Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές εξελίσσονται σε κρίσιμη δοκιμασία για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με τις πιέσεις στην οικονομία, τον πόλεμο με το Ιράν και τις διεθνείς σχέσεις να αποκτούν άμεση πολιτική σημασία.
Απομένει ένας μήνας για τις κάλπες στις 3 Νοεμβρίου σε μια αναμέτρηση με πολύ ευρύτερη σημασία σε σχέση με μια συνηθισμένη αναμέτρηση για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η προεκλογική περίοδος εξελίσσεται ολοένα περισσότερο σε προσωπικό στοίχημα, την ώρα που οι Ρεπουμπλικανοί προσπαθούν να διαχειριστούν την πίεση από το κόστος ζωής, τις τιμές των καυσίμων και τον πόλεμο με το Ιράν.
Το παράδοξο είναι ότι αρκετοί Ρεπουμπλικανοί θα προτιμούσαν η εκλογική αναμέτρηση να επικεντρωθεί στις επιδόσεις των υποψηφίων τους. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το κατά πόσο η παρουσία του μπορεί να τους ενισχύσει ή να τους επιβαρύνει πολιτικά. Ωστόσο, ο ίδιος ο Τραμπ επιδιώκει να βρίσκεται στο επίκεντρο της εκστρατείας, θεωρώντας ότι οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν, στην πράξη, δημοψήφισμα για την προεδρία του, ακόμη και αν το όνομά του δεν βρίσκεται στα ψηφοδέλτια.
«Δεν είμαι στο ψηφοδέλτιο, αλλά είμαι στο ψηφοδέλτιο», είπε σε συνεργάτη του, σύμφωνα με το Axios, αποτυπώνοντας με χαρακτηριστικό τρόπο την αντίληψή του για την αναμέτρηση. Η πολιτική του ομάδα έχει διατυπώσει ανοιχτά τον στόχο να μετατρέψει τους ψηφοφόρους του Τραμπ σε ψηφοφόρους των ενδιάμεσων εκλογών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε από την Πέμπτη μια εκστρατεία 32 ημερών, με πρώτους σταθμούς το Τέξας και την Οκλαχόμα, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί δίνουν μάχη για να διατηρήσουν τις οριακές πλειοψηφίες τους στο Κογκρέσο.
Στο Τέξας, ο Τραμπ εμφανίστηκε στο πλευρό του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου για τη Γερουσία Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε στηρίξει στις προκριματικές εκλογές απέναντι στον νυν γερουσιαστή Τζον Κόρνιν. Η επιλογή αυτή έχει οδηγήσει τους Ρεπουμπλικανούς να δαπανήσουν σημαντικούς πόρους για τη διατήρηση μιας έδρας που θεωρούνταν παραδοσιακά ασφαλής.
Παράλληλα, η οικονομία και οι τιμές των καυσίμων αποτελούν σημαντικό ζήτημα για την προεκλογική εκστρατεία. Στο Τέξας, η τιμή του ντίζελ έφτασε πρόσφατα σε επίπεδα-ρεκόρ, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης παραμένει σημαντικά υψηλότερη σε ετήσια βάση. Ο Τραμπ υπερασπίστηκε παράλληλα την εμπορική πολιτική και τους δασμούς του, υποστηρίζοντας ότι έχουν συμβάλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
«Προσποιηθείτε ότι είμαι υποψήφιος, παρακαλώ», είπε χαρακτηριστικά ο Τραμπ σε συγκέντρωση στην Ντουράντ της Οκλαχόμα. Οι πρώτες εμφανίσεις του πραγματοποιήθηκαν σε περιοχές με ισχυρή ρεπουμπλικανική παράδοση, πριν μεταφέρει την εκστρατεία του σε πολιτείες όπου οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι περισσότερο αμφίρροπες.
Η προσωπική εκλογική στρατηγική του Τραμπ και η μάχη για το Κογκρέσο
Η επιλογή αυτή αποτυπώνεται ήδη στην προεκλογική εκστρατεία. Στο πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα διοργάνωσε στο Ντάλας μια πρωτοφανή, για ενδιάμεσες εκλογές, κομματική συνδιάσκεψη με κεντρικό πρόσωπο τον πρόεδρο Τραμπ. Σε μια επίδειξη ισχύος και πλήρους συσπείρωσης ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετέτρεψε το διήμερο συνέδριό του στο Ντάλας σε βαρόμετρο των πολιτικών εξελίξεων στις ΗΠΑ.
