Η Ευρώπη μπήκε στο φθινόπωρο αντιμέτωπη με μια σύνθετη κρίση: ακριβή στέγη, επίμονο κόστος ζωής, δημοσιονομικές περικοπές, πολιτική και κοινωνική πόλωση. Από την Ισπανία έως τη Γαλλία και τη Γερμανία, η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται πλέον σε πολιτικό σεισμό, με τις κυβερνήσεις να επαναλαμβάνουν μονότονα ότι «η δημοσιονομική ισορροπία είναι αδιαπραγμάτευτη προτεραιτότητα», αναδεικνύοντας το τεράστιο αδιέξοδο.
Δεν είναι μόνο ευρωπαϊκή η αδυναμία, στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ το κόστος διαβίωσης (affordability) αποτελεί κεντρικό πολιτικό διακύβευμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις 3 Νοεμβρίου. Όπως εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg, o Οκτώβριος εξελίσσεται σε μήνα υψηλού πολιτικού και οικονομικού ρίσκου από τα πάνω και ξεσηκωμού από τα κάτω και δείχνει πλέον να λαμβάνει παγκόσμιες διαστάσεις.
Αυτό δείχνει η εξέγερση μαθητών και φοιτητών που κλιμακώνουν και κατεβαίνουν στους δρόμους μαζί με συνδικάτα των εργαζομένων που έχουν καλέσεις απεργίες την Τρίτη 6 Οκτωβρίου. Τα κυριότερα συνδικάτα καθηγητών και δασκάλων (SNES-FSU, CGT Éduc’action, SUD Éducation) καλούν όλους τους εκπαιδευτικούς, διοικητικούς και επιστάτες να κατεβούν σε απεργία, διαμαρτυρόμενοι τόσο για τα κονδύλια της παιδείας όσο και για την αστυνομική καταστολή των προηγούμενων ημερών. Παράλληλα το μεγάλο συνδικάτο UFSE-CGT έχει απευθύνει απεργιακό κάλεσμα σε δημόσιες υπηρεσίες, δήμους και ορισμένα νοσοκομεία.
Το ίδιο συμβαίνει παράλληλα, από άλλες διαδρομές, στην Ισπανία με τις οργισμένες διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων με αιχμή το στεγαστικό δράμα που ταλανίζει τη χώρα της Ιβηρικής και όχι μόνο, αναδεικνύοντας ως κεντρικό ζήτημα το κόστος διαβίωσης, γκρεμίζοντας την κυβέρνηση μειοψηφίας του Σάντσεθ.
Το Politico αναφέρθηκε στον Σάντσεθ ως τον «τελευταίο Σοσιαλιστή ”βαρέων βαρών” της Ευρώπης». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η εκλογική διαδικασία ενδέχεται να σηματοδοτήσει το τέλος της τελευταίας μεγάλης σοσιαλιστικής κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο οι μαζικές διαδηλώσεις για τις αυξήσεις των ενοικίων και των τιμών κατοικίας προσφέρουν στον Ισπανό πρωθυπουργό μια σπάνια ευκαιρία να ανακτήσει πολιτική δυναμική.
«Χρειαζόμαστε να ανανεώσουμε την υποστήριξη των πολιτών», δήλωσε ο Σάντσεθ, ζητώντας μια «πολύ μεγαλύτερη προοδευτική πλειοψηφία» που θα επιτρέψει νέες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Παραδέχθηκε, πάντως, ότι η κυβέρνησή του έχει κάνει λάθη και δεν έχει εκπληρώσει όλες τις προεκλογικές δεσμεύσεις της.
