Τραμπ: Στο τραπέζι η απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ υπό τον φόβο εκλογικής ήττας

Η τιμή του ντίζελ έφθασε τα 6,53 δολάρια το γαλόνι, εντείνοντας τις πιέσεις σε αγρότες, επιχειρήσεις και καταναλωτές

Ντόναλντ Τραμπ, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ

Έκτακτες συζητήσεις με τους συμβούλους του πραγματοποιεί ο Ντόναλντ Τραμπ και στο τραπέζι βρίσκεται το σενάριο απαγόρευσης των εξαγωγών ντίζελ ή η λήψη άλλων μέτρων για την αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης που εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ήττα τους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου τού έχουν παρουσιάσει σειρά επιλογών, μεταξύ των οποίων περιορισμούς στις πωλήσεις ντίζελ στο εξωτερικό. Αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν ήδη ενημερώσει τους συμμάχους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, για το ενδεχόμενο να αναστείλουν τις εξαγωγές.

Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου ανέφερε ότι ο Τραμπ εξετάζει όλες τις διαθέσιμες επιλογές που θα οδηγούσαν σε μείωση τις εγχώριες τιμές των καυσίμων, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την αναστολή των εξαγωγών.

Η σύγκρουση Ρεπουμπλικανών και πετρελαϊκών ομίλων

Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο ισχυρά στρατόπεδα. Από τη μία πλευρά βρίσκονται κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών, που  ανησυχούν για το πολιτικό κόστος από την άνοδο των τιμών. Από την άλλη, οι μεγάλοι πετρελαϊκοί όμιλοι επιδιώκουν να προστατεύσουν τις ιδιαίτερα κερδοφόρες εξαγωγές τους.

Ρεπουμπλικανοί από αγροτικές πολιτείες, με επικεφαλής τον γερουσιαστή της Αϊόβα Τσακ Γκράσλεϊ, πιέζουν την κυβέρνηση να περιορίσει τις εξαγωγές, φοβούμενοι ότι η επιβάρυνση των αγροτών και της αμερικανικής βιομηχανίας θα προκαλέσει έντονη αντίδραση στις κάλπες.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν την όλο και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για τη διαχείριση της οικονομίας, του πληθωρισμού και του πολέμου με το Ιράν. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Τενεσί Τιμ Μπέρτσετ, ο οποίος έχει καταθέσει νομοθετική πρόταση για την απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ, προειδοποίησε ότι το κόμμα θα χρεωθεί την κρίση επειδή βρίσκεται στην εξουσία και θα μπορούσε να χάσει την πλειοψηφία στο Κογκρέσο.

Πρόσωπο με γνώση των συζητήσεων ανέφερε ότι ο Λευκός Οίκος έφτασε πολύ κοντά στην λήψη απόφαση; για απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ την περασμένη εβδομάδα, έπειτα από πιέσεις του Γκράσλεϊ και άλλων Ρεπουμπλικανών από αγροτικές πολιτείες.

Προειδοποιήσεις προς Ευρώπη και Βρετανία

Η Ουάσιγκτον έχει αρχίσει να προετοιμάζει και τους Ευρωπαίους συμμάχους για το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών. Οι τιμές του ντίζελ στην Ευρώπη βρίσκονται ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, προκαλώντας διαδηλώσεις και αυξάνοντας την πίεση στις κυβερνήσεις.

Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ είχε τη Δευτέρα τηλεφωνικές επικοινωνίες με Βρετανούς αξιωματούχους. Παράλληλα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ συνομίλησε με τον Ρόμπερτ Τζένρικ, υψηλόβαθμο στέλεχος του δεξιού κόμματος Reform UK, που είχε ζητήσει από την Ουάσιγκτον να μην επιβάλει το μέτρο ή, εναλλακτικά, να εξαιρέσει το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η κυβέρνηση Τραμπ αυξάνει επίσης τις πιέσεις προς τις ευρωπαϊκές χώρες ώστε να αποδεσμεύσουν ποσότητες ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο να ζητήσουν από την Κίνα να αυξήσει την παραγωγή ντίζελ στα διυλιστήριά της.

