Πόσο απειλείται το ΝΑΤΟ και τι αναταράξεις προκαλούν οι κινήσεις υπονόμευσης από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, τόσο για την Ευρώπη, όσο και για τις ΗΠΑ.
Δύο αναλύσεις στο Foreign Affairs και στο Reuters επιχειρούν να περιγράψουν και να εξηγήσουν τι συμβαίνει στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στη σκιά της αντιπράθεσης που έχει ανοίξει με τη Ρωσία, αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο του ίδιου του ΝΑΤΟ, στη νέα εποχή Τραμπ.
Σύμφωνα με τον Guardian, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών προειδοποιούν ότι η Μόσχα ενδέχεται να επιχειρήσει πιο αποφασιστική δοκιμή των αντοχών του ΝΑΤΟ τους επόμενους μήνες, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ενδείξεις ότι μια άμεση επίθεση είναι επικείμενη.
Ο επικεφαλής της τσεχικής υπηρεσίας BIS, Μίχαλ Κουντέλκα, εκτίμησε ότι ένα περιορισμένο πλήγμα σε νατοϊκό έδαφος που συνορεύει με τη Ρωσία, μια προβοκάτσια ή μια μεγάλης κλίμακας εκστρατεία επιρροής θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος των σχεδιασμών του Κρεμλίνου, ακόμη και μέσα σε «μήνες, όχι χρόνια».
Πιο επιφυλακτική εμφανίζεται η Λετονία. Ο επικεφαλής της VDD, Νόρμουντς Μέζβιτς, δήλωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις επικείμενης επίθεσης, αν και καταγράφονται προετοιμασίες της Μόσχας για πιο αποφασιστική δράση στην Ευρώπη. Παραμένει, όπως είπε, ασαφές εάν πρόκειται για συγκεκριμένα επιχειρησιακά σχέδια ή προσπάθεια καλλιέργειας φόβου.
Την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καταγράφουν εντεινόμενες υβριδικές επιχειρήσεις: ύποπτα σαμποτάζ και εμπρησμούς, drones, περιστατικά στον εναέριο χώρο του ΝΑΤΟ και ενέργειες που παραμένουν στη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ πολέμου και ειρήνης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά νέο συλλογικό τρόπο αντίδρασης στις ρωσικές υβριδικές επιθέσεις, από κυβερνοεπιθέσεις και δολιοφθορές έως εμπρησμούς και εισβολές drones. Στόχος είναι ένας μηχανισμός που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ και θα επιτρέπει ταχύτερη επιβολή κόστους στη Μόσχα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν τη δημιουργία ενός νέου Emergency Security Protocol, το οποίο θα ενεργοποιείται όταν κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν επιθέσεις κάτω από το όριο μιας συμβατικής ένοπλης επίθεσης, αλλά με σαφή αντίκτυπο στην εθνική τους ασφάλεια.
Η λογική του παραπέμπει στο Άρθρο 4 του ΝΑΤΟ, μέσω του οποίου τα μέλη της Συμμαχίας μπορούν να ζητήσουν διαβουλεύσεις όταν θεωρούν ότι απειλείται η ασφάλειά τους. Ωστόσο, το ευρωπαϊκό σχέδιο δεν έχει ακόμη αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή, ενώ αρκετοί διπλωμάτες προειδοποιούν ότι ένας παράλληλος μηχανισμός θα μπορούσε να δημιουργήσει επικαλύψεις με τις υφιστάμενες διαδικασίες του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η ανησυχία εντείνεται καθώς Ρωσία και Ουκρανία κλιμακώνουν τις επιθέσεις με drones και πυραύλους. Ωστόσο, αξιωματούχοι των χωρών της Βαλτικής προειδοποιούν ότι η κινδυνολογία μπορεί να εξυπηρετήσει την ίδια τη στρατηγική της Μόσχας, ενισχύοντας τον φόβο και την οικονομική αβεβαιότητα στην Ευρώπη.
Ταυτόχρονα, η Πολωνία επιδιώκει να αυξήσει σημαντικά την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφός της, με στόχο να φιλοξενεί συνολικά 15.000 Αμερικανούς στρατιώτες, δήλωσε ο υφυπουργός Άμυνας Στανισλάβ Βζίντεκ, καθώς ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία εισέρχεται στον πέμπτο χειμώνα.
Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό RMF FM, ο Βζίντεκ ανέφερε ότι το σχέδιο προβλέπει περίπου 10.000 στρατιώτες σε εκ περιτροπής ανάπτυξη και ακόμη 3.500 έως 5.000 μόνιμα σταθμευμένους. Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, στην Πολωνία βρίσκονται περίπου 6.500 έως 7.000 Αμερικανοί στρατιώτες, οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί εκ περιτροπής. Η Βαρσοβία θεωρεί την ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας κρίσιμο στοιχείο της αποτρεπτικής της πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.
Ωστόσο, η πίεση του Ντόναλντ Τραμπ προς το ΝΑΤΟ αλλάζει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή άμυνα, εξηγεί ανάλυση στο Foreign Affairs. Η Ουάσιγκτον εξετάζει περιορισμό της στρατιωτικής παρουσίας της, ενώ οι Ευρωπαίοι αυξάνουν τις δαπάνες και αναζητούν μεγαλύτερη αυτονομία, με κόστος για την εμπιστοσύνη και τη διατλαντική σχέση.
ΝΑΤΟ: Η Ουάσιγκτον μετατοπίζει το βάρος στην Ευρώπη
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνουν, εμφανίζεται αποφασισμένη να μεταφέρει στους Ευρωπαίους μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνα της ηπείρου, ανοίγοντας ταυτόχρονα τη συζήτηση για το μέγεθος και τον ρόλο της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ.
Την ανάλυση στο Foreign Affairs υπογράφουν οι πρώην υφυπουργοί Άμυνας των ΗΠΑ Έρικ Έντελμαν και Γουόλτερ Μπ. Σλόκομπ, καθώς και ο Φράνκλιν Σι. Μίλερ, επί τρεις δεκαετίες ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου σε θέματα πυρηνικής πολιτικής και ελέγχου των εξοπλισμών.
Όπως εξηγούν, η στρατηγική αυτή αποτυπώνεται ήδη στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ για το 2025, η οποία καλεί την Ευρώπη να «σταθεί στα πόδια της» και να αναλάβει την «πρωταρχική ευθύνη» για τη συμβατική της άμυνα.
Τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε στη σύνοδο των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ ότι το Πεντάγωνο κινείται «γρήγορα και μη αναστρέψιμα» προς μια ευρωπαϊκή άμυνα με πρωταγωνιστικό ρόλο των ίδιων των Ευρωπαίων. Τον Αύγουστο, ο υφυπουργός Άμυνας Ελμπριτζ Κόλμπι μίλησε για μια «ισχυρότερη, δικαιότερη και βιώσιμη συμμαχία».

O υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ για θέματα πολιτικής, Έλμπριτζ Κόλμπι © Wikimedia
Το Πεντάγωνο έχει ξεκινήσει εξάμηνη επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, διαδικασία που σύμφωνα με το Reuters μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε περικοπή έως 25.000 στρατιωτικών, αν και η τελική απόφαση δεν έχει ληφθεί.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έστειλε στους συμμάχους ερωτηματολόγιο 57 σημείων, με ερωτήσεις όχι μόνο για τις στρατιωτικές και οικονομικές τους δυνατότητες, αλλά και για το κατά πόσο ευθυγραμμίζονται με τις αμερικανικές εξωτερικοπολιτικές προτεραιότητες. Η διαδικασία έχει εντείνει την αβεβαιότητα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς ορισμένοι σύμμαχοι φοβούνται ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορεί να συνδεθεί περισσότερο με την πολιτική τους στάση απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Η εικόνα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από μια απλή αμερικανική αποχώρηση. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διατηρούν περισσότερους από 80.000 στρατιωτικούς στην Ευρώπη και συνεχίζουν να επενδύουν σε κρίσιμες βάσεις. Στη Ρουμανία, για παράδειγμα, η Ουάσιγκτον έχει διαθέσει περισσότερα από 100 εκατ. δολάρια για την επέκταση της αεροπορικής βάσης Μιχαήλ Κογκăλνιτσεάνου, ενώ η Ρουμανία υλοποιεί επένδυση περίπου 2,7 δισ. δολαρίων, με στόχο η βάση να εξελιχθεί έως το 2040 στη μεγαλύτερη εγκατάσταση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.
Ανάλογη στρατηγική σημασία διατηρούν οι αμερικανικές βάσεις στη Ρότα και στο Μόρον της Ισπανίας, καθώς και οι εγκαταστάσεις στη Βρετανία. Μόνο σε επτά βρετανικές βάσεις οι ΗΠΑ προγραμματίζουν έργα άνω των 4,2 δισ. δολαρίων. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να χρειάζεται την ευρωπαϊκή γεωγραφία για την προβολή στρατιωτικής ισχύος όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της βάσης Μιχαήλ Κογκăλνιτσεάνου. Παρά την αποχώρηση περίπου των μισών από τους 2.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς που βρίσκονταν εκεί, εννέα αμερικανικά αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-135 παρέμεναν στη βάση, καθώς χρησιμοποιούνταν για την υποστήριξη αμερικανικών επιχειρήσεων κατά τον πόλεμο με το Ιράν. Η αντίφαση αυτή βρίσκεται στην καρδιά της σημερινής σχέσης Ουάσιγκτον – ΝΑΤΟ: η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει για μικρότερο ευρωπαϊκό βάρος, αλλά ταυτόχρονα εξακολουθεί να αξιοποιεί τις ευρωπαϊκές υποδομές ως πολλαπλασιαστή ισχύος.
Η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ και το ρωσικό μέτωπο
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι Αμερικανοί στρατιωτικοί θα παραμείνουν στην Ευρώπη, αλλά τι σημαίνει η αβεβαιότητα για την αξιοπιστία της αποτροπής.
Η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία και παράλληλα έχει εντείνει, σύμφωνα με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις στη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Δολιοφθορές, εμπρησμοί, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις σε εκλογές, επιθέσεις με drones και περιστατικά που αφορούν κρίσιμες υποδομές έχουν αυξήσει την πίεση στα κράτη του ΝΑΤΟ.
Μόνο τον Αύγουστο του 2026 καταγράφηκαν περιστατικά που αποδόθηκαν από ευρωπαϊκές αρχές στη Ρωσία σε Βουλγαρία, Εσθονία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία και Σλοβακία. Στη Ρουμανία, νατοϊκά μαχητικά αναχαίτισαν ρωσικό drone που είχε εισέλθει στον εναέριο χώρο της χώρας, ενώ λίγες ημέρες αργότερα καταρρίφθηκαν ακόμη δύο drones. Στα τέλη Ιουλίου, ρωσικός πύραυλος κρουζ κατέπεσε στην Πολωνία.
Η Μόσχα αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή και χαρακτηρίζει τέτοια περιστατικά «προβοκάτσιες». Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για προσπάθεια δοκιμής της συνοχής και των αντιδράσεων του ΝΑΤΟ. Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από εκτιμήσεις ότι η Ρωσία μπορεί να εξετάζει περιορισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά κρατών της Συμμαχίας μέσα στα επόμενα χρόνια.

Ουκρανικό μεταγωγικό αεροσκάφος Antonov στο αεροδρόμιο Λειψίας-Χάλε στη Γερμανία, όπου οι αρχές είχαν εντοπίσει drone φορτωμένο με εκρηκτικά κοντά σε ουκρανικό αεροσκάφος © EPA/FILIP SINGER
Σε αυτό το περιβάλλον, η αμερικανική αποστασιοποίηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Η λογική της αποτροπής βασίζεται όχι μόνο στις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά και στην πεποίθηση ενός δυνητικού αντιπάλου ότι η Συμμαχία θα αντιδράσει ενιαία σε περίπτωση επίθεσης. Το Άρθρο 5, σύμφωνα με το οποίο επίθεση σε ένα μέλος αντιμετωπίζεται ως επίθεση σε όλα, αποτελεί τον πυρήνα αυτής της αρχιτεκτονικής.
Η συζήτηση, επομένως, αφορά και το κατά πόσο οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να είναι βέβαιες ότι οι ΗΠΑ θα ανταποκριθούν σε μια κρίση. Η αμφιβολία αυτή μπορεί να επηρεάσει και άλλες περιοχές του κόσμου. Εάν η Ουάσιγκτον εμφανίζεται λιγότερο δεσμευμένη απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους της, Κίνα και Βόρεια Κορέα θα μπορούσαν να αξιολογήσουν διαφορετικά τη σταθερότητα των αμερικανικών δεσμεύσεων απέναντι στην Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα.