Ο Σάντσεθ μπορεί να επικαλείται την ισχυρή ανάπτυξη και την υψηλή απασχόληση, όμως η καθημερινότητα των νοικοκυριών παραμένει δύσκολη. Ο πληθωρισμός υπερβαίνει την αύξηση των μισθών, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη, αλλά οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ η διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στη Θέουτα και οι υποθέσεις διαφθοράς έχουν επιβαρύνει περαιτέρω το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και τον Σάντσεθ, που καλούνται να δώσουν μια κρίσιμη πολιτική μάχη.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ © EPA/JAVIER LIZON
Η στεγαστική κρίση και η πολιτική αβεβαιότητα μεταφέρονται πλέον και στην αγορά ομολόγων της Ευρώπης, αυξάνοντας την πίεση στις κυβερνήσεις. Η απόδοση του ισπανικού 10ετούς διαμορφώνεται κοντά στο 4,08%, έναντι 4,086% την Παρασκευή, έχοντας αγγίξει ενδοσυνεδριακά το 4,10%. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν βρισκόταν στο 3,82%, έχει αυξηθεί περίπου 26 μονάδες βάσης.
Το μεγαλύτερο μέρος της πίεσης στην αγορά κρατικού χρέους της Ευρώπης εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στη Γαλλία. Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού ομολόγου κινείται στο 4,88%-4,90%, κοντά στο 5% που άγγιξε την Παρασκευή, καταγράφοντας υψηλά πολλών ετών.
Στον αντίποδα, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς υποχωρεί στην περιοχή του 3,42%, καθώς οι επενδυτές στρέφονται στα Bunds, αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια. Η εξέλιξη διατηρεί το spread Γαλλίας-Γερμανίας στις 145-150 μονάδες βάσης, ενώ την Παρασκευή είχε αγγίξει ακόμη και τις 159 μονάδες βάσης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται το υψηλό γαλλικό δημοσιονομικό έλλειμμα, η δυσκολία επίτευξης πολιτικής συμφωνίας για τον προϋπολογισμό και η αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους. Η άνοδος του κόστους δανεισμού περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια της κυβέρνησης, σε μια περίοδο κατά την οποία κοινωνικές αντιδράσεις και πολιτική πόλωση δυσκολεύουν την εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η εικόνα δείχνει πώς η πολιτική και στεγαστική κρίση, μαζί με την ενεργειακή κρίση, συνδέονται πλέον άμεσα με το κόστος χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών κρατών.
Η κρίση αντανακλάται και απλώνεται σε όλο το κεντρικό πολιτικό φάσμα της Ευρώπης, καθώς οι κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας διευρύνονται πανευρωπαϊκά. Δεν είναι σίγουρο, αλλά μυρίζει μπαρούτι, καθώς όλο και περισσότεροι αναλυτές μιλούν για «φαινόμενο ντόμινο» που δεν είναι απίθανο να απλωθεί και σε άλλες χώρες όσο η δυσαρέσκεια κλιμακώνεται λαμβάνοντας χαρακτηριστικά οργισμένης δυσαρέσκειας που ενώνει διαφορετικές αφορμές από διαφορετικές χώρες σε κοινό μέτωπο μαζικών αντιδράσεων.
In 2024, 68% of the population living in EU households owned their home, while the remaining 32% lived in rented housing. 🏡🔑
Highest shares of ownership observed in:
🇷🇴 Romania (94%)
🇸🇰 Slovakia (93%)Lowest in:
🇩🇪 Germany (47%)
🇦🇹 Austria (55%)👉 https://t.co/rpj9COztnX https://t.co/WJYBsmiITi
— EU_Eurostat (@EU_Eurostat) February 5, 2026
Γενικεύεται η κρίση στην Ευρώπη
Στην Ευρώπη ήδη ξεδιπλώνεται. Οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες ταυτόχρονα με την πίεση των αγορών, τις απαιτήσεις για δημοσιονομική πειθαρχία, την αδυναμία των εισοδημάτων να ακολουθήσουν το κόστος ζωής και μια στεγαστική κρίση που από κοινωνικό πρόβλημα μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Η Ισπανία αποτελεί το πιο πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η απόρριψη από το Κοινοβούλιο δύο κυβερνητικών διαταγμάτων για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης αποτέλεσε το πολιτικό έναυσμα για τον Πέδρο Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση μειοψηφίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη για μέτρα που περιλάμβαναν παρεμβάσεις στις εξώσεις, στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και στην προστασία των ενοικιαστών.