Με κεντρικό πρόσωπο τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έδωσε το παρών και με τις δύο ομιλίες του, το κόμμα έθεσε τις βάσεις για τη στρατηγική που θα ακολουθήσει στην κάλπη, θέτοντας σε πρώτο πλάνο την οικονομία, την ασφάλεια, την υπεροχή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στον κόσμο και τη διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου.
Παράλληλα, τα πρώτα τηλεοπτικά σποτ της προεκλογικής μηχανής του Τραμπ τον τοποθετούν στο επίκεντρο. Το πρώτο, με τίτλο «Toughest Guy», διατηρώντας τη ρητορική του «σκληρού άντρα», είναι αφιερωμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου στον ίδιο, ενώ το δεύτερο, με αναφορά στις φορολογικές περικοπές, χρησιμοποιεί τον πρόεδρο ως βασικό πρωταγωνιστή.
Στο εσωτερικό της ρεπουμπλικανικής παράταξης, η επιλογή αυτή αντιμετωπίζεται ως ένας πρακτικός συμβιβασμός. Από τη μία πλευρά, η πολιτική βάση του Τραμπ θεωρείται απαραίτητη για την κινητοποίηση ψηφοφόρων που δεν συμμετέχουν σταθερά στις ενδιάμεσες εκλογές. Από την άλλη, υπάρχουν στελέχη που φοβούνται ότι η υπερβολική προσωποποίηση της εκστρατείας μπορεί να καταστήσει τους υποψηφίους υπερβολικά εξαρτημένους από τον πρόεδρο.

Ντόναλντ Τραμπ © EPA/JEFF MCWHORTER
«Δεν έχουμε επιλογή. Είμαστε στο ίδιο πλοίο μαζί του, είτε μας αρέσει είτε όχι», ανέφερε στο Axios Ρεπουμπλικανός αξιωματούχος που έχει επαφή με την πολιτική ομάδα του προέδρου. Η ίδια πηγή σημείωσε ότι μια άνοδος της πολιτικής επιρροής του Τραμπ μπορεί να συμπαρασύρει και άλλους υποψηφίους, εκφράζοντας όμως την επιφύλαξη ότι στον Λευκό Οίκο είναι πολύ πιο βέβαιοι για αυτή την εξέλιξη από ό,τι στο υπόλοιπο κόμμα.
Πέρα από τη σημαντική πτώση των ποσοστών του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις, ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι πολλοί υποψήφιοι δεν πρόκειται να δώσουν το παρών. «Ποιο είναι το νόημα;» διερωτήθηκε άλλος Ρεπουμπλικανός σύμβουλος που συμμετέχει σε ομοσπονδιακές εκλογικές αναμετρήσεις, μιλώντας στο Axios. «Είναι σαν αυτό που λένε για ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος: κάνει θόρυβο αν δεν υπάρχει κανείς εκεί για να τον ακούσει;»
Τι ακολουθεί: Σε δείπνο που πραγματοποιήθηκε στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου, παρουσία δεκάδων Ρεπουμπλικανών βουλευτών, ο Τραμπ δεσμεύτηκε να κάνει προεκλογική εκστρατεία σε ολόκληρη τη χώρα, συμμετέχοντας σε 35 εκλογικές αναμετρήσεις, «για να δούμε αν μπορούμε να εκλέξουμε όλους».
Ένας από τους συμβούλους που συμμετέχουν στις συζητήσεις με τη MAGA που στηρίζει τον Τραμπ δήλωσε: «Αν ο Τραμπ θέλει να κάνει προεκλογική εκστρατεία υπέρ ενός υποψηφίου, θα είναι δύσκολο για τον τελευταίο να του πει όχι. Αν πεις όχι στον Τραμπ, μπορεί να σε τιμωρήσει. Αν πεις ναι, η παρουσία του μπορεί να μη σε βοηθήσει. Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο βρισκόμαστε».
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι διαθέτει περίπου 1 δισ. δολάρια μέσω των πολιτικών οργανώσεων που ελέγχει ή επηρεάζει και ότι σχεδιάζει να διαθέσει περίπου 400 έως 500 εκατ. δολάρια για την προεκλογική περίοδο. Το μέγεθος των διαθέσιμων πόρων αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για την κομματική μηχανή, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές πώς θα μπορούσε να απορροφηθεί ένα τόσο μεγάλο ποσό μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στη Γερουσία. Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι σε Αϊόβα, Μίσιγκαν και Οχάιο έχουν ζητήσει από τον πρόεδρο να τερματίσει τον πόλεμο με το Ιράν, καθώς οι αυξημένες τιμές της βενζίνης και του ντίζελ δημιουργούν άμεσο πολιτικό κόστος. Στο Κάνσας, Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής που βρίσκεται αντιμέτωπος με δυσκολότερη από την αναμενόμενη επανεκλογή έχει επικρίνει την κυβέρνηση για τις επιχειρήσεις μετανάστευσης.