Αυτό είναι και το επιχείρημα όσων θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν μπορεί να αποκοπεί από την παγκόσμια αμερικανική στρατηγική. Η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη λειτουργεί, άλλωστε, και ως μέσο προστασίας των ίδιων των ΗΠΑ, καθώς κρατά δυνητικές εχθρικές δυνάμεις μακριά από τις αμερικανικές ακτές. Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η ανθυποβρυχιακή ικανότητα στον Βόρειο Ατλαντικό, όπου ρωσικά υποβρύχια μπορούν να επιχειρούν με στόχο την προσέγγιση της αμερικανικής ακτογραμμής.
Από τις αμερικανικές βάσεις στην ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία
Η πίεση του Ντόναλντ Τραμπ δεν οδηγεί μόνο σε αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών. Αρχίζει να μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις της ηπείρου αντιλαμβάνονται την εξάρτησή τους από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.
Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ και ο Καναδάς αύξησαν συνολικά τις αμυντικές δαπάνες τους κατά 20% το 2025. Η απόφαση να κατευθυνθούν έως το 2035 μεγαλύτερα ποσά στην άμυνα και σε ευρύτερες επενδύσεις ασφάλειας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές της τελευταίας περιόδου.
Η αύξηση, πάντως, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην πίεση του Λευκού Οίκου. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για την αλλαγή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Η πολιτική του Τραμπ λειτουργεί περισσότερο ως επιταχυντής μιας τάσης που ήδη είχε αρχίσει να διαμορφώνεται.
Ταυτόχρονα, όμως, οκτώ χώρες του ΝΑΤΟ – Καναδάς, Πολωνία, Δανία, Ισπανία, Νορβηγία, Τουρκία, Γαλλία και Γερμανία – εξετάζουν τρόπους περιορισμού της εξάρτησής τους από αμερικανικά όπλα, τεχνολογία και αμυντικές εταιρείες.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημαντικές οικονομικές προεκτάσεις. Για δεκαετίες, οι αμερικανικές εταιρείες αποτέλεσαν βασικούς προμηθευτές της ευρωπαϊκής άμυνας. Η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών μπορεί να οδηγήσει σε ανακατανομή μεγάλων κρατικών συμβολαίων και να δημιουργήσει ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Ο Καναδάς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Οτάβα επέλεξε τον Ιούνιο αυστραλιανό σύστημα ραντάρ αξίας 1,7 δισ. δολαρίων αντί αμερικανικού ανταγωνιστικού συστήματος, ενώ εξετάζει επίσης σουηδικά αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και το ενδεχόμενο αγοράς μαχητικών Gripen αντί για περισσότερα F-35. Η καναδική κυβέρνηση έχει διευκρινίσει ότι η διαδικασία αξιολόγησης των F-35 δεν έχει ολοκληρωθεί.

Ο Μαρκ Κάρνι με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/THIBAULT CAMUS
Η διαφοροποίηση, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει από τη μια ημέρα στην άλλη. Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία δεν διαθέτει σήμερα όλες τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ΗΠΑ, ενώ η δημιουργία παραγωγικής δυναμικότητας και νέων οπλικών συστημάτων απαιτεί χρόνια.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση αφορά περισσότερο μια σταδιακή αλλαγή στρατηγικής παρά μια άμεση αποδέσμευση από την αμερικανική τεχνολογία. Η Ευρώπη επιδιώκει να περιορίσει την ευπάθειά της σε περίπτωση που η πολιτική της Ουάσιγκτον μεταβληθεί ξανά στο μέλλον.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και σε ευρύτερες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει προτείνει στενότερη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας με χώρες όπως ο Καναδάς, η Βρετανία και η Νορβηγία, ενώ η ΕΕ εξετάζει παράλληλα νέους μηχανισμούς αντιμετώπισης υβριδικών απειλών.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει τα δεδομένα της άμυνας
Πέρα από την πολιτική διάσταση, ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί ως εργαστήριο για τις στρατιωτικές δυνατότητες που θα χρειαστούν οι ευρωπαϊκές χώρες σε μια μελλοντική σύγκρουση, αναφέρει ανάλυση στο Reuters.
Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα drones, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, τα συστήματα επιτήρησης και οι πυραυλικές τεχνολογίες δημιουργεί πρόβλημα για τις στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ, οι οποίες συχνά χρειάζονται χρόνια για να σχεδιάσουν, να προμηθευτούν και να εντάξουν νέα οπλικά συστήματα.