Η πολιτική κρίση στη Μαδρίτη δεν είναι απομονωμένο ισπανικό φαινόμενο. Αντίθετα, αποτυπώνει μια ευρωπαϊκή αντίφαση: οι οικονομίες εξακολουθούν να χρειάζονται επενδύσεις, κοινωνικές δαπάνες και νέες κατοικίες, την ώρα που οι κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν τα ελλείμματα, να συγκρατήσουν τις δαπάνες και να πείσουν τις αγορές ότι το δημόσιο χρέος παραμένει διαχειρίσιμο.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική πίεση αυξάνεται, οι αμυντικές δαπάνες διογκώνονται και το κόστος ενέργειας εξακολουθεί να μεταδίδεται στην υπόλοιπη οικονομία.

Μεταβολή τιμών ακινητών στην Ευρώπη ©Eurostat/Semafor
Ισπανία: Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε πολιτική και επηρεάζει την Ευρώπη
Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε σύμβολο της ευρύτερης κοινωνικής πίεσης. Η άνοδος των ενοικίων, η περιορισμένη προσφορά κατοικιών και η συγκέντρωση της ζήτησης στη Μαδρίτη, τη Βαρκελώνη και τα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν δημιουργήσει ένα χάσμα ανάμεσα στο κόστος κατοικίας και στα διαθέσιμα εισοδήματα.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε πολιτικά μετά την έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ από το σπίτι όπου ζούσε επί περίπου επτά δεκαετίες. Η αδυναμία της να ανταποκριθεί σε δραματική αύξηση του ενοικίου μετέτρεψε μια προσωπική ιστορία σε σύμβολο μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικής κρίσης. Οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν έφεραν και πάλι στους δρόμους το ζήτημα της κατοικίας, ενώ στη Μαδρίτη δημιουργήθηκε ένα κίνημα διαμαρτυρίας που θύμισε, ως προς τη μαζικότητα και τον συμβολισμό του, την περίοδο των Indignados.

Οι τιμές των κατοικιών έχουν εκτοξευθεί σε πολλές χώρες ©Works in Progress.
Η κυβέρνηση απάντησε με δύο κατεπείγοντα διατάγματα για τη στέγαση, τα οποία προέβλεπαν ισχυρότερη προστασία για τους ενοικιαστές και μέτρα για τη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων. Ωστόσο, η καταψήφισή τους στο Κοινοβούλιο ανέδειξε την αδυναμία που ταλανίζει την κυβέρνηση Σάντσεθ από τις εκλογές του 2023: την έλλειψη αξιόπιστης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το κεντροδεξιό καταλανικό κόμμα Junts που τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας, συμπαρατάχθηκε με το Λαϊκό Κόμμα (PP) και το ακροδεξιό Vox, καταψηφίζοντας τα μέτρα, ενισχύοντας την πολιτική αντιπαράθεση.
Ο Σάντσεθ επιχειρεί πλέον να μετατρέψει τις εκλογές σε δημοψήφισμα για το κοινωνικό μοντέλο της χώρας, αντιπαραθέτοντας τη δική του προοδευτική ατζέντα με μια δεξιά που, όπως υποστηρίζει, απειλεί να ανατρέψει κοινωνικές κατακτήσεις. Η αντιπολίτευση, από την άλλη, υποστηρίζει ότι η λύση δεν βρίσκεται κυρίως στη ρύθμιση των ενοικίων, αλλά στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Η Ισπανία έχει ανάγκη από περισσότερες κατοικίες ακριβώς τη στιγμή που η διοικητική και πολεοδομική διαδικασία καθιστά πιο αργή την κατασκευή τους, σύμφωνα με ανάλυση του Cosmos Institute. Η αύξηση των νοικοκυριών, η μετανάστευση και η συγκέντρωση πληθυσμού στα ισχυρότερα αστικά κέντρα δημιουργούν ζήτηση με πολύ ταχύτερο ρυθμό από εκείνον με τον οποίο αυξάνεται η προσφορά.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: υψηλότερες τιμές, μεγαλύτερη επιβάρυνση των νοικοκυριών, περιορισμός της κατανάλωσης και ενίσχυση της κοινωνικής ανασφάλειας.
