σε λίγες εβδομάδες υπό το βάρος των αμερικανικών και ισραηλινών βομβαρδισμών.
Στόχος η ιρανική ηγεσία και αλλαγή του καθεστώτος
Όπως ο Σαντάμ ήταν ο στόχος το 2003, έτσι και το 2026 το πρώτο πλήγμα (28 Φεβρουαρίου) είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του ανώτατου Ιρανού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, με την ελπίδα ότι η αποκεφαλισμένη ηγεσία θα οδηγούσε σε άμεση συνθηκολόγηση.
Και στις δύο περιπτώσεις, η αιτιολόγηση βασίστηκε στο πυρηνικό πρόγραμμα/όπλα μαζικής καταστροφής (Weapons of Mass Destruction) και την «επικείμενη απειλή», με τον Τραμπ να χρησιμοποιεί μια ρητορική που θυμίζει έντονα τον «Άξονα του Κακού» του Μπους.
Το πλεονέκτημα των ιρανικών βαλλιστικών και drones
Το Ιράκ είχε έναν απαρχαιωμένο τακτικό στρατό. Το Ιράν διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο βαλλιστικών πυραύλων και drones που είναι σχεδιασμένα για πόλεμο φθοράς. Ακόμα και μετά από έναν μήνα σφοδρών πληγμάτων, η Τεχεράνη διατηρεί την ικανότητα να χτυπά το Ισραήλ και τις αμερικανικές βάσεις, αποδεικνύοντας ότι η οριστική αχρήστευση της απειλής είναι αδύνατη μόνο από τον αέρα.
Η Τεχεράνη, παρά το βαρύ κόστος που έχει υποστεί, δεν εμφανίζεται ως ηττημένη με τους κλασικούς όρους. Το ιρανικό πυραυλικό δίκτυο έχει χτυπηθεί σκληρά, όμως η παραγωγική του βάση δεν έχει εξαλειφθεί.
Το Ιράν συνεχίζει να εκτοξεύει βαλλιστικούς πυραύλους και σμήνη drones, επιλέγοντας πλέον πιο προστατευμένες θέσεις και στόχους με μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική απόδοση. Αυτή η ικανότητα να κρατά ζωντανή την αβεβαιότητα αποτελεί το κεντρικό στρατηγικό επιχείρημα της Τεχεράνης, η οποία δεν χρειάζεται να νικήσει στο πεδίο, αλλά να αποδείξει ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί σε υποταγή.
Tα Στενά του Ορμούζ
Σε αντίθεση με το Ιράκ, το Ιράν ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ. Η ικανότητά του να ελέγχει τη διεθνή ενεργειακή ναυσιπλοΐα μετατρέπει την τοπική σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό εφιάλτη, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές ενέργειας και τον πληθωρισμό στη Δύση.

H τεράστια σημασία του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ στην παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία. Kάτω δεξιά τα ποσοστά εισαγωγών πετρελαίου/LNG που περνούν από τα Στενά για να καταλήξουν σε 5 ενδεικτικές χώρες και την Ευρώπη © Χ.com
Το 2003 η εισβολή ήταν η καρδιά του σχεδίου. Το 2026, η χερσαία επέμβαση στο Ιράν θεωρείται από το Πεντάγωνο ως μια μαύρη τρύπα που θα απαιτούσε εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες και τρισεκατομμύρια δολάρια, κάνοντας το Ιράκ να μοιάζει με απλή άσκηση.
Σε αυτή την εξίσωση, τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύονται στο πιο κρίσιμο μέτωπο, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από τον αέρα στη θάλασσα. Το Ιράν μετατρέπει τη γεωγραφία σε όπλο, εφαρμόζοντας ένα καθεστώς ελέγχου στη ναυσιπλοΐα όπου πλοία ελέγχονται από τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Η λαβή αυτή πάνω στις ενεργειακές ροές προκαλεί ήδη σοβαρές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, επηρεάζοντας από τα πετροχημικά και τα λιπάσματα μέχρι το φυσικό αέριο.
Ο καταναλωτής στη Δύση είναι αυτός που ήδη τιμολογεί τον φόβο, καθώς οι αγορές βλέπουν το Ορμούζ όχι απλώς ως θαλάσσιο πέρασμα, αλλά ως το σημείο όπου η Τεχεράνη μπορεί να προκαλέσει παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Το δίλημμα του Τραμπ και οι 10 ημέρες παύσης
Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε δύο κακές επιλογές: κλιμάκωση ή σταδιακή απεμπλοκή.
Η Παύση (έως 6 Απριλίου): Η ανακοίνωση για παύση των πληγμάτων στις ενεργειακές υποδομές δεν είναι κίνηση καλής θέλησης. Είναι μια δοκιμή προθέσεων. Ο Τραμπ θέλει να δει αν η Τεχεράνη θα σπάσει και θα δεχτεί το σχέδιο των 15 σημείων που διαβιβάστηκε μέσω Πακιστάν.
Ο Τραμπ απεχθάνεται τους μακροχρόνιους πολέμους. Είναι πολύ πιο πιθανό να συνεχίσει τα χειρουργικά πλήγματα και την οικονομική ασφυξία, αφήνοντας το Ισραήλ να αναλάβει το πιο ριψοκίνδυνο μέρος των επιχειρήσεων, παρά να διατάξει μια πλήρη εισβολή που θα τον εγκλώβιζε για χρόνια.
Οι χώρες του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Εμιράτα) πατούν σε δύο βάρκες
Δημόσια: Στηρίζουν την αποδυνάμωση του Ιράν, καθώς το βλέπουν ως υπαρξιακό εχθρό.
