Στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών έφτασε ο πληθωρισμός στη Γερμανία, αυξάνοντας περαιτέρω την πίεση προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει ξανά σε αύξηση των επιτοκίων.
Οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 3,3% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο, περισσότερο από τη διάμεση εκτίμηση του 3,2% σε έρευνα του Bloomberg μεταξύ αναλυτών. Ο τομέας ενέργειας αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα που οδήγησε στην επιτάχυνση.
Ο δείκτης πληθωρισμού που εξαιρεί πιο ευμετάβλητες κατηγορίες παρέμεινε αμετάβλητος στο 2,4%.
Τα στοιχεία ακολουθούν τα απροσδόκητα υψηλά στοιχεία για τον γενικό πληθωρισμό στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, όπου μάλιστα άγγιξε το 5%.
Τα στοιχεία για την ευρωζώνη αναμένονται στις 2 Οκτωβρίου, με πρόβλεψη για απότομη άνοδο του πληθωρισμού στο 3,7%.
Καθώς ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη κατευθύνεται προς επίπεδα σχεδόν διπλάσια από τον στόχο του 2% και δεν διαφαίνεται άμεση αποκλιμάκωση, οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής συζητούν τα επόμενα βήματά τους.
Μετά τις δύο αυξήσεις επιτοκίων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, το επίκεντρο βρίσκεται πλέον στο εάν θα ακολουθήσει άλλη μια αύξηση στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου ή εάν οι αξιωματούχοι θα περιμένουν μέχρι τον Δεκέμβριο, όταν οι επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις θα προσφέρουν περισσότερες πληροφορίες για την κατάσταση της οικονομίας.
Αξιωματούχοι της ΕΚΤ όπως ο Έλληνας Γιάννης Στουρνάρας και ο Μαλτέζος Αλεξάντερ Ντεμάρκο, οι οποίοι τείνουν προς μια πιο ήπια νομισματική πολιτική, δεν αποκλείουν κίνηση ήδη από τον επόμενο μήνα.
Οι οικονομολόγοι και οι επενδυτές, ωστόσο, δεν έχουν πειστεί και επί του παρόντος θεωρούν πιθανότερο τον Δεκέμβριο.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ τάχθηκε υπέρ μιας «μετρημένης αντίδρασης, όπως κρίνεται κατάλληλο, ώστε να διατηρηθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο».
Υποστήριξε ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν εμφανιστεί δευτερογενείς επιπτώσεις — δηλαδή ευρύτερες αυξήσεις τιμών και μισθών που θα μπορούσαν να προκύψουν από την αρχική άνοδο του κόστους ενέργειας.
Πρόσθεσε ακόμη ότι το παγκόσμιο κύμα πωλήσεων στην αγορά ομολόγων θα περιορίσει τόσο τις τιμές όσο και την οικονομική ανάπτυξη.
Τουλάχιστον η γερμανική αγορά εργασίας δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να προκαλέσει μεγάλες αυξήσεις μισθών τους επόμενους μήνες.
Η ζήτηση για εργαζομένους παρέμεινε περιορισμένη τον Σεπτέμβριο, όταν ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε σε έναν μήνα κατά τον οποίο παραδοσιακά παρατηρείται αύξηση των προσλήψεων μετά το καλοκαίρι.