Η ισπανική εμπειρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Αθήνα και Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζουν αντίστοιχες πιέσεις, με την άνοδο των τιμών αγοράς και ενοικίων να υπερβαίνει σε πολλές περιπτώσεις την αύξηση των εισοδημάτων, ενώ η περιορισμένη προσφορά και η συγκέντρωση της ζήτησης στα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν δημιουργήσει αντίστοιχα προβλήματα.

Διαδηλωτές συμμετέχουν σε πορεία ζητώντας από τις αρχές να αντιμετωπίσουν τα συνεχιζόμενα προβλήματα στέγασης, στη Μαδρίτη της Ισπανίας, στις 3 Οκτωβρίου 2026 ©ΑΠΕ
Ευρώπη: Από τη στέγη και την ακρίβεια στη λιτότητα, η γαλλική βόμβα
Η ισπανική κρίση συμπίπτει με μια νέα φάση δημοσιονομικής πίεσης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Γαλλία, η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί να περάσει έναν προϋπολογισμό που συνδυάζει αυξήσεις εσόδων και περιορισμό δαπανών, με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Το σχέδιο περιλαμβάνει περικοπές σε συντάξεις και παροχές, αλλαγές στην υγεία και περιορισμό φορολογικών ελαφρύνσεων, ενώ οι πολιτικές διαπραγματεύσεις παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολες.
Η αντίδραση της κοινωνίας έχει ήδη πάρει τη μορφή μαζικών απεργιών και διαδηλώσεων. Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο οι γαλλικές συνδικαλιστικές οργανώσεις κινητοποιήθηκαν εναντίον των μέτρων λιτότητας, με συμμετοχή εργαζομένων, εκπαιδευτικών, φοιτητών και άλλων κοινωνικών ομάδων.
Η πολιτική δυσκολία για το Παρίσι είναι προφανής: η κυβέρνηση πρέπει να περιορίσει το έλλειμμα χωρίς να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη. Όμως ακριβώς το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν, με διαφορετικές μορφές, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Η Γαλλία αποτελεί την πιο καθαρή περίπτωση όπου η δημοσιονομική κρίση μετατρέπεται σε κρίση εμπιστοσύνης. Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν αυξηθεί και η διαφορά από το γερμανικό δεκαετές ομόλογο έχει ξεπεράσει τις 150 μονάδες βάσης, σε επίπεδα που δεν είχαν εμφανιστεί από το 2011. Οι αγορές ουσιαστικά ζητούν υψηλότερη αποζημίωση για να χρηματοδοτήσουν το γαλλικό κράτος, καθώς αμφισβητούν την πολιτική ικανότητα σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος ενός νέου ευρωπαϊκού κύκλου κρίσης χρέους, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg. Δεν πρόκειται για επανάληψη της κρίσης του 2010 με τους ίδιους όρους, αλλά ο μηχανισμός είναι γνώριμος: υψηλά ελλείμματα, αυξανόμενο κόστος δανεισμού, πολιτική αδυναμία λήψης δύσκολων αποφάσεων και κοινωνίες που αντιδρούν στις περικοπές.
