Καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή βαθαίνει και οι εντάσεις με το Ιράν παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, το ενδεχόμενο μιας άμεσης χερσαίας επέμβασης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από εντολή του Ντόναλντ Τραμπ, επανέρχεται δυναμικά στη διεθνή συζήτηση.
Παρά τη στρατιωτική κινητοποίηση και τη μεταφορά επιπλέον δυνάμεων στην περιοχή, τα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επιχείρηση παραμένει, προς το παρόν, ένα σενάριο χαμηλής πιθανότητας – αλλά όχι αδύνατον ή εντελώς απίθανο.
Τις τελευταίες ημέρες χιλιάδες Αμερικανοί πεζοναύτες έχουν αναπτυχθεί στη Μέση Ανατολή, προερχόμενοι από τις εκστρατευτικές μονάδες 31st και 11th Marine Expeditionary Units, ενώ περίπου 2.000 αλεξιπτωτιστές της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας μετακινούνται επίσης στην περιοχή.

Aμερικανοί πεζοναύτες © Μarines.mil/USA
Αποβατικές δυνάμεις ταχείας ανάπτυξης
Οι συγκεκριμένες δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα ανάπτυξης μέσα σε λίγες ώρες και μπορούν να εκτελέσουν επιχειρήσεις υψηλής έντασης, όπως επιθέσεις σε προστατευμένα αεροδρόμια, ανοίγοντας τον δρόμο για ευρύτερες χερσαίες επιχειρήσεις.
Ωστόσο, παρά την κινητοποίηση, ανώτατοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης, όπως ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, επιμένουν ότι οι αμερικανικοί στόχοι μπορούν να επιτευχθούν χωρίς να πατήσουν «μπότες στο έδαφος».
Η γραμμή αυτή αντανακλά μια βαθύτερη ανησυχία στον Λευκό Οίκο για το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος μιας χερσαίας σύγκρουσης με μια χώρα που διαθέτει εκτεταμένες δυνατότητες ασύμμετρου πολέμου.

Πεζοναύτες της 31st Marines Expeditionary Unit (MEU), έτοιμοι για δράση στη Μέση Ανατολή © marines.mil/USA
Στρατιωτικοί αναλυτές, σύμφωνα με εκτιμήσεις που αποδίδονται στο Reuters και το Bloomberg, σημειώνουν ότι η τρέχουσα αμερικανική δύναμη που έχει αναπτυχθεί δεν επαρκεί για μια παρατεταμένη εκστρατεία τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν.
Οι επιχειρήσεις εκείνες είχαν απαιτήσει εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες, βαριά τεθωρακισμένα, εκτεταμένη εφοδιαστική υποστήριξη και μακροχρόνια παρουσία στο έδαφος. Αντίθετα, οι δυνάμεις που βρίσκονται τώρα στην περιοχή γύρω από το Ιράν είναι σαφώς περιορισμένες και προσανατολισμένες σε ταχείες, στοχευμένες αποστολές.

Αλεξιπτωτιστές της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας μέσα σε ένα μεταγωγικό C-17 Globemaster III της USAF © U.S. Air Force photo by Staff Sgt. Greg C. Biondo
Το νησί Χαργκ ως στόχος απόβασης
Ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάζονται αφορά περιορισμένες χερσαίες επιχειρήσεις σε κρίσιμες τοποθεσίες. Στο επίκεντρο βρίσκεται το νησί Χαργκ, μια μικρή νησίδα περίπου 23 τετραγωνικών χιλιομέτρων, μέσω της οποίας διέρχεται σχεδόν το 90% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν.

Η θέση του νησιού Χαργκ, βαθιά μέσα στον Περσικό Κόλπο. Στα δεξιά του χάρτη τα Στενά του Ορμούζ. © Χ.com
Η κατάληψή του θα μπορούσε να πλήξει καίρια τα οικονομικά της Τεχεράνης και να ασκήσει ισχυρή πίεση για επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών στον Περσικό Κόλπο.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει αναφερθεί στο παρελθόν στον συγκεκριμένο στόχο, ήδη από τη δεκαετία του ’80, προτείνοντας μια επιθετική προσέγγιση σε περίπτωση ιρανικών προκλήσεων.
Σήμερα η επιλογή αυτή επανέρχεται, αλλά συνοδεύεται από σοβαρές επιχειρησιακές δυσκολίες. Μια απόβαση στο Χαργκ θα αποτελούσε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις αμφίβιας επιχείρησης υπό συνθήκες άμεσης απειλής, με πιθανά πυρά από drones, πυραύλους και πυροβολικό, ενώ τα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσαν να ναρκοθετηθούν πριν από την άφιξη των αμερικανικών δυνάμεων.
Επιπλέον, ακόμη και αν οι αμερικανικές δυνάμεις καταλάμβαναν το νησί, το ερώτημα της διατήρησης του ελέγχου του παραμένει ανοιχτό. Η κατοχή εδάφους σε εχθρικό περιβάλλον απαιτεί σημαντικές ενισχύσεις και εκθέτει τα στρατεύματα σε συνεχή κίνδυνο.
Ήδη, σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές, οι ΗΠΑ έχουν πλήξει περίπου 90 στόχους στο Χαργκ μέσω αεροπορικών επιδρομών, γεγονός που δείχνει ότι η προτιμώμενη στρατηγική παραμένει η αποδυνάμωση από απόσταση.
Εναλλακτικοί στόχοι
Παράλληλα, εξετάζονται και άλλοι στόχοι μικρότερης κλίμακας, όπως τα νησιά Qeshm, Larak και Abu Musa, τα οποία διαδραματίζουν ρόλο στη διατήρηση του ιρανικού ελέγχου στις θαλάσσιες οδούς.

