Προς ένα ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ, μετά τις απειλές Τραμπ για αποχώρηση ΗΠΑ

Το ερώτημα είναι αν μπορεί η Ευρώπη να οικοδομήσει μια δική της αμυντική συμμαχία, ικανή να λειτουργήσει χωρίς την αμερικανική ομπρέλα

Πητ Χέγκσεθ και Μαρκ Ρούτε © EPA/OLIVIER HOSLET

Οι επαναλαμβανόμενες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για αποδυνάμωση, ή ακόμη και αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ, έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ταμπού: μπορεί η Ευρώπη να οικοδομήσει μια δική της αμυντική συμμαχία, ικανή να λειτουργήσει χωρίς την αμερικανική ομπρέλα;

Σύμφωνα με σημερινή ανάλυση των New York Times, η ιδέα ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ» δεν αποτελεί πλέον απλώς ακαδημαϊκή άσκηση. Αντίθετα, συζητείται πλέον σε κυβερνητικά επιτελεία, με συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν τόσο τη δομή όσο και τη χρηματοδότηση μιας τέτοιας συμμαχίας.

Η βασική αφετηρία είναι ότι η αξιοπιστία των ΗΠΑ ως εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, ιδίως υπό μια ηγεσία που αντιμετωπίζει τη συμμαχία ως διαπραγματευτικό εργαλείο.

Οι NYT επισημαίνουν ότι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανησυχούν λιγότερο για μια τυπική αποχώρηση των ΗΠΑ και περισσότερο για ένα σενάριο «εσωτερικής αποδυνάμωσης» της συμμαχίας.

Δηλαδή, μια κατάσταση όπου η Ουάσιγκτον παραμένει τυπικά μέλος, αλλά αρνείται στην πράξη να τηρήσει το Άρθρο 5 ή θέτει όρους για την παροχή βοήθειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποτρεπτική ισχύς του ΝΑΤΟ θα υπονομευόταν εκ των έσω.

Εναλλακτικά σενάρια

Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, εξετάζονται διάφορα μοντέλα. Ένα από τα βασικά σενάρια είναι η δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής πυρηνικής ομπρέλας» βασισμένης στα οπλοστάσια της Γαλλίας και, ενδεχομένως, του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η ιδέα αυτή, που μέχρι πρόσφατα συναντούσε έντονες αντιδράσεις, κερδίζει έδαφος καθώς θεωρείται ο μόνος τρόπος να αντικατασταθεί η αμερικανική πυρηνική αποτροπή.

Ωστόσο, οι λεπτομέρειες είναι εξαιρετικά περίπλοκες. Η Γαλλία έχει διαχρονικά αντιμετωπίσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο ως εθνικό εργαλείο κυριαρχίας και όχι ως συλλογικό αγαθό.

Η μετατροπή του σε ευρωπαϊκό αποτρεπτικό μηχανισμό θα απαιτούσε θεσμικές αλλαγές αλλά και πολιτική συναίνεση που σήμερα δεν είναι δεδομένη. Παράλληλα, χώρες της ανατολικής Ευρώπης παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε οποιαδήποτε λύση που δεν περιλαμβάνει άμεση αμερικανική εμπλοκή, λόγω της εγγύτητάς τους με τη Ρωσία.

Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι οι στρατιωτικές δυνατότητες. Παρά τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες τα τελευταία χρόνια, οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για κρίσιμες λειτουργίες, όπως η στρατηγική αερομεταφορά, οι δορυφορικές πληροφορίες και η διοίκηση επιχειρήσεων.

Η δημιουργία μιας αυτόνομης συμμαχίας θα απαιτούσε επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και, κυρίως, χρόνο.

Παράδειγμα η Ουκρανία

Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η αδυναμία των ευρωπαϊκών κρατών να συντονίσουν αποτελεσματικά την παραγωγή πυρομαχικών μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Παρά τις πολιτικές δεσμεύσεις, οι διαφορές σε εθνικά πρότυπα, οι περιορισμοί της βιομηχανικής βάσης και η έλλειψη κοινών προμηθειών επιβράδυναν σημαντικά την υλοποίηση των στόχων. Αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, αποτελεί ένδειξη των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε μια πλήρως ενοποιημένη αμυντική δομή.

Στο πολιτικό επίπεδο, οι αντιθέσεις είναι εξίσου έντονες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ακόμη τους θεσμούς για να λειτουργήσει ως στρατιωτική συμμαχία τύπου ΝΑΤΟ, ενώ χώρες όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές Δημοκρατίες δίνουν προτεραιότητα στη διατήρηση των δεσμών με τις ΗΠΑ. Αντίθετα, κράτη όπως η Γαλλία προωθούν εδώ και χρόνια την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας».

Παρά τις δυσκολίες η συζήτηση έχει ήδη μετατοπιστεί. Δεν αφορά πλέον το αν η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία, αλλά πόσο γρήγορα μπορεί να την αποκτήσει και με ποια μορφή. Οι προτάσεις κυμαίνονται από μια ενισχυμένη ευρωπαϊκή συνιστώσα εντός του ΝΑΤΟ έως μια παράλληλη δομή που θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα σε περίπτωση αμερικανικής αποχώρησης.

Οι δηλώσεις και απειλές Τραμπ λειτουργούν ως καταλύτης για μια διαδικασία που ήδη βρισκόταν σε εξέλιξη. Η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα που επί δεκαετίες απέφευγε: μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά της χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες;