Στις 3 Οκτωβρίου, το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε την υπογραφή ενός νέου «Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας» με τη Γαλλία.
Το κείμενο δεν αποτελεί -ούτε περιέχει- συμφωνία προμήθειας οπλικών συστημάτων, δημιουργεί όμως τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο η πολιτική προσέγγιση των δύο χωρών μπορεί να αποκτήσει σημαντικό στρατιωτικό και βιομηχανικό υπόβαθρο.
Για την Άγκυρα, η επίσημη γαλλική υπογραφή προστίθεται στις συνεργασίες που έχει ήδη αναπτύξει με τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία.
Για το Παρίσι δείχνει ότι οι διαφωνίες στην Ανατολική Μεσόγειο και οι στενές του σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο, δεν αποτελούν απαγορευτικό παράγοντα για τη συνεργασία με την Τουρκία.
Σύμφωνα με την τουρκική ανακοίνωση, ο επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Άμυνας και Ασφάλειας της Τουρκίας, Ιλκάι Αλντιντάγκ, πραγματοποίησε επαφές με υψηλόβαθμους Γάλλους αξιωματούχους και ομολόγους του.
Οι συνομιλίες κάλυψαν τις διμερείς στρατιωτικές σχέσεις, τον στρατηγικό διάλογο και τις δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας.
Προγράμματα, χρονοδιαγράμματα και οικονομικά μεγέθη δεν ανακοινώθηκαν, ενώ η επίσημη ενημέρωση δεν επιβεβαιώνει αναφορές για κοινές ασκήσεις, συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνολογίας ή συγκεκριμένη εξοπλιστική συμφωνία.
Ο οδικός χάρτης δεν είναι συνθήκη αμοιβαίας άμυνας, αλλά πλαίσιο θεσμικής συνέχειας που επιτρέπει στις δύο πλευρές να προωθούν επιμέρους συμφωνίες, παρά τις διαφορετικές θέσεις τους στη Συρία, τη Λιβύη, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στο επίκεντρο το ευρωπαϊκό σύστημα αεράμυνας SAMP/T
Σημαντικό τουρκικό ενδιαφέρον εστιάζεται στο προηγμένο ευρωπαϊκό σύστημα αεράμυνας SAMP/T (με σημαντική γαλλική συμμετοχή), που είναι αντίστοιχο των αμερικανικών Patriot, που η Τουρκία εξακολουθεί να μην διαθέτει, ενώ οι S-400 βρίσκονται στις αποθήκες της.
Στις 8 Ιουλίου 2026, ο Μακρόν επιβεβαίωσε ότι βρισκόταν σε εξέλιξη τεχνική εργασία μεταξύ Γαλλίας, Ιταλίας και Τουρκίας για την πιθανή εξαγωγή του συστήματος στην Άγκυρα, χωρίς να ανακοινώσει συμφωνία πώλησης.
Η συνεργασία είχε αρχίσει το 2017 και το 2018, αλλά πάγωσε όταν οι γαλλοτουρκικές σχέσεις επιβαρύνθηκαν από τις συγκρούσεις συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Η επανεκκίνηση των συνομιλιών φανερώνει μεταβολή της γαλλικής στάσης, όχι ολοκληρωμένη εξοπλιστική συμφωνία.
Η προσέγγιση εξηγείται και από τις ανάγκες της ευρωπαϊκής άμυνας. Η Ευρώπη αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες και αναζητεί πυραύλους, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα αεράμυνας που μπορούν να παραχθούν και να πουληθούν γρήγορα.
Η Τουρκία διαθέτει ήδη σημαντική δυναμικότητα σε αυτούς τους τομείς. Από περίπου 3 δισ. δολάρια το 2021, οι αμυντικές εξαγωγές της έφθασαν τα 10 δισ. δολάρια το 2025.
Από αυτά, 5,6 δισ. κατευθύνθηκαν προς την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτυπώνοντας τη μετατόπιση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας προς τις δυτικές αγορές.
H αγορά των Eurofighter
Η Γερμανία άνοιξε έναν από τους βασικούς διαδρόμους αυτής της προσέγγισης όταν ήρε τις αντιρρήσεις της για την πώληση μαχητικών Eurofighter Typhoon.
Η συμφωνία για 20 αεροσκάφη υπογράφηκε τον Οκτώβριο του 2025. Παρότι η σύμβαση συνήφθη με το Ηνωμένο Βασίλειο, το Eurofighter αποτελεί κοινό πρόγραμμα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η Τουρκία δεν αποκτά μόνο ένα νέο μαχητικό, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρωπαϊκό σύστημα παραγωγής, πυρομαχικών, εκπαίδευσης και τεχνικής υποστήριξης με διάρκεια δεκαετιών. Οι πρώτες παραδόσεις αναμένονται το 2030.
