Στη σύγχρονη διπλωματική και στρατιωτική ιστορία, σπάνια μια μεμονωμένη απόφαση εξοπλισμών καταφέρνει να ανατρέψει τόσο δραματικά τις ισορροπίες μιας ολόκληρης γεωγραφικής περιοχής, επιστρέφοντας ως μπούμερανγκ στον εμπνευστή της.
Η προμήθεια του ρωσικού πυραυλικού συστήματος αεράμυνας S-400 από την Τουρκία δεν υπήρξε το αποτέλεσμα κάποιας εξαντλητικής τεχνοκρατικής μελέτης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά η προσωπική, φοβική και γεωπολιτικά κοντόφθαλμη επιλογή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πριν από δέκα χρόνια.
Μια επιλογή που εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο στρατηγικό σφάλμα της νεότερης τουρκικής ιστορίας, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως.
Ο ρόλος του πραξικοπήματος του 2016
Για να κατανοήσει κανείς τα βαθύτερα αίτια αυτής της απόφασης, πρέπει να επιστρέψει στη νύχτα της 15ης Ιουλίου 2016. Το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν δεν συγκλόνισε απλώς το πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά μεταμόρφωσε τον ψυχισμό του Τούρκου προέδρου.
Τις δραματικές εκείνες ώρες, στασιαστές πιλότοι της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας, βομβάρδισαν με F-16 το τουρκικό κοινοβούλιο, το αρχηγείο της αστυνομίας και εξαπέλυσαν επιθέσεις κοντά στο προεδρικό μέγαρο στην Άγκυρα, ενώ παρενόχλησαν ακόμη και το κυβερνητικό αεροσκάφος που μετέφερε τον ίδιο τον Ερντογάν.
Το σοκ για τον Τούρκο ηγέτη ήταν απόλυτο. Συνειδητοποίησε ότι η μεγαλύτερη απειλή για την εξουσία – και τη ζωή του – δεν προερχόταν από κάποιον εξωτερικό εχθρό, αλλά από τα ίδια τα στελέχη -και τα όπλα- της πολεμικής του αεροπορίας. Η ανάγκη του για ένα «αντι-πραξικοπηματικό» σύστημα αεράμυνας έγινε εμμονή.

Τουρκικά F-16 © U.S. Air Force photo by Staff Sgt. Jason Allred
Το πρόβλημα με το IFF
Τα νατοϊκά αντιαεροπορικά συστήματα, όπως οι αμερικανικοί Patriot, διαθέτουν λογισμικό και πομποδέκτη σημάτων ΙFF (Ιdentification Friend or Foe), που αναγνωρίζει τα αεροσκάφη της Συμμαχίας ως φίλια και καθιστά – σε πρώτο και πολύτιμο χρόνο – αδύνατη την κατάρριψή τους.
Ο Ερντογάν χρειαζόταν λοιπόν γρήγορα ένα ανεξάρτητο, μη νατοϊκό σύστημα, το οποίο θα μπορούσε να εγκλωβίσει και να καταρρίψει τα δυτικής κατασκευής τουρκικά F-16 σε περίπτωση νέας ανταρσίας, χωρίς οι συνωμότες να έχουν τρόπο παράκαμψης και αντίδρασης.
Aυτός ήταν ο λόγος που ο Ερντογάν φοβήθηκε τους Patriot και τους απέρριψε ως αγορά, ενώ δημόσια κατηγορούσε τις ΗΠΑ ότι τους ζήτησε και οι Αμερικανοί «αρνήθηκαν» να τους δώσουν.
Το πρόβλημα λοιπόν είναι ότι ένας τουρκικός Patriot δεν μπορεί να καταρρίψει ένα τουρκικό F-16, παρά μόνο αν έχουν γίνει -ή γίνουν επί τόπου- τροποποιήσεις στους κώδικες αναγνώρισης IFF ή και στο λογισμικό, κάτι δύσκολο έως αδύνατο εν μέσω ενός χαοτικού πραξικοπήματος, όπου οι αξιωματικοί βολής δεν ξέρουν αν θα καταρρίψουν ή όχι δικά τους, φίλια αεροσκάφη.
Οι Patriot είναι σχεδιασμένοι να αποτρέπουν κατά λάθος βολές (friendly fire) ανάμεσα σε συμμάχους του ΝΑΤΟ. Για να εκτοξευτεί ένας τουρκικός Patriot προς ένα τουρκικό F-16, ο χειριστής του επίγειου ραντάρ θα έπρεπε να παρακάμψει χειροκίνητα τις ασφαλιστικές δικλείδες του συστήματος — κάτι δύσκολο και επικίνδυνο εν μέσω χάους.