Το μήνυμα που θα ήθελαν να προβάλλουν αρκετοί υποψήφιοι είναι συνεπώς διαφορετικό: οικονομία, κόστος ζωής και τοπικά ζητήματα. Ωστόσο, η πολιτική ατζέντα του προέδρου επαναφέρει διαρκώς στο προσκήνιο τη διεθνή πολιτική.
Τραμπ: Από το προσωπικό στοίχημα στις πιέσεις της οικονομίας
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι οικονομικές πιέσεις είναι από τα ζητήματα που μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων. Ρεπουμπλικανοί που κινητοπούνται προεκλογικά εκτιμούν ότι το μήνυμα για τις φορολογικές περικοπές μπορεί να λειτουργήσει θετικά, την ίδια στιγμή όμως οι εσωτερικές έρευνες του κόμματος δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι συνδέουν τις υψηλές τιμές των καυσίμων με την πολιτική του προέδρου γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν.
«Δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε διαφορετικά την τιμή του ντίζελ και της βενζίνης», σημείωσε στους New York Times Ρεπουμπλικανός που διαχειρίζεται εκστρατείες υποψηφίων για ομοσπονδιακά αξιώματα.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω των κινήσεων του Τραμπ στο εξωτερικό. Η απειλή κλιμάκωσης του πολέμου με το Ιράν μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω τις τιμές της ενέργειας, ενώ η προσέγγισή του απέναντι σε άλλες κυβερνήσεις δημιουργεί πρόσθετες πολιτικές αντιθέσεις στο εσωτερικό.
Την ίδια στιγμή, οι σύμβουλοί του υποστηρίζουν ότι η εικόνα στον εκλογικό χάρτη δεν είναι τόσο δυσμενής όσο παρουσιάζεται και ότι οι ανταγωνιστικές αναμετρήσεις στη Βουλή και τη Γερουσία παραμένουν ανοιχτές. Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από τη συμμετοχή των ψηφοφόρων και από το κατά πόσο οι υποψήφιοι θα μπορέσουν να αποσυνδέσουν τις δικές τους εκστρατείες από την ευρύτερη αξιολόγηση της προεδρίας.
Στη Βουλή, οι ενδείξεις που περιγράφονται από το Cook Political Report καταγράφουν μετατόπιση αρκετών αναμετρήσεων προς τους Δημοκρατικούς. Συνολικά, 15 περιφέρειες άλλαξαν κατεύθυνση στις πρόσφατες αξιολογήσεις, ενώ δημιουργήθηκαν νέες αναμετρήσεις που χαρακτηρίζονται ως απολύτως αμφίρροπες.
Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρή αύξηση μόλις τριών εδρών για να αποκτήσουν την πλειοψηφία. Στις εκτιμήσεις του ίδιου οργανισμού, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερο αριθμό ανταγωνιστικών εδρών από τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ σημαντικός αριθμός ρεπουμπλικανικών εδρών έχει πλέον ενταχθεί στην κατηγορία των αμφίρροπων.
Παρά το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν οικονομικό πλεονέκτημα στην προεκλογική χρηματοδότηση, οι Δημοκρατικοί φαίνεται να επωφελούνται από την πολιτική συγκυρία σε ορισμένες περιφέρειες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι πολλές από τις πιο ανταγωνιστικές περιοχές είναι περιφέρειες τις οποίες ο Τραμπ είχε κερδίσει στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Αλλά και στους Δημοκρατίκους αναζητείται στρατηγική. Στις 5 Αυγούστου, ο προοδευτικός Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ κέρδισε οριακά το χρίσμα των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν, επικρατώντας της κεντρώας Χέιλι Στίβενς. Ο 41χρονος γιατρός θα διεκδικήσει πλέον την έδρα στις ενδιάμεσες εκλογές, σε μια αναμέτρηση που θεωρείται σημαντική για την κατεύθυνση του κόμματος.
