Η διεθνής κοινότητα εμφανίζεται απρόθυμη να προχωρήσει σε στρατιωτική επέμβαση στα Στενά του Ορμούζ, παρά την κλιμακούμενη ενεργειακή κρίση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σύμμαχοι επιλέγουν διπλωματική πίεση, ενώ οι εντάσεις με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ εντείνονται.
Αν ένα βασικό συμπέρασμα προέκυψε από τη διάσκεψη υπό την ηγεσία της Βρετανίας με τη συμμετοχή 41 χωρών για την αντιμετώπιση της επικείμενης ενεργειακής κρίσης, αυτό ήταν σαφές: δεν υπάρχει καμία διάθεση για ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων για ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ όσο συνεχίζεται ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν.
Η στάση αυτή διαμορφώνει ήδη το πλαίσιο των επόμενων κινήσεων της διεθνούς κοινότητας. Στη συμμαχία των 41 συμμετέχει και η Ελλάδα, λέει ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης στην “Απογευματινή”, καθώς ως ηγέτιδα ναυτική δύναμη έχει ζωτικό συμφέρον στη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν με σαφήνεια για τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών έχει μειωθεί δραματικά, από περίπου 150 δεξαμενόπλοια ημερησίως σε μόλις 10 έως 20, μεταδίδει το Politico. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις ανησυχίες για παγκόσμια ενεργειακή αστάθεια.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε επίσης υπό τη σκιά των πρόσφατων δηλώσεων του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κάλεσε τους συμμάχους να «αναλάβουν την πρωτοβουλία» και να αποστείλουν πολεμικά πλοία, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενεργειακό σοκ που προκλήθηκε από τις ιρανικές επιθέσεις αντιποίνων.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Απόρριψη στρατιωτικών επιλογών στα Στενά του Ορμούζ
Παρά τις πιέσεις, οι ηγέτες απέρριψαν κατηγορηματικά κάθε στρατιωτικό σενάριο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τέτοιες επιλογές δεν μπορούν να εξεταστούν πριν από την επίτευξη εκεχειρίας. Η τηλεδιάσκεψη διάρκειας 90 λεπτών ολοκληρώθηκε με συμφωνία για συνέχιση του συντονισμού, ενώ προγραμματίστηκε νέα συνάντηση για τον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας μετά τη σύγκρουση.
Όπως σημείωσε ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος, η κοινή δράση θεωρείται κρίσιμη, αλλά ταυτόχρονα απαιτείται ρεαλισμός ως προς το τι μπορούν να προσφέρουν οι επιμέρους χώρες.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Βρετανίας, οι χώρες συμφώνησαν να εντείνουν την πίεση – μεταξύ άλλων μέσω των Ηνωμένων Εθνών – ώστε να διασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να αποτραπεί οποιαδήποτε ιρανική προσπάθεια επιβολής διοδίων στα διερχόμενα πλοία.
Παράλληλα, δεν υπήρξε ουσιαστική συζήτηση για την υιοθέτηση μοντέλων όπως η Πρωτοβουλία για τα Σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, αν και αναγνωρίστηκε ότι ενδέχεται να υπάρχουν χρήσιμα διδάγματα από αυτήν την εμπειρία, αναφέρει το Politico.
Διαφωνίες με Τραμπ και ρήγματα στο ΝΑΤΟ
Ο Ντόναλντ Τραμπ διατύπωσε μια πολύ πιο απλοϊκή προσέγγιση, καλώντας τους συμμάχους να επιδείξουν αποφασιστικότητα και να στείλουν ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή. Ωστόσο, η θέση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις.
Ο Εμανουέλ Μακρόν απέρριψε την προοπτική στρατιωτικής δράσης ως «μη ρεαλιστική», προειδοποιώντας ότι μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε μεγάλο χρονικό διάστημα και θα εξέθετε τα δεξαμενόπλοια σε αυξημένο κίνδυνο πυραυλικών επιθέσεων.
Ταυτόχρονα, ο Τραμπ άσκησε κριτική και στο ΝΑΤΟ, εκφράζοντας απογοήτευση για τη στάση της Συμμαχίας. Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία, καθώς ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ετοιμάζεται να επισκεφθεί την Ουάσιγκτον.
Η επόμενη μέρα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους συμμάχους
Στο μεταξύ, στο παρασκήνιο βρίσκονται σε εξέλιξη διπλωματικές διεργασίες. Το Μπαχρέιν, με τη στήριξη της Γαλλίας, επεξεργάζεται σχέδιο ψηφίσματος στον ΟΗΕ που θα μπορούσε να εξουσιοδοτήσει τη χρήση βίας για το άνοιγμα των Στενών. Ωστόσο, οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι το κείμενο έχει ήδη αποδυναμωθεί λόγω αντιδράσεων από την Κίνα και τη Ρωσία.
Η ψηφοφορία στο Συμβούλιο Ασφαλείας αναμένεται σύντομα, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η συνοχή της δυτικής συμμαχίας τίθεται υπό αμφισβήτηση, με τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών – και ειδικότερα του Τραμπ – να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη της κρίσης.