Την ώρα που η παγκόσμια προσοχή είναι στραμμένη στα Στενά του Ορμούζ και στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η Μαύρη Θάλασσα αναδεικνύεται σε ένα «άλλο Ορμούζ», με δυνητικά σοβαρές συνέπειες για τις τιμές των τροφίμων και την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, η κλιμάκωση του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις μεταφορές σιτηρών, υποχρεώνοντας χώρες και μεγάλους αγοραστές να αναζητούν επειγόντως εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις ποσότητες, αλλά και το κόστος μεταφοράς, τα διαθέσιμα δρομολόγια και τις υποδομές που μπορούν να υποκαταστήσουν τη Μαύρη Θάλασσα.
Η Ρωσία και η Ουκρανία αντιπροσωπεύουν μαζί περισσότερο από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εμπορίου σιταριού, ποσοστό αντίστοιχο με τη σημασία που έχει για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου η θαλάσσια διαδρομή μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Από τον Ιούλιο, οι επιθέσεις στις υποδομές των δύο χωρών έχουν ενταθεί, πλήττοντας λιμενικές εγκαταστάσεις, τερματικούς σταθμούς σιτηρών, αποθήκες και πλοία. Παράλληλα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας έχουν οδηγήσει τις τιμές του ντίζελ σε επίπεδα-ρεκόρ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εκρηκτικό μείγμα για τις αγορές: περιορισμένη προσφορά, υψηλότερο κόστος μεταφοράς και αυξημένος κίνδυνος για τον πληθωρισμό των τροφίμων.
Οι αγοραστές ψάχνουν εναλλακτικές
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τουν Βουόνγκ, διευθύνοντος συμβούλου της Golden Wheat στο Χο Τσι Μινχ του Βιετνάμ. Η εταιρεία του είχε εξασφαλίσει τέσσερα φορτία σιταριού από τις εύφορες περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των ετήσιων αναγκών της.
Ωστόσο, μετά την κλιμάκωση των εχθροπραξιών, ενημερώθηκε ότι τα φορτία δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν. «Ήμουν πολύ ανήσυχος», ανέφερε, σύμφωνα με το Bloomberg.
Η εταιρεία κατάφερε να αντικαταστήσει δύο φορτία με σιτάρι από τη Βουλγαρία, όμως χρειάστηκαν εβδομάδες αναζήτησης για να καλυφθεί το κενό. Για τα υπόλοιπα φορτία στράφηκε στις ΗΠΑ, με σημαντικά υψηλότερο κόστος.
Το Βιετνάμ δεν αποτελεί εξαίρεση. Αγοραστές από την Ασία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική αναζητούν πλέον σιτηρά από τη Γαλλία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Αργεντινή, την Αυστραλία, ακόμη και από την Ινδία, η οποία πρόσφατα χαλάρωσε τους περιορισμούς στις εξαγωγές σιταριού.
Η Αυστραλία, μάλιστα, δέχεται αυξημένο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η φετινή συγκομιδή της.
«Κάθε μέρα δεχόμαστε ερωτήματα από όλο τον κόσμο», δήλωσε στο Bloomberg ο Γουίλιαμ Ριντ, υπεύθυνος εμπορίας σιταριού στην CBH Group. Όπως σημείωσε, η ζήτηση είναι τόσο μεγάλη ώστε η εταιρεία αναγκάζεται να περιορίσει ορισμένες παραγγελίες, καθώς δεν μπορεί να καλύψει τις ποσότητες που ζητούνται.
Αίγυπτος: Χωρίς σιτηρά από τη Μαύρη Θάλασσα εδώ και έναν μήνα
Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι η Αίγυπτος, ο μεγαλύτερος αγοραστής σιταριού στον κόσμο. Σύμφωνα με το Bloomberg, η χώρα δεν έχει λάβει σιτηρά από τη Μαύρη Θάλασσα εδώ και περίπου έναν μήνα.
Οι εξαγωγές της Ρωσίας περιορίζονται από τις ουκρανικές επιθέσεις με drones, ενώ η Ουκρανία, έχοντας τα βασικά λιμάνια της υπό συνεχή πίεση, δυσκολεύεται να μεταφέρει τα προϊόντα της μέσω ξηράς και ποταμών.
Η κατάσταση έχει ήδη επιπτώσεις στην αγορά. Οι τιμές του σιταριού έχουν ανέβει σε υψηλά τριετίας, ενώ προς το παρόν δεν διαφαίνεται εύκολη επανάληψη της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί με τη μεσολάβηση της Τουρκίας το 2022 και επέτρεπε τη μεταφορά ουκρανικών σιτηρών μέσω ενός ασφαλούς θαλάσσιου διαδρόμου.
Παράλληλα, χώρες της ανατολικής Ευρώπης έχουν επιβάλει περιορισμούς στις εισαγωγές ουκρανικών σιτηρών, υπό την πίεση των αγροτών τους.
Η Caitlin Welsh, ειδικός σε θέματα επισιτιστικής ασφάλειας στο Center for Strategic and International Studies, δήλωσε στο Bloomberg ότι η σημασία της Μαύρης Θάλασσας για το παγκόσμιο εμπόριο σιταριού είναι αντίστοιχη με εκείνη του Ορμούζ για το πετρέλαιο. Όπως υποστήριξε, οι επιπτώσεις των επιθέσεων υποτιμώνται.
Οι συνδυασμένες εξαγωγές σιταριού Ρωσίας και Ουκρανίας εκτιμάται ότι θα περιοριστούν περίπου στο μισό σε σχέση με πέρυσι για την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με στοιχεία της SovEcon.
Η Ουκρανία χωρίς χώρο να αποθηκεύσει τη σοδειά
Για την Ουκρανία το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Τα λιμάνια γύρω από την Οδησσό διαχειρίζονταν συνήθως περίπου το 90% των εξαγωγών σιτηρών της χώρας. Η περιοχή όμως βρίσκεται υπό συνεχή επίθεση με πυραύλους και drones.
Τα αγροτικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το μισό των εξαγωγικών εσόδων της Ουκρανίας, την ώρα που τα δημόσια οικονομικά της χώρας βρίσκονται ήδη υπό μεγάλη πίεση.
Η νέα σοδειά συσσωρεύεται στις αποθήκες, πιέζοντας τις εγχώριες τιμές και προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους παραγωγούς. Η διαθέσιμη αποθηκευτική ικανότητα της Ουκρανίας θα μπορούσε να εξαντληθεί ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου, με ορισμένους αγρότες να καταφεύγουν σε πλαστικούς σάκους αποθήκευσης.
Το Κίεβο προσπαθεί να αυξήσει τις εξαγωγές μέσω του ρουμανικού λιμανιού της Κωνστάντζας. Ωστόσο, τα χαμηλά επίπεδα του Δούναβη δυσκολεύουν τις μεταφορές, ενώ οι εναλλακτικές διαδρομές μέσω Ρουμανίας και Βουλγαρίας αντιμετωπίζουν ήδη συμφόρηση.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg από την Kpler, περίπου 80 πλοία, στην πλειονότητά τους μικρότερα, έχουν δημιουργήσει ουρές στα ουκρανικά λιμάνια του Δούναβη, καθώς η κίνηση απομακρύνεται από τους μεγάλους λιμένες βαθέων υδάτων της Μαύρης Θάλασσας.
Οι οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές αποτελούν επίσης σημαντικές εναλλακτικές, όμως παρουσιάζουν τα δικά τους προβλήματα. Η έλλειψη οδηγών, λόγω των αναγκών του πολέμου, και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια.
Παράλληλα, τα σιδηροδρομικά περάσματα προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να προσεγγίσουν τις δυνατότητες των λιμανιών της Οδησσού. Περίπου 180 βαγόνια σιτηρών μπορούν σήμερα να περνούν καθημερινά τα σύνορα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 10.000 τόνους. Για την ουκρανική βιομηχανία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο Bloomberg ο επικεφαλής της Ukrainian Grain Association, Νικολάι Γκορμπατσόφ, πρόκειται για «τίποτα».
Ακριβότερες και δυσκολότερες οι εναλλακτικές διαδρομές
Η Ρωσία προσπαθεί από την πλευρά της να αξιοποιήσει τις χώρες της Βαλτικής, την Κασπία και το Καζακστάν, αλλά και τις περιοχές της Άπω Ανατολής, προκειμένου να διοχετεύσει τις εξαγωγές της.
Ωστόσο, οι εναλλακτικές αυτές διαδρομές είναι ακριβότερες. Η μεταφορά μέσω της Άπω Ανατολής απαιτεί χιλιάδες επιπλέον χιλιόμετρα σιδηροδρομικής μεταφοράς, ενώ η αύξηση των ρωσικών φορτίων μέσω των χωρών της Βαλτικής έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις σε Λετονία και Λιθουανία για ενδεχόμενους περιορισμούς.
Η Ρωσία εξετάζει επίσης την αναστολή των εξαγωγικών δασμών στα σιτηρά και την παροχή επιδοτήσεων για τη μεταφορά τους μέσω σιδηροδρόμου.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι περισσότερο από το 70% των ρωσικών εξαγωγών σιτηρών περνά από τη Μαύρη Θάλασσα. Ακόμη και αν υπάρξει ειρηνευτική συμφωνία, οι ζημιές στις υποδομές θα χρειαστούν μήνες ή και χρόνια για να αποκατασταθούν.
Ο φόβος για νέο επισιτιστικό σοκ
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι αγορές ενδέχεται να μην αποτιμούν πλήρως τον κίνδυνο. Παρά το γεγονός ότι οι τιμές του σιταριού έχουν υποχωρήσει το τελευταίο διάστημα, εν μέρει λόγω προσδοκιών για ειρηνευτική λύση, η πραγματική εικόνα της προσφοράς παραμένει εύθραυστη.
Παράλληλα, οι αγρότες σε Ρωσία και Ουκρανία έχουν ήδη ξεκινήσει τη σπορά για την επόμενη σοδειά και οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν περιορισμό των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Αυτό δημιουργεί νέες ανησυχίες για τις διαθέσιμες ποσότητες του 2027.
Οι κίνδυνοι ενισχύονται από τις υψηλές τιμές λιπασμάτων και καυσίμων, αλλά και από τις επιπτώσεις της κλιματικής μεταβλητότητας. Ξηρασίες έχουν περιορίσει τις αποδόσεις σε ΗΠΑ και Ευρώπη, ενώ τα κύματα καύσωνα έχουν πλήξει τις ευρωπαϊκές καλλιέργειες.
Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες διαταραχές μπορούν να έχουν ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Το 2010, όταν οι πυρκαγιές και η ξηρασία οδήγησαν τη Ρωσία σε απαγόρευση εξαγωγών σιταριού, η εκτίναξη των τιμών των τροφίμων συνέβαλε, σύμφωνα με την ανάλυση του Bloomberg, στη δημιουργία των συνθηκών που τροφοδότησαν την Αραβική Άνοιξη.
Σήμερα η εξάρτηση πολλών χωρών της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής από το ρωσικό σιτάρι είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στην Αίγυπτο, περίπου το ήμισυ των εισαγωγών σιταριού προέρχεται από Ρωσία και Ουκρανία, ενώ περίπου τα δύο τρίτα των νοικοκυριών δικαιούνται επιδοτούμενο ψωμί.
Η αιγυπτιακή κυβέρνηση διαθέτει αποθέματα που επαρκούν, σύμφωνα με το Bloomberg, έως τον Φεβρουάριο για την κάλυψη των αναγκών του επιδοτούμενου ψωμιού. Ωστόσο, οι τιμές του αλευριού έχουν ήδη αυξηθεί, πιέζοντας τους αρτοποιούς και τους καταναλωτές.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, επιδιώκει νέα συμφωνία για τη λειτουργία ενός διαδρόμου εξαγωγών από τη Μαύρη Θάλασσα, αντίστοιχου με εκείνον του 2022. Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει προειδοποιήσει ότι η κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί, καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις διογκώνονται.
Προς το παρόν, πάντως, οι αγορές εξακολουθούν να ποντάρουν στην προοπτική μιας ειρηνευτικής λύσης και στην επανέναρξη των αποστολών μέσω Μαύρης Θάλασσας.
Για τους εμπόρους σιτηρών, όμως, η αβεβαιότητα παραμένει. Ο Βουόνγκ, της Golden Wheat στο Βιετνάμ, εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά την πορεία των φορτίων του. Ένα από αυτά παραμένει άμεσα εξαρτημένο από τις εξελίξεις στην Οδησσό.
Ο πωλητής ζήτησε παράταση για την παράδοση, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, περιμένοντας –όπως χαρακτηριστικά ανέφερε– «κάποιο θαύμα» στην Οδησσό.
Και αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της νέας πραγματικότητας στην παγκόσμια αγορά σιτηρών: ακόμη και όταν ένα φορτίο έχει αγοραστεί, ασφαλιστεί και βρει εναλλακτική διαδρομή, η τελική του τύχη εξακολουθεί να εξαρτάται από το τι συμβαίνει στη Μαύρη Θάλασσα.