Η Γαλλία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτού του κινδύνου, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις που εμφανίζονται ισχυρότερες στις δημοσκοπήσεις — από τη Μαρίν Λεπέν έως τον Ζαν-Λικ Μελανσόν — αμφισβητούν διαφορετικές πλευρές της οικονομικής κληρονομιάς του Εμανουέλ Μακρόν.
Η κρίση, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι κρίση πολιτικής νομιμοποίησης.

Διαμαρτυρίες μαθητών στη Γαλλία © EPA/Firas Abdullah
Γερμανία: Το παλιό μοντέλο δεν αρκεί πλέον για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης
Στη Γερμανία, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά το υπόβαθρο παρόμοιο. Το παραγωγικό μοντέλο που βασίστηκε στις εξαγωγές, στη βιομηχανία, στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και στην ισχυρή παγκόσμια ζήτηση αντιμετωπίζει πλέον σοβαρές πιέσεις.
Η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα, ενώ η ενεργειακή μετάβαση και η γεωπολιτική αναδιάταξη αυξάνουν το κόστος για τη γερμανική παραγωγή. Παράλληλα, η χώρα χρειάζεται τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές, μεταφορές, ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα και κατοικία.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς καλείται να αυξήσει δραματικά τις αμυντικές δαπάνες. Η στροφή αυτή περιορίζει ακόμη περισσότερο τον χώρο για κοινωνικές και αναπτυξιακές πολιτικές, δημιουργώντας μια δύσκολη εξίσωση: περισσότερη άμυνα, περισσότερες επενδύσεις και ταυτόχρονα δημοσιονομική πειθαρχία.
Η πίεση γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα. Οι συζητήσεις για συντάξεις, υγεία, κοινωνικές παροχές και εργασιακές ρυθμίσεις προκαλούν αντιδράσεις, ενώ η άνοδος της AfD αξιοποιεί την οικονομική ανασφάλεια και τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Η γερμανική περίπτωση, ωστόσο, δείχνει και κάτι ακόμη: η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν οδηγεί υποχρεωτικά μόνο προς την Ακροδεξιά.
Η νίκη του Die Linke στις εκλογές του Βερολίνου τον Σεπτέμβριο του 2026, με την κατοικία και το κόστος ζωής να βρίσκονται στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας, ανέδειξε μια διαφορετική πολιτική απάντηση. Το κόμμα ζητά αυστηρότερη ρύθμιση των ενοικίων και κοινωνικοποίηση μεγάλων ιδιωτικών στεγαστικών χαρτοφυλακίων. Η επιτυχία του δείχνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να διοχετευθεί και προς τα αριστερά, όταν υπάρχει συγκεκριμένη πρόταση για τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Το στεγαστικό ζήτημα έχει γίνει τόσο κεντρικό ώστε ο ίδιος ο Μερτς επιχειρεί να εμποδίσει σε ομοσπονδιακό επίπεδο πιθανές πρωτοβουλίες για κοινωνικοποίηση μεγάλων εταιρειών ακινήτων στο Βερολίνο.

Πλακάτ και σημαίες κατά τη διάρκεια της τελικής προεκλογικής συγκέντρωσης του κόμματος της Αριστεράς (Die Linke) πριν από τις εκλογές της Βουλής των Αντιπροσώπων στο Βερολίνο της Γερμανίας ©ΑΠΕ
Η κρίσιμη εξίσωση για το 2027 στην Ευρώπη, το εκρηκτικό κοκτέιλ
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πλέον ευρωπαϊκή. Στην Ισπανία η στεγαστική κρίση έριξε την κυβέρνηση σε πρόωρες εκλογές. Στη Γαλλία η δημοσιονομική προσαρμογή προκαλεί απεργίες και κοινωνικές αντιδράσεις, ενώ οι αγορές αυξάνουν το κόστος δανεισμού. Στη Γερμανία η βιομηχανική κόπωση, οι ανάγκες επανεξοπλισμού, οι περικοπές και η στεγαστική πίεση δοκιμάζουν το παραδοσιακό πολιτικό κέντρο.