Οι πιέσεις της Big Oil

Το σενάριο της απαγόρευσης έχει προκαλέσει ωστόσο τις αντιδράσεις  των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών. Στελέχη του κλάδου έχουν πραγματοποιήσει σειρά επικοινωνιών με τον Λευκό Οίκο, ενώ κατά του μέτρου έχουν τοποθετηθεί  και μέλη της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο Κρις Ράιτ, ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ και ο Σκοτ Μπέσεντ.

Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, συναντήθηκε την Τρίτη με τον υπουργό Ενέργειας στον Λευκό Οίκο. Οι πετρελαϊκοί όμιλοι υποστηρίζουν ότι ένα μπλόκο στις εξαγωγές θα μπορούσε τελικά να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα, ανεβάζοντας τις τιμές σε περιοχές των ΗΠΑ που προμηθεύονται καύσιμα από τη διεθνή αγορά.

Οι παρεμβάσεις της βιομηχανίας φαίνεται ότι έχουν ενισχύσει τον προβληματισμό του Τραμπ. Ωστόσο, η απαγόρευση των εξαγωγών δεν έχει αποκλειστεί ακόμη καθώς ο πρόεδρος δήλωσε το Σαββατοκύριακο ότι εξετάζει «πολύ σοβαρά» την απαγόρευση. Παρά την αντίθεση των στελεχών του Λευκού Οίκου, οι συνομιλητές του δεν αποκλείουν μια αιφνιδιαστική απόφαση υπέρ του μέτρου.

Οι εναλλακτικές επιλογές

Στις προτάσεις που εξετάζει η αμερικανική κυβέρνηση περιλαμβάνονται νέες εξαιρέσεις από τον νόμο Jones Act, ώστε να διευκολυνθεί η θαλάσσια μεταφορά καυσίμων μεταξύ των αμερικανικών λιμανιών καθώς και φορολογικές ελαφρύνσεις σε ομοσπονδιακό ή πολιτειακό επίπεδο.

Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η χαλάρωση των κανόνων για το μείωση των τιμών στο αγροτικό ντίζελ που χρησιμοποιείται δηλαδή αποκλειστικά σε οχήματα και μηχανήματα εκτός δημόσιου οδικού δικτύου, όπως τα τρακτέρ.

Η συζήτηση έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος καθώς ο Τραμπ επανεξελέγη πριν δύο χρόνια, με την υπόσχεση της δραστικής μείωσης των τιμών στα καύσιμα και μια νέα εποχή «αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας», με υψηλή παραγωγή και αυξημένες εξαγωγές.

Στα 6,53 δολάρια το γαλόνι το ντίζελ

Ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος διανύει πλέον τον έβδομο μήνα, έχει προκαλέσει τη σοβαρότερη κρίση καυσίμων των τελευταίων ετών. Η τιμή του ντίζελ, του καυσίμου που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία, τις μεταφορές και τη γεωργία, έφθασε την περασμένη εβδομάδα τα 6,53 δολάρια το γαλόνι, σημειώνοντας αύξηση άνω του 70% σε σύγκριση με τα προπολεμικά επίπεδα.

Οι πιέσεις στις τιμές εντάθηκαν όταν ο Τραμπ απέρριψε την ιρανική πρόταση για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Οι εξαγωγές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο έχουν ενισχυθεί τις τελευταίες εβδομάδες, παραμένουν όμως αισθητά χαμηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, όταν από τα Στενά περνούσε περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Η τιμή του αργού, από το οποίο παράγεται το ντίζελ, έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 40% από την έναρξη του πολέμου τον Φεβρουάριο. Το Brent διαπραγματεύεται σήμερα στα 102,59 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν επιδεινώσει περαιτέρω την παγκόσμια έλλειψη ντίζελ.