Ένα νέο, ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο σενάριο στη διαχείριση της σύγκρουσης με το Ιράν φαίνεται να εξετάζει η κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς, σύμφωνα με δηλώσεις της εκπροσώπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ζητήσει από τις χώρες του Κόλπου να καλύψουν το κόστος της πολεμικής επιχείρησης.
Η τοποθέτηση αυτή, που έγινε τη Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026, έρχεται σε μια περίοδο όπου η στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και το οικονομικό βάρος για την Ουάσιγκτον αυξάνεται.
Προοίμιο παρατεταμένης σύγκρουσης
Αν και δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση, η δήλωση αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική πλευρά εξετάζει εναλλακτικές για τη χρηματοδότηση μιας ενδεχομένως παρατεταμένης σύγκρουσης.
Η ιδέα της μετακύλισης του κόστους στους περιφερειακούς συμμάχους δεν είναι νέα για τον Τραμπ. Κατά την προηγούμενη θητεία του, είχε επανειλημμένα ζητήσει από πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, να συνεισφέρουν οικονομικά για την ασφάλεια της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι επωφελούνται άμεσα από την αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Στη σημερινή συγκυρία, το επιχείρημα αυτό αποκτά νέα διάσταση. Οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων της κρίσης, τόσο λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας με το Ιράν όσο και λόγω της εξάρτησής τους από την απρόσκοπτη λειτουργία των ενεργειακών αγορών. Η σταθερότητα στο Στενό του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, αποτελεί ζωτικό συμφέρον για τις οικονομίες τους.
Πολιτικές και διπλωματικές προκλήσεις
Ωστόσο, το ενδεχόμενο να κληθούν να χρηματοδοτήσουν άμεσα έναν πόλεμο δημιουργεί πολιτικές και διπλωματικές προκλήσεις. Παρά τη στρατηγική τους σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κράτη του Κόλπου έχουν επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να διατηρήσουν ισορροπίες στις σχέσεις τους με την Τεχεράνη, αποφεύγοντας την πλήρη ρήξη. Μια τέτοια οικονομική εμπλοκή θα μπορούσε να θεωρηθεί από το Ιράν ως ευθεία εχθρική ενέργεια.
Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι απλή. Δεν υπάρχει θεσμοθετημένος μηχανισμός που να επιτρέπει την επιβολή ή ακόμη και τη διαπραγμάτευση μιας τέτοιας χρηματοδότησης σε πραγματικό χρόνο, ενώ κάθε συμφωνία θα απαιτούσε σύνθετες πολιτικές διαβουλεύσεις και ανταλλάγματα.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η πρόταση εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική (βλέπε ΝΑΤΟ) που θέλει τους περιφερειακούς συμμάχους να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλειά τους. Για την Ουάσιγκτον, αυτό σημαίνει μείωση του άμεσου οικονομικού βάρους και ενίσχυση της πίεσης προς το Ιράν, μέσω μιας πιο συλλογικής περιφερειακής στάσης.
Αυξάνεται υπέρμετρα το κόστος της σύρραξης
Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει και τις εσωτερικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η αμερικανική κυβέρνηση. Το κόστος μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, ιδιαίτερα αν αυτή παραταθεί, μπορεί να ανέλθει σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που καθιστά ελκυστική κάθε επιλογή επιμερισμού του οικονομικού βάρους.
Παρά τις συζητήσεις αυτές, η τελική κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της σύγκρουσης και την πορεία των διπλωματικών επαφών. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι προτιμά μια συμφωνία με το Ιράν, ωστόσο δεν αποκλείει την περαιτέρω κλιμάκωση εάν αυτή δεν επιτευχθεί.