Με την Ιταλία, η συνεργασία έχει περάσει από την προμήθεια στη συνιδιοκτησία παραγωγικών δομών. Η Λεονάρντο και η Μπαϊκάρ ίδρυσαν την LBA Systems με ισότιμη συμμετοχή και έδρα στην Ιταλία, με αντικείμενο τον σχεδιασμό, την παραγωγή και την υποστήριξη μη επανδρωμένων αεροπορικών συστημάτων.
Η Ισπανία ακολουθεί διαφορετικό μοντέλο: η Έρμπας ανέλαβε το νέο σύστημα εκπαίδευσης πιλότων μαχητικών, το οποίο βασίζεται σε 30 αεροσκάφη Hürjet της Τουρκικής Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας. Τα αεροσκάφη θα προσαρμοστούν στις ισπανικές απαιτήσεις, με συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας κατά 60%.
Στη μία περίπτωση η τουρκική βιομηχανία αποκτά θέση στην ευρωπαϊκή παραγωγική αλυσίδα και στην άλλη μια τουρκική πλατφόρμα εντάσσεται σε πρόγραμμα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
O κύκλος κλείνει με τη Γαλλία
Η προσθήκη της Γαλλίας συμπληρώνει αυτή τη λίστα ευρω – συνεργασιών. Η Τουρκία διατηρεί πλέον αμυντικούς και βιομηχανικούς δεσμούς με τα κράτη στα οποία συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγής μαχητικών, πυραύλων, συστημάτων αεράμυνας και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Για το Παρίσι, το άνοιγμα προς την Άγκυρα προσφέρει πρόσβαση στην τουρκική αγορά και μεγαλύτερη επιρροή στο νοτιοανατολικό σκέλος του ΝΑΤΟ, χωρίς να απαιτεί εγκατάλειψη των στρατηγικών σχέσεων με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η ενσωμάτωση της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα είναι επιχειρησιακή και βιομηχανική, όχι θεσμική: η Άγκυρα δεν συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργεί όμως οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Το πρόγραμμα SAFE και μια ειδική συμφωνία με την Τουρκία
Το όριο αυτής της στρατηγικής παραμένει το πρόγραμμα SAFE. Η συμμετοχή μιας υποψήφιας χώρας σε κοινές προμήθειες δεν συνεπάγεται πλήρη πρόσβαση της βιομηχανίας της στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Για αυτό απαιτείται ειδική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δεν έχει συναφθεί με την Τουρκία. Χωρίς αυτήν, τα τουρκικά εξαρτήματα υπολογίζονται στο ανώτατο όριο του 35% για προϊόντα που προέρχονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και Ουκρανίας.
Η Ελλάδα διατηρεί την αντίθεσή της σε ευρύτερη τουρκική συμμετοχή, συνδέοντάς την με την άρση της απειλής πολέμου για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Ο γαλλοτουρκικός οδικός χάρτης δεν καταργεί ούτε περιορίζει τη στρατηγική συμφωνία Ελλάδας και Γαλλίας. Η συμφωνία του 2021 προβλέπει αμοιβαία βοήθεια και συνδρομή, ακόμη και με τη χρήση ένοπλης βίας, εφόσον οι δύο χώρες διαπιστώσουν από κοινού ότι μία από αυτές δέχεται ένοπλη επίθεση στην επικράτειά της.
Η ρήτρα δεν αναφέρεται ρητά στην ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα, όπου ασκούνται κυριαρχικά δικαιώματα και όχι εδαφική κυριαρχία. Δεν εξαιρεί, ωστόσο, συλλήβδην τον θαλάσσιο χώρο, καθώς η αιγιαλίτιδα ζώνη υπάγεται στην κυριαρχία του παράκτιου κράτους.
Η ανανέωση συνοδεύθηκε από συμφωνίες για αμυντική έρευνα, τεχνολογική καινοτομία και υποστήριξη των πυραύλων MICA. Για την Αθήνα αλλάζει το πολιτικό περιβάλλον, όχι η νομική ισχύς της συμφωνίας. Η ελληνογαλλική συνεργασία παραμένει σχέση αποτροπής, εξοπλισμών και επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας, αλλά δεν λειτουργεί ως γαλλικό εμπάργκο απέναντι στην Τουρκία. Κρίσιμο θα είναι το είδος των συστημάτων που θα παραχωρηθούν, οι όροι μεταφοράς τεχνολογίας και η επίδρασή τους στην ισορροπία ισχύος.
Έως την ώρα δημοσίευσης δεν είχε ανακοινωθεί επίσημη αντίδραση από την Αθήνα ή τη Λευκωσία.