Η υποψηφιότητά του ενισχύει την κεντροαριστερή τάση των Δημοκρατικών, μετά τις πρόσφατες επιτυχίες της σε Νέα Υόρκη και Κολοράντο. Κάποιοι τον αποκάλεσαν «Μαμντάνι του Μίσιγκαν», επειδή και αυτός, όπως ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, επέλεξε να μιλήσει για κοινωνική ισότητα και δημοκρατία, κατά του φόβου που προκαλεί στους δρόμους των αμερικανικών πόλεων η ICE, η αστυνομία μετανάστευσης του Τραμπ.
Η νίκη του, ωστόσο, αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να διατηρήσουν την έδρα του Μίσιγκαν, καθώς κάθε απώλεια μπορεί να επηρεάσει τις προσπάθειές τους να ανακτήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία. Η εκλογική μάχη αναμένεται παράλληλα να αποτελέσει ένδειξη για την πολιτική κατεύθυνση του κόμματος τα επόμενα χρόνια.

Κογκρέσο, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής © EPA/SHAWN THEW
Τι σημαίνουν οι ενδιάμεσες εκλογές για την Ευρώπη
Το αποτέλεσμα της αμερικανικής κάλπης δεν αφορά μόνο την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις παρακολουθούν την αναμέτρηση προκειμένου να εκτιμήσουν τόσο τη νέα ισορροπία στο Κογκρέσο όσο και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει ο Λευκός Οίκος σε περίπτωση απώλειας ελέγχου της Βουλής ή της Γερουσίας.
Το ζήτημα συζητήθηκε και στο Athens Democracy Forum, όπου η συζήτηση «Talk of the Times: U.S. Midterms – Forecasts and Fallout» επικεντρώθηκε στις πιθανές συνέπειες των ενδιάμεσων εκλογών για τη Μέση Ανατολή, τις διατλαντικές σχέσεις και την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Η Λιζ Άλντερμαν, δημοσιογράφος και πρώην ανταποκρίτρια των New York Times, υποστήριξε ότι ήδη από την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας δεν μπορούσε να θεωρείται αυτονόητη.
Η δεύτερη θητεία, σύμφωνα με την ίδια, επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία και οδήγησε σε βαθύτερη αναζήτηση ευρωπαϊκής αυτονομίας. Περιέγραψε την εξέλιξη ως «σεισμική μετατόπιση» στη διατλαντική σχέση, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες και άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ εξετάζουν πλέον όχι μόνο ποια θα είναι η σύνθεση του Κογκρέσου, αλλά και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι πολιτικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης αλλαγής ισορροπιών.
Κατά την ίδια, η αλλαγή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και άλλες μεσαίες δυνάμεις έχουν ήδη αρχίσει να ενισχύουν μεταξύ τους τις σχέσεις τους, θεωρώντας ότι το διεθνές περιβάλλον έχει μεταβληθεί.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τόμας Φρίντμαν των New York Times υποστήριξε ότι η πρώτη και η δεύτερη προεδρική θητεία του Τραμπ διαφέρουν ως προς το πολιτικό περιβάλλον που τον περιβάλλει. Κατά την άποψή του, στην πρώτη θητεία υπήρχαν περισσότεροι θεσμικοί και πολιτικοί παράγοντες που λειτουργούσαν ως περιορισμοί, ενώ στη δεύτερη οι συνεργάτες του είναι περισσότερο ευθυγραμμισμένοι με τις θέσεις του.
Ο Πάτρικ Χίλι, Assistant Managing Editor for Trust and Standards των The New York Times, από την πλευρά του, επισήμανε ότι για να γίνει κατανοητή η αμερικανική πολιτική σήμερα πρέπει να παρακολουθεί κανείς στενά τις αναρτήσεις του προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως ανέφερε, ο Τραμπ προσεγγίζει την πολιτική μέσα από το πρίσμα της άμεσης ισχύος, των συσχετισμών και του ποιος «κρατά τα χαρτιά».

O Τραμπ υπογράφει τη συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου που έμεινε στα χαρτιά ©YouTube/ printscreen
Η Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο με το Ιράν
Το δεύτερο μεγάλο πεδίο αβεβαιότητας είναι η Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση Τραμπ επεξεργάζεται, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους και άλλες πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις, ένα σχέδιο για την περίοδο μετά τον πόλεμο με το Ιράν.
Ήδη το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας (Πεντάγωνο) αποστέλλει τρίτη ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρων και μια επιπλέον εκστρατευτική μονάδα Πεζοναυτών στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, προσθέτοντας 9.000 έως 10.000 επιπλέον στρατιώτες στην περιοχή, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να ξαναρχίσει τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους.