Ορισμένοι Ουκρανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι ορισμένες παραδοσιακές αντιλήψεις για το πεδίο της μάχης έχουν ήδη ξεπεραστεί. Τα φθηνά drones μπορούν να καταστρέψουν πολύ ακριβότερα οπλικά συστήματα, ενώ μεγάλες συγκεντρώσεις στρατιωτών ή οχημάτων καθίστανται εξαιρετικά ευάλωτες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άρματα μάχης ή τα συμβατικά συστήματα έχουν καταστεί άχρηστα. Σημαίνει, όμως, ότι η χρήση τους απαιτεί πλέον διαφορετικό συνδυασμό προστασίας, ηλεκτρονικού πολέμου, αεράμυνας και επιτήρησης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει η αεράμυνα. Οι ρωσικές επιθέσεις στην Ουκρανία έχουν αναδείξει την εξάρτηση της Ευρώπης από αμερικανικά συστήματα, κυρίως τα Patriot. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα πυραύλων αναχαίτισης δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί εύκολα.

Αντιαεροπορικό σύστημα Patriot © Robert Ghement
Για τον λόγο αυτό αναπτύσσονται ευρωπαϊκές εναλλακτικές. Η Γαλλία και η Ιταλία προωθούν το SAMP/T-NG, ενώ η Ουκρανία και εννέα ευρωπαϊκές χώρες συμμετέχουν σε συνασπισμό για την ανάπτυξη νέου συστήματος αντιβαλλιστικής άμυνας, γνωστού ως Freyja. Στόχος είναι ένα σύστημα χαμηλότερου κόστους και ταχύτερης παραγωγής, με την κατασκευή του να ελέγχεται από ευρωπαϊκές εταιρείες.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο ως πάροχος τεχνογνωσίας προς το ΝΑΤΟ. Η εμπειρία από τον πόλεμο σε drones και ηλεκτρονικό πόλεμο είναι πλέον ιδιαίτερα σημαντική για τους ευρωπαϊκούς στρατούς, αν και Ουκρανοί αξιωματούχοι επικρίνουν τη βραδύτητα με την οποία η γραφειοκρατία της Συμμαχίας ενσωματώνει τα νέα δεδομένα.
Το πρόβλημα είναι συνεπώς διπλό: η Ευρώπη πρέπει ταυτόχρονα να καλύψει το πιθανό κενό που θα αφήσει μια μικρότερη αμερικανική παρουσία και να εκσυγχρονίσει τα στρατιωτικά της συστήματα ώστε να ανταποκρίνονται σε έναν πόλεμο διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο σχεδιάστηκαν πολλά από τα σημερινά οπλοστάσια.
Η πυρηνική αποτροπή και το όριο της αμερικανικής αποχώρησης
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει διαμηνύσει ότι μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ευθύνη δεν σημαίνει εγκατάλειψη της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Ουάσιγκτον εξετάζει ακόμη και την ανάπτυξη αμερικανικών πυρηνικών όπλων σε περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Ωστόσο, η πυρηνική αποτροπή δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από τη συμβατική στρατιωτική ισχύ. Η αξιοπιστία μιας απειλής χρήσης πυρηνικών όπλων εξαρτάται και από την αξιοπιστία της συμβατικής άμυνας που προηγείται.
Αυτό αποτελεί κρίσιμο σημείο της ευρωπαϊκής ανησυχίας. Η παρουσία αμερικανικών πυρηνικών δυνατοτήτων στην Ευρώπη σχεδιάστηκε ιστορικά ώστε να συνδέει την ασφάλεια της ηπείρου με την ασφάλεια των ΗΠΑ. Εάν η συμβατική αμερικανική παρουσία μειωθεί δραστικά, μπορεί να αμφισβητηθεί και η αξιοπιστία ολόκληρης της αλυσίδας αποτροπής.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν οι ΗΠΑ διαθέτουν πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη, αλλά εάν ένας δυνητικός αντίπαλος θεωρεί αξιόπιστη την πολιτική βούληση της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει το σύνολο των στρατιωτικών της δυνατοτήτων για την υπεράσπιση ενός συμμάχου.

Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Γροιλανδία και τον κυβερνήτη της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρι δίπλα στον Γροιλανδό τέκτονα και υποστηρικτή του Τραμπ, Γιόργκεν Μπόασεν ο Νουούκ της Γροιλανδίας © EPA/CHRISTIAN KLINDT SOELBECK
Το πολιτικό ρήγμα και το μέλλον της Συμμαχίας
Παρά τις εντάσεις, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν δημόσια να υποστηρίζουν ότι το ΝΑΤΟ παραμένει ενωμένο. Η Νορβηγία χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ «σημαντικότερο σύμμαχο», ενώ η Γερμανία επιμένει ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Το πρόβλημα βρίσκεται περισσότερο στο επίπεδο της εμπιστοσύνης. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης αμφιβάλλει πλέον για την αξιοπιστία της αμερικανικής εγγύησης ασφαλείας. Έρευνα του Pew Research Center τον Ιούλιο έδειξε μάλιστα ότι η Κίνα αντιμετωπιζόταν θετικότερα από τις ΗΠΑ σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων εννέα μέλη του ΝΑΤΟ.
Ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα αποτελεί η Γροιλανδία, καθώς οι αμερικανικές πιέσεις προς τη Δανία έχουν προκαλέσει ανησυχία για τις ίδιες τις αρχές στις οποίες βασίζεται η Συμμαχία. Η εξέλιξη αυτή έχει επιβαρύνει το ήδη δύσκολο κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Αν και η νέα συμφωνία ΗΠΑ-Δανίας δείχνει να ρίχνει κάπως τους τόνους.
Την ίδια στιγμή, το Κογκρέσο παραμένει ένας από τους βασικούς περιορισμούς στην ταχύτητα με την οποία μπορεί να μεταβληθεί η αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές έχουν εκφράσει ανησυχίες για το ενδεχόμενο περικοπών που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την αμερικανική ασφάλεια, σημειώνουν αναλυτές στο Reuters.
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη έχει άλλωστε και οικονομική διάσταση. Οι βάσεις, οι αμυντικές συμβάσεις, οι υποδομές και οι αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν ένα πλέγμα συμφερόντων που συνδέει τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η ανατροπή του δεν αφορά μόνο τη στρατηγική ισορροπία, αλλά και δεκάδες δισ. δολάρια σε επενδύσεις και συμβόλαια.
Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επενδύει σε ευρωπαϊκές βάσεις ακόμη και ενώ εξετάζει μείωση προσωπικού. Η στρατηγική αξία των εγκαταστάσεων δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και η ανάγκη προβολής ισχύος στον Ατλαντικό επιβεβαιώνουν τη χρησιμότητά τους.
Το ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι εάν η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει την αμερικανική πίεση σε πραγματική ενίσχυση των δικών της δυνατοτήτων χωρίς να διαρρήξει τη διατλαντική αμυντική αρχιτεκτονική.

Μαρκ Ρούτε και Ντόναλντ Τραμπ © EPA/YURI GRIPAS / POOL
Η σημερινή κατάσταση δεν συνιστά ακόμη αμερικανική έξοδο από το ΝΑΤΟ. Το Πεντάγωνο εξακολουθεί να εξετάζει διαφορετικά σενάρια και η τελική μορφή της αμερικανικής παρουσίας δεν έχει αποφασιστεί.
Ωστόσο, η στρατηγική κατεύθυνση έχει αλλάξει. Η Ευρώπη δαπανά περισσότερα, επενδύει στην αμυντική βιομηχανία της, αναζητά εναλλακτικές τεχνολογίες και επανεξετάζει την εξάρτησή της από την Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, επιχειρούν να επικεντρώσουν μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε άλλες περιοχές, διατηρώντας παράλληλα τις υποδομές που θεωρούν κρίσιμες για την παγκόσμια στρατιωτική τους παρουσία.
Έτσι, το μέλλον του ΝΑΤΟ δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων που θα παραμείνουν στην Ευρώπη. Κρίνεται από το εάν η Συμμαχία θα μπορέσει να διατηρήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία ενώ μεταβάλλεται η κατανομή βαρών, εξοπλισμών, τεχνολογίας και πολιτικής εμπιστοσύνης.
Η μετάβαση προς μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ευθύνη μπορεί να ενισχύσει τις δυνατότητες της ηπείρου. Ταυτόχρονα, όμως, η απότομη αποδυνάμωση της αμερικανικής δέσμευσης θα μπορούσε να δημιουργήσει κενά τα οποία η Ευρώπη δεν είναι ακόμη σε θέση να καλύψει. Αυτό είναι το βασικό στρατηγικό δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα το ΝΑΤΟ.