Κοινός παρονομαστής είναι η απόσταση ανάμεσα στο κόστος ζωής και στα εισοδήματα.
Όσο η κατοικία, η ενέργεια, τα τρόφιμα και οι βασικές υπηρεσίες απορροφούν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ένα πολιτικό δίλημμα χωρίς εύκολη έξοδο. Αν αυξήσουν τις κοινωνικές δαπάνες, επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά. Αν προχωρήσουν σε περικοπές, ενισχύουν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αν αυξήσουν τη φορολογία, προκαλούν αντιδράσεις από επιχειρήσεις και μεσαία στρώματα. Αν δεν κάνουν τίποτα, αφήνουν την αγορά και την ακρίβεια να τροφοδοτούν την πολιτική πόλωση.
Αυτό είναι το εκρηκτικό κοκτέιλ της σημερινής Ευρώπης.

Διαδηλωτές συμμετέχουν σε πορεία ζητώντας από τις αρχές να αντιμετωπίσουν τα συνεχιζόμενα προβλήματα στέγασης, στη Μαδρίτη της Ισπανίας, στις 3 Οκτωβρίου 2026 ©ΑΠΕ
Η Ακροδεξιά επιχειρεί να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια μέσω της μετανάστευσης και της εθνικής αναδίπλωσης. Η πιέση εντείνεται με αποτέλεσμα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα να φλερτάρουν με τη ιδέα για κοινοβουλευτικές συνεργασίες ακόμα και συγκυβέρνηση με τους νοσταλγούς των Ναζί που προσπαθούν με ανανεωμένη προβιά να φανούν ως ευυπόληπτες πολιτικές δυνάμεις. Η συζήτηση έχει ανοίξει στην Ισπανία με το Λαϊκό Κόμμα (PP) και το Vox, καθώς και στη Γερμανία με τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU/CSU) και την AfD γύρω από το «τείχος προστασίας» (Brandmauer) που αρχίζει να αμφισβητείται.
Από την άλλη όχθη, η κεντροαριστερά και η ριζοσπαστική αριστερά επιχειρεί να εκφράσει από τη μεριά της πολιτικά τη δυσαρέσεια σε σύγκρουση γύρω από τους μισθούς, τη στέγη, τις δημόσιες υπηρεσίες και την αναδιανομή. Και τα παραδοσιακά κόμματα του Κέντρου δυσκολεύονται να πείσουν ότι μπορούν να προσφέρουν λύσεις χωρίς να εγκαταλείψουν τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο επειδή η Ευρώπη χρειάζεται επενδύσεις, λένε αναλυτές στο Bloomberg. Χρειάζεται νέες κατοικίες, αναβάθμιση υποδομών, ενεργειακά δίκτυα, τεχνολογική ανάπτυξη και ταυτόχρονα μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες. Όμως όλα αυτά απαιτούν κεφάλαια σε μια περίοδο όπου το κόστος του δημόσιου χρήματος αυξάνεται και τα περιθώρια των προϋπολογισμών στενεύουν.
Η πραγματική δοκιμασία για το 2027, επομένως, δεν θα είναι μόνο ποιο κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές σε Ισπανία, Γαλλία ή Γερμανία. Θα είναι εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούν να μετατρέψουν τη δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέδιο επενδύσεων και κοινωνικής σταθερότητας αντί για μια ακόμη περίοδο περικοπών.
Γιατί εάν η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια και η συμπίεση των εισοδημάτων συναντηθούν με υψηλό κόστος δανεισμού και αδύναμη ανάπτυξη, η κρίση δεν θα παραμείνει στην αγορά κατοικίας ούτε στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Θα μεταφερθεί στο πολιτικό σύστημα. Και τότε η Ευρώπη δεν θα βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με μια οικονομική κρίση, αλλά με μια κρίση του ίδιου του μοντέλου κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας που οικοδομήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.