Σε περίπτωση που αναρωτηθεί κανείς, οι ελληνικοί Patriot δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα να καταρρίψουν τουρκικά F-16 (νατοϊκά και τα δύο) διότι υπάρχει το IFF που κάνει την αναγνώριση βάσει κωδικών που ελέγχει ο χειριστής του πυραύλου.
Αυτό όμως είναι δύσκολο έως αδύνατο να γίνει όταν το επιτιθέμενο αλλά και το αμυνόμενο σύστημα είναι και τα δύο τουρκικά. Στη μία περίπτωση ο στόχος είναι ξεκάθαρα εχθρικός, αλλά στη δεύτερη υπάρχει πάντα η αμφιβολία και η συνεπαγόμενη καθυστέρηση, που μπορεί να κοστίσει τη ζωή ή το θάνατο ενός προέδρου.
Το κριτήριο της επιλογής των S-400 ίσως αποδυναμώνει και τον ισχυρισμό ότι το πραξικόπημα το είχε στήσει ο ίδιος ο Ερντογάν για να ανακαλύψει και απαλλαγεί από εσωτερικούς εχθρούς, αυξήσει τη δημοτικότητά του και επιβάλλει το σκληρότερο καθεστώς που ακολούθησε αμέσως μετά. Τροφή για σκέψη…
Ποιά ήταν τα ρωσικά πλεονεκτήματα σύμφωνα με τον Ερντογάν
Οι Patriot απαιτούν συνεχείς αναβαθμίσεις λογισμικού και ανταλλακτικά από τις ΗΠΑ. Ο Ερντογάν φοβόταν ότι σε μια εσωτερική σύγκρουση, ή αν ο ίδιος αποφάσιζε να κινηθεί αυτόνομα, οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να «αδρανοποιήσουν» ή να μπλοκάρουν απομακρυσμένα τη λειτουργία των Patriot.
Με τους S-400, ο Ερντογάν [νόμιζε ότι] απέκτησε ένα σύστημα στο οποίο ο ίδιος όριζε ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός, χωρίς καμία παρέμβαση ή εξάρτηση από το λογισμικό του ΝΑΤΟ. Αυτό μέχρι που ενεργοποιήθηκε ο αμερικανικός νόμος CAATSA.
Ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τη Μόσχα, που ο Πούτιν δεν άφησε να πάει χαμένη, ώστε να μπει «σφήνα» σε μια νατοϊκή χώρα και να προσπαθήσει κλέψει τεχνολογία των F-35 που θα αποκτούσε η Τουρκία.
Τον Σεπτέμβριο του 2017, η Άγκυρα υπέγραψε την επίσημη παραγγελία, ύψους 2,5 δισ. δολαρίων, για την αγορά των ρωσικών S-400, αγνοώντας επιδεικτικά τις αντιρρήσεις των έμπειρων διπλωματών του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και τις τεχνικές ενστάσεις της ηγεσίας της Αεροπορίας.
Eξάλλου το σύστημα S-400, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, έχει και άλλα πλεονεκτήματα, όπως φαίνεται στον ακόλουθο χάρτη:

Γιατί κανένας δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση
Οι εκκαθαρίσεις χιλιάδων αξιωματικών μετά το πραξικόπημα είχαν ήδη επιβάλει ένα καθεστώς τρομοκρατίας, όπου κανείς δεν τολμούσε να προειδοποιήσει τον Πρόεδρο για τις ολέθριες συνέπειες. Τον Ιούλιο του 2019, τα πρώτα εξαρτήματα των S-400 άρχισαν να καταφθάνουν με ρωσικά μεταγωγικά στην αεροπορική βάση Ακιντζί.
Η τιμωρία της Ουάσινγκτον ήταν ακαριαία και αμείλικτη. Η Τουρκία αποβλήθηκε αμέσως από το πολυεθνικό πρόγραμμα των μαχητικών 5ης γενιάς F-35, χάνοντας όχι μόνο τα 100 υπερσύγχρονα αεροσκάφη που σχεδίαζε να αποκτήσει, αλλά και δισεκατομμύρια δολάρια για τη βιομηχανική συμμετοχή των τουρκικών εταιρειών στην κατασκευή τους.
Παράλληλα, η επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA, επεκτάθηκε πέραν του προγράμματος F-35, ακόμα και σε διευθυντικά πρόσωπα και παρέλυσε σε πολλούς τομείς την τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Πρωτοφανές αδιέξοδο
Σήμερα, το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί η τουρκική πολεμική αεροπορία και η αμυντική βιομηχανία της χώρας είναι πρωτοφανές.
Οι πολύτιμοι και πανάκριβοι S-400 παραμένουν στοιχημένοι και ανενεργοί σε αποθήκες, καθώς τυχόν ενεργοποίησή τους θα πυροδοτούσε νέες καταστροφικές κυρώσεις, ενώ δεν μπορούν να διασυνδεθούν με κανένα ραντάρ της χώρας.