Παρασκηνιακά: Τρέμουν την ολοκληρωτική σύρραξη. Πρωτοστατούν σε διπλωματικές πρωτοβουλίες (μέσω Πακιστάν) επειδή γνωρίζουν ότι αν το Ιράν αποφασίσει να «κάψει» την περιοχή (όπως έκανε στο Κατάρ), οι δικές τους υποδομές θα είναι οι πρώτες που θα πληρώσουν το τίμημα.
Ο πόλεμος στο Ιράν του 2026 είναι ένας πόλεμος διαχείρισης κόστους. Ο Τραμπ προσπαθεί να βρει ένα δρόμο διαφυγής που θα του επιτρέψει να δηλώσει νίκη, χωρίς να χρειαστεί να στείλει ούτε έναν στρατιώτη στο ιρανικό έδαφος.
Οι επιλογές Τραμπ και τα σενάρια
Το βασικό συμπέρασμα των τελευταίων εβδομάδων είναι ότι η σύγκρουση δεν βαδίζει ούτε προς μια καθαρή λήξη ούτε προς ένα τελειωτικό χτύπημα. Αντιθέτως, μπαίνει σε μια φάση όπου η στρατιωτική πίεση και η ενεργειακή ασφυξία συνυπάρχουν με μια ιδιότυπη διπλωματία.
Στον Λευκό Οίκο, η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ παραμένει αινιγματική και με διπλό πρόσωπο. Από τη μία πλευρά, διατηρείται η απειλή για μέγιστη κλιμάκωση, με τον Αμερικανό πρόεδρο να προειδοποιεί για συνεχή πλήγματα.
Από την άλλη, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ επιβεβαίωσε την αποστολή ενός σχεδίου 15 σημείων προς την Τεχεράνη μέσω Πακιστάν, αναζητώντας μια διέξοδο από την παρούσα κρίση.
Η παύση των δέκα ημερών στα πλήγματα κατά των ενεργειακών εγκαταστάσεων έως τις 6 Απριλίου εντάσσεται σε αυτή τη λογική της δοκιμής προθέσεων. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να θέλει να διαπιστώσει αν η Τεχεράνη ζητά πράγματι χρόνο για διαπραγμάτευση ή αν απλώς επιχειρεί να ανασυνταχθεί.
Το ερώτημα για τις επόμενες κινήσεις του Τραμπ παραμένει ανοιχτό. Παρά τη μετακίνηση αερομεταφερόμενων δυνάμεων και πεζοναυτών στην περιοχή, η πιθανότητα μιας πλήρους χερσαίας εισβολής φαντάζει εξαιρετικά χαμηλή, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει αποτελέσματα χωρίς το βάλτωμα μιας μακράς κατοχής.
Το πιθανότερο σενάριο είναι να συνεχίσει τα επιλεκτικά πλήγματα σε κρίσιμους κόμβους, όπως το νησί Χαργκ, αφήνοντας το Ισραήλ να αναλάβει το κύριο βάρος των επιχειρήσεων στο έδαφος. Αυτή η τακτική όμως δημιουργεί ρήγμα με το Τελ Αβίβ.
Ισραήλ και χώρες του Κόλπου
Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου δεν φαίνεται διατεθειμένος να αποδεχθεί ένα αφήγημα εξόδου που θα επέτρεπε στο Ιράν να παρουσιάσει την επιβίωσή του ως νίκη.
Για το Ισραήλ, το μέτωπο πρέπει να παραμείνει ανοιχτό μέχρι την πλήρη εξάρθρωση της απειλής, γεγονός που απομακρύνει τις δύο συμμαχικές πρωτεύουσες ως προς τους τελικούς στόχους.
Στο παρασκήνιο, οι χώρες του Κόλπου παίζουν ένα σύνθετο διπλό παιχνίδι. Ενώ δημόσια εκφράζουν την ανησυχία τους και σε ορισμένες περιπτώσεις πιέζουν για αποφασιστική αμερικανική δράση προκειμένου να τελειώσει η απειλή, ταυτόχρονα πρωτοστατούν σε διπλωματικές πρωτοβουλίες μέσω Πακιστάν και Ομάν.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιλαμβάνονται ότι ένας ολοκληρωτικός πόλεμος θα κατέστρεφε τις δικές τους οικονομίες και υποδομές.
Η στάση τους είναι μια προσπάθεια εξισορρόπησης: θέλουν τον περιορισμό του Ιράν, αλλά φοβούνται μια ανεξέλεγκτη έκρηξη που θα μετέτρεπε ολόκληρη την περιοχή σε πεδίο μάχης.
Εύθραυστη αποκλιμάκωση
Η επόμενη μέρα δείχνει προς μια νευρική ενδιάμεση φάση. Το Ιράν θα προσπαθήσει να κρατήσει τη γεωοικονομική πίεση στα ύψη, επιδιώκοντας μια συμφωνία που δεν θα μοιάζει με άνευ όρων συνθηκολόγηση στο εσωτερικό του.
Η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να ζυγίζει το κόστος της εμπλοκής έναντι της ανάγκης για σταθεροποίηση των αγορών, ενώ το Ισραήλ θα πιέζει για κλιμάκωση προκειμένου να επιτύχει τη στρατηγική εξάλειψη του αντιπάλου.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αποκλιμάκωση, αν έρθει, θα είναι αποσπασματική και εύθραυστη, καθώς οι βαλλιστικοί πύραυλοι και τα drones έχουν ήδη αλλάξει τους κανόνες, καθιστώντας τον πόλεμο μια διαρκή άσκηση διαχείρισης του απρόβλεπτου κόστους.