Tα νησιά Qeshm και Larak αποτελούν εναλλακτικούς στόχους απόβασης των ΗΠΑ. To νησί Χαργκ βρίσκεται πολύ πιο δυτικά και βαθιά στο εσωτερικό του Περσικού Κόλπου. © International Maritime Organisation
Το Qeshm, ωστόσο, με έκταση περίπου 1.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, θεωρείται υπερβολικά μεγάλο για κατάληψη με τις διαθέσιμες δυνάμεις, γεγονός που περιορίζει τις επιλογές σε πιο στοχευμένες επιχειρήσεις. Το πολύ μικρότερο Λαράκ φιλοξενεί ικανό οπλισμό, με τον οποίο οι Ιρανοί μπορούν να χτυπήσουν πλοία σε κρίσιμα ναυτικά περάσματα στο σημείο.
Ένα ακόμη σενάριο που εξετάζεται, σύμφωνα με αναλύσεις από το Axios και τους Financial Times, αφορά ειδικές επιχειρήσεις για τον εντοπισμό περίπου 440 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, που φέρονται να «εξαφανίστηκαν» ύστερα από προηγούμενα αμερικανικά πλήγματα το 2025.
Μια τέτοια αποστολή θα απαιτούσε συνδυασμό ειδικών δυνάμεων και υποστηρικτικών μονάδων, με επιχειρήσεις που θα διαρκούσαν εβδομάδες και θα εκτείνονταν σε πολλαπλές τοποθεσίες εντός του Ιράν.
Το σενάριο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο, καθώς θα εξέθετε τις αμερικανικές δυνάμεις σε επιθέσεις βαθιά σε εχθρικό έδαφος. Το Ιράν έχει αναπτύξει επί δεκαετίες δίκτυα ασύμμετρου πολέμου, με τη χρήση πολιτοφυλακών, drones και πυραυλικών συστημάτων, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο απωλειών.
Το πρόβλημα των αμερικανικών απωλειών
Η προοπτική αμερικανικών απωλειών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η αποφυγή απωλειών είναι βασική προτεραιότητα για την κυβέρνηση Τραμπ, κάτι που περιορίζει δραστικά την πιθανότητα μιας μεγάλης χερσαίας επέμβασης. Το Ιράν, από την πλευρά του, γνωρίζει αυτήν την ευαισθησία και προσαρμόζει τη στρατηγική του αναλόγως.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική διάσταση της σύγκρουσης εντείνει την πίεση για αποκλιμάκωση. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κρίσιμος παράγοντας για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, με περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου να διέρχεται από την περιοχή. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Ο Τραμπ έχει ήδη θέσει ως ορόσημο την 6η Απριλίου για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, αναβάλλοντας προς το παρόν πιο ακραία μέτρα, όπως επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές μεγάλης κλίμακας εντός του Ιράν. Μέχρι τότε η στρατηγική φαίνεται να επικεντρώνεται σε συνδυασμό στρατιωτικής πίεσης και διπλωματικών πρωτοβουλιών.
Μικρή πιθανότητα απόβασης
Συνολικά, το ενδεχόμενο μιας μεγάλης κλίμακας χερσαίας εισβολής παραμένει μικρό, κυρίως λόγω των επιχειρησιακών δυσκολιών, του υψηλού κόστους και του κινδύνου ευρύτερης κλιμάκωσης, χωρίς «σημείο επιστροφής». Πιο ρεαλιστικό θεωρείται το σενάριο περιορισμένων, στοχευμένων επιχειρήσεων, που θα λειτουργούν ως μοχλός πίεσης προς την Τεχεράνη.
Η κατάσταση, ωστόσο, παραμένει ρευστή. Σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτατα, ακόμη και ένα σενάριο χαμηλής πιθανότητας μπορεί να αποκτήσει δυναμική μέσα σε λίγες ημέρες, ιδιαίτερα αν οι διπλωματικές προσπάθειες αποτύχουν.