Η ανακοίνωση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για ένα γιγαντιαίο επενδυτικό πακέτο ύψους 200 δισ. δολαρίων από τη Νότια Κορέα στον τομέα της αμερικανικής ενέργειας προκάλεσε άμεση αντίδραση και επιφυλάξεις από την πλευρά της Σεούλ.
Αν και ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συμφωνία ως μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις στην ιστορία των ΗΠΑ, η οποία υπόσχεται να δημιουργήσει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, ο Νοτιοκορεάτης Πρόεδρος Λι Τζε-Μιονγκ ξεκαθάρισε ότι η συμμετοχή της χώρας του δεν είναι ακόμη δεδομένη σε όλα τα έργα.
Το σημείο τριβής εστιάζεται κυρίως στο πολυσυζητημένο έργο υγροποιημένου φυσικού αερίου της Αλάσκας (Alaska LNG), η αξία του οποίου εκτιμάται στα 50 δισ. δολάρια. Ο Τραμπ δήλωσε μέσω του Truth Social ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεργαστούν για την υλοποίησή του. Ωστόσο, ο Πρόεδρος Λι, με ανάρτησή του στο X, υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της Νότιας Κορέας εξαρτάται απόλυτα από την οικονομική και εμπορική βιωσιμότητα του σχεδίου, καθώς και από τη συμμόρφωση με τις νομικές απαιτήσεις.
Το έργο Alaska LNG αποσκοπεί στη μεταφορά φυσικού αερίου σε απόσταση περίπου 1.300 χιλιομέτρων από τις βόρειες περιοχές της Αλάσκας προς τον νότο, ώστε να υγροποιείται και να εξαρίζεται προς την Ασία. Παρά τις προοπτικές του, το έργο αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια αμφισβητήσεις λόγω του τεράστιου αρχικού κόστους. Μάλιστα, ο Υπουργός Βιομηχανίας της Νότιας Κορέας το είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν ως «υψηλού κινδύνου», καθιστώντας σαφές ότι η συμμετοχή θα καταστεί αδύνατη χωρίς επαρκείς ταμειακές ροές.
Πέραν του Alaska LNG, το συνολικό επενδυτικό πακέτο περιλαμβάνει άλλες δύο μεγάλες πυλώνες. Ο πρώτος αφορά επένδυση 22,3 δισ. δολαρίων για μια μονάδα παραγωγής ενέργειας από φυσικό αέριο στο Τέξας, ισχύος 6.472 megawatt, η οποία θα τροφοδοτεί κέντρα δεδομένων. Η κατασκευή της θα ξεκινήσει να λειτουργεί εμπορικά το 2029 και θα ολοκληρωθεί σταδιακά έως το 2032, με ενεργό συμμετοχή νοτιοκορεατικών εταιρειών στην προμήθεια εξοπλισμού, την κατασκευή και τη συντήρηση.
Ο δεύτερος πυλώνας, ύψους 120 δισ. δολαρίων, αφορά την κατασκευή οκτώ πυρηνικών αντιδραστήρων μεγάλης κλίμακας στις ΗΠΑ. Από το ποσό αυτό, τα 100 δισ. προορίζονται για το κατασκευαστικό σκέλος και τα 20 δισ. για απρόβλεπτες δαπάνες.
Στη συμφωνία εμπλέκονται κυβερνητικοί φορείς και κολοσσοί όπως η Westinghouse, η KEPCO και η KHNP, ενώ εξετάζεται και η πιθανότητα εξαγοράς μειοψηφικού πακέτου της Westinghouse από κορεατικές επιχειρήσεις. Η τελική κατάληξη όλων αυτών των σχεδίων παραμένει εξαρτημένη από τις σκληρές εμπορικές διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.