Για να καλύψει το τεράστιο κενό, η Άγκυρα υποχρεώθηκε σε λύσεις απελπισίας. Η στροφή προς την αγορά μεταχειρισμένων -ή νέων- Eurofighter Typhoon αποτελεί ένα ακόμη στρατηγικό λάθος (ενός κακού μύρια έπονται), καθώς εισάγει μια εντελώς νέα εφοδιαστική αλυσίδα και τεράστιο κόστος συντήρησης για ένα μαχητικό προηγούμενης γενιάς (4ης ή 4,5 στις πολύ βελτιωμένες του εκδόσεις), που δεν προσφέρει την αόρατη τεχνολογία stealth, ενώ σε λίγα χρόνια θα αποτελεί παρελθόν για τις εταιρείες που το κατασκευάζουν, αλλά και τις χώρες που ακόμα το διαθέτουν.

To Εurofighter Typhoon είναι χαρακτηριστικό δείγμα που ενσωματώνει και γερμανική τεχνολογία μέσω της Airbus © Βundeswehr.de
Απαξιώνονται τα F-16 ενώ το ΚΑΑΝ καθυστερεί
Την ίδια στιγμή, ο υπάρχων στόλος των τουρκικών F-16 υφίσταται σταδιακή απαξίωση και γήρανση, στερούμενος έγκαιρων αναβαθμίσεων και υπολοίπονται ποιοτικά από τα αντίστοιχα ελληνικά F-16 Viper, που θα συνεργάζονται ιδανικά με τα F-35 που αναμένουμε.
Οι τουρκικές διακηρύξεις για το εγχώριο μαχητικό KAAN αποδεικνύονται σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακά υπερεκτιμημένες.
Το KAAN είναι ένα αεροσκάφος περιορισμένων δυνατοτήτων, με αμφίβολη ημερομηνία επιχειρησιακής ένταξης, το οποίο εξαρτάται ακόμη από αμερικανικούς κινητήρες και απέχει παρασάγγας από τα πραγματικά μαχητικά 5ης γενιάς.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών των επιλογών είναι δραματικό: η τουρκική Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται πρακτικά ανάπηρη και καθηλωμένη σε ποιοτική υστέρηση τουλάχιστον για τα επόμενα δέκα ή και περισσότερα χρόνια.
Η Ελλάδα κερδίζει πολύτιμο χρόνο για την άμυνά της
Ενώ η Ελλάδα και οι υπόλοιποι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ εξοπλίζονται με F-35 και προετοιμάζονται για την εποχή των μαχητικών 6ης γενιάς (Βοeing F-47 από τις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι αργούν ακόμα), η Τουρκία πληρώνει το βαρύ τίμημα μιας απόφασης που λήφθηκε όχι για την προστασία των συνόρων της, αλλά για την προσωπική επιβίωση του ηγέτη-δικτάτορα.
Ο Ερντογάν όχι μόνο αυτοπαγιδεύτηκε αλλά οι ΗΠΑ – και έμμεσα το Ισραήλ – «ελέγχουν» τώρα κατά ένα μεγάλο ποσοστό την πολεμική του αεροπορία, που για τα επόμενα αρκετά χρόνια θα είναι ίσως ικανή μόνο για περιορισμένες επιχειρήσεις στη Συρία, ενώ παράλληλα δεν τολμούν να επαναλάβουν μαζικές παραβιάσεις στο Αιγαίο.
Το όραμα της «Μεγάλης Τουρκίας» καταλήγει μια τρύπα στο νερό χωρίς ισχυρή και ποιοτική πολεμική αεροπορία. Και από ότι φαίνεται το αδιέξοδό τους θα συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα.
Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Το πρόγραμμα των βαλλιστικών της πυραύλων, τα ποικίλα και πολλά drones που κατασκευάζει και εξάγει, το εκτεταμένο πρόγραμμα του πολεμικού της ναυτικού -με εγχώριες ναυπηγήσεις- τις προσφέρουν εναλλακτικές, ενώ τα Eurofighter είναι κλειδί για να «πατά» και [σ]την Ευρώπη.
Και σε κάθε περίπτωση παραμένει ένα πολύ καλό μαχητικό, που όμως έχει φτάσει στα όρια της εξέλιξής του.
Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς αξιοποιούμε αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που μας δίνεται. Ως τώρα κάναμε και κάνουμε δυνατές αγορές.
Χρειάζονται σαφώς πιο θαρραλέα και γρήγορα βήματα στο χώρο των drones, αλλά και της ΑΙ στο χώρο της άμυνας. Η εποχή των μεγάλων πανάκριβων φρεγατών πρέπει να συνδυαστεί με τα πιο έξυπνα όπλα του μέλλοντος.