Οι στρατιωτικοί σχεδιασμοί αποσκοπούν στο να προσφέρουν στον πρόεδρο Τραμπ και στη στρατιωτική ηγεσία μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του πολέμου, μέσω της ανάπτυξης έως και τριών αεροπλανοφόρων, μαζί με τα συνοδευτικά τους πλοία, στην περιοχή κατά τη διάρκεια του προσεχούς Νοεμβρίου. Οι ίδιοι αξιωματούχοι διευκρίνισαν ότι οι κινήσεις αυτές εξακολουθούν να βρίσκονται στο στάδιο του σχεδιασμού και ότι δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση για την υλοποίησή τους, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα «The Wall Street Journal».
Η στρατηγική βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης. Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις βασικοί άξονες.
- Ο πρώτος αφορά τη δημιουργία μιας περιφερειακής συμμαχίας μεταξύ των αμερικανικών συμμάχων για τον περιορισμό της επιρροής του Ιράν, με τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν ρόλο εγγυητή.
- Ο δεύτερος συνδέεται με την προσπάθεια να κλείσουν ορισμένα από τα μέτωπα που άνοιξαν μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται η επόμενη φάση του σχεδίου Τραμπ για τη Γάζα, μια συμφωνία ασφαλείας μεταξύ Ισραήλ και Συρίας και η εφαρμογή της συμφωνίας Ισραήλ-Λιβάνου.
- Ο τρίτος άξονας αφορά την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ και την επίτευξη συμφωνίας εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας.
Η αμερικανική κυβέρνηση θα επιδιώξει, σύμφωνα με πηγές του Axios, να συνεργαστεί με την επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Ωστόσο, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ θα επιχειρήσει να προχωρήσει το σχέδιο ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ισραηλινών εκλογών, ακόμη και σε περίπτωση πολιτικού αδιεξόδου.
Ο Τόμας Φρίντμαν, μιλώντας για τη Μέση Ανατολή στο Athens Democracy Forum, υπογράμμισε την ανάγκη μιας νέας ειρηνευτικής διαδικασίας και επανέλαβε τη θέση του υπέρ της λύσης των δύο κρατών για Ισραήλ και Παλαιστίνη. Όπως σημείωσε, περίπου 7,2 εκατομμύρια Ισραηλινοί και αντίστοιχος αριθμός Παλαιστινίων ζουν στην περιοχή μεταξύ Ιορδάνη και Μεσογείου και, κατά την εκτίμησή του, η προοπτική μόνιμης απομάκρυνσης του ενός πληθυσμού δεν αποτελεί ρεαλιστική λύση.
Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης, πάντως, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η βασική ιδέα, όπως περιγράφηκε, είναι να συνδεθούν μεταξύ τους οι διαφορετικές περιφερειακές κρίσεις και να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας μετά το τέλος του πολέμου.

Καπιτώλιο, Γερουσία, ΗΠΑ © Scrumshus, Wikimedia Commons
Αυτό είναι και το σημείο όπου οι ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν διεθνή διάσταση. Το αποτέλεσμα στη Βουλή και τη Γερουσία μπορεί να επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Τραμπ θα επιχειρήσει να εφαρμόσει την εξωτερική του ατζέντα, ενώ οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι τιμές της ενέργειας επιστρέφουν ταυτόχρονα στο εσωτερικό της αμερικανικής προεκλογικής μάχης.
Έτσι, η εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου λειτουργεί ως σημείο διασταύρωσης τριών διαφορετικών πεδίων: της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής, της μελλοντικής σχέσης των ΗΠΑ με την Ευρώπη και της προσπάθειας διαμόρφωσης ενός νέου περιφερειακού πλαισίου στη Μέση Ανατολή.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, το ερώτημα είναι κατά πόσο η προσωπική πολιτική μηχανή του Τραμπ θα κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους που χρειάζονται. Για τους Δημοκρατικούς, η αναμέτρηση προσφέρει την ευκαιρία να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής και την κυβερνητική πολιτική.
Για τους συμμάχους των ΗΠΑ, όμως, το διακύβευμα είναι ευρύτερο: ποια θα είναι η ισορροπία στο Κογκρέσο, πώς θα επηρεάσει την προεδρία Τραμπ και ποια κατεύθυνση θα πάρει η αμερικανική εξωτερική πολιτική σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη και η Μέση Ανατολή βρίσκονται ήδη σε διαδικασία αναπροσαρμογής.
