Καίνε τις τσέπες τα καύσιμα. Οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας αναγκάζουν κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο να διευρύνουν ή να παρατείνουν τα μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς, σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού και αυξημένου κόστους δανεισμού καθώς τραντάζονται οι διεθνείς αγορές ομολόγων.
Οι πιέσεις προς τις κυβερνήσεις για παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας εντείνονται, καθώς η τιμή του πετρελαίου Brent κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αφού έφτασε και τα 110 δολ, ενώ η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή προκαλεί αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, με τις οι τιμές στα πρατήρια καυσίμων να καταγράφουν νέα ρεκόρ.
Η πίεση εντείνεται αυτή τη φορά με επίκεντρο το ντίζελ. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ πιέζει Γαλλία και Γερμανία να αξιοποιήσουν στρατηγικά αποθέματα καυσίμων, ώστε να αυξηθεί η προσφορά και να περιοριστούν οι διεθνείς τιμές. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, η Ουάσιγκτον έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ προς την Ευρώπη, εφόσον δεν υπάρξει ανταπόκριση.
Παρίσι και Βερολίνο διαθέτουν περίπου το 35% των στρατηγικών αποθεμάτων ντίζελ της ΕΕ, συνολικού ύψους περίπου 39 εκατ. τόνων, γεγονός που τους προσδίδει κομβικό ρόλο σε μια ενδεχόμενη συντονισμένη απελευθέρωση αποθεμάτων. Η αμερικανική πίεση συνδέεται και με την εσωτερική πολιτική συγκυρία, καθώς ο Τραμπ επιδιώκει να περιορίσει το κόστος καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Την ίδια στιγμή, η αγορά παραμένει περιορισμένη λόγω απωλειών φορτίων από τη Μέση Ανατολή, την Κίνα και τη Ρωσία, οι οποίες συνεχίζουν απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ. Η Ευρώπη ανησυχεί ιδιαίτερα για τον χειμώνα, καθώς οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί στον σημαντικότερο εξωτερικό προμηθευτή της, αυξάνοντας την ενεργειακή της εξάρτηση από τις αμερικανικές ροές.

Εμανουέλ Μακρόν και Ντόναλντ Τραμπ © EPA/IAN LANGSDON
Υπό αυτό το πρίσμα η παγκόσμια αγορά κρατικών ομολόγων βιώνει ένα έντονο κύμα ρευστοποιήσεων (sell-off), το οποίο έχει εκτινάξει τις αποδόσεις των ομολόγων του δημοσίου στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.
Η κρίση αυτή τροφοδοτείται κυρίως από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τον επίμονο πληθωρισμό, τις δημοσιονομικές ανησυχίες (όπως οι προϋπολογισμοί σε Γαλλία και Ιταλία, αλλά και ΗΠΑ), σε συνδυασμό με την έκρηξη χρέους της τεχνητής νοημοσύνης και την υψηλή ανάγκη χρηματοδότησης, καθώς και από τις προσδοκίες ότι τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών θα παραμείνουν υψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι κυβερνήσεις πιέζονται, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σκαρφαλώνουν σε υψηλά πολλών δεκαετιών:
- ΗΠΑ: Το 10ετές κινείται στο 5,33% – 5,34% και το 30ετές στο 5,67%, καταγράφοντας υψηλό 24 ετών.
- Ιαπωνία: Η απόδοση του 10ετούς βρίσκεται στο 3,10% – 3,12%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών.
- Γερμανία: Το 10ετές ομόλογο αγγίζει το 3,57% – 3,64% (υψηλό 17 ετών), ενώ το 30ετές διαμορφώνεται στο 2,90%.
- Γαλλία: Το 10ετές κινείται στο 4,96% (υψηλό 18 ετών)
- Ιταλία: Ισχυρές πιέσεις δέχεται το 10ετές ομόλογο με την απόδοση να ξεπερνά το 5%.
- Ελλάδα: Το ελληνικό 10ετές κυμαίνεται στο 4,50% – 4,56% και το 30ετές κοντά στο 4,70%, πλησιάζοντας τα υψηλά έτους.
Με αφορμή τη σημερινή παρουσίαση του προϋπολογισμού λιτότητας ύψους 54 δισ. ευρώ από τον Γάλλο πρωθυπουργό, Σεμπαστιάν Λεκορνί, οι μνήμες της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους επιστρέφουν στις αγορές. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η Γαλλία, καθώς το δημόσιο χρέος της εκτινάσσεται στο 119% του ΑΕΠ και το έλλειμμα διαμορφώνεται στο 5,4%, θυμίζοντας την ελληνική κρίση της προηγούμενης 15ετίας.
Στην Ελλάδα κόστος δανεισμού πάνω από το 4,5% είναι σίγουρα επιβαρυντικό και η προοπτική η κρίση στα ομόλογα να αποδειχθεί μακρόσυρτη προκαλεί ρίγη στα οικονομικά επιτελεία. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν στην Ευρώπη να λάβουν μέτρα ενίσχυσης για το ενεργειακό κόστος και πιέζουν τις ηγεσίες στις Βρυξέλλες, μεταξύ αυτών η ελληνική και η ιταλική κυβέρνηση, να κινηθούν αναλόγως προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής ευελιξίας, αλλά η Κομισιόν βάζει φρένο.

Διαδηλώσεις στη Γαλλία, στο Παρίσι, ενάντια στη λιτότητα ©ΑΠΕ
Περισσότερες επιδοτήσεις καυσίμων, μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση
Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times σε στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, ο αριθμός των χωρών που εφαρμόζουν επιδοτήσεις καυσίμων για να προστατεύσουν τους καταναλωτές από την άνοδο των τιμών υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε τέσσερις μήνες. Από 16 χώρες στο τέλος Απριλίου, ο αριθμός είχε ανέλθει σε 38 στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Παράλληλα, 57 κυβερνήσεις έχουν πλέον μειώσει ενεργειακούς φόρους, έναντι 40 στα τέλη Απριλίου. Συνολικά, οι χώρες που εφαρμόζουν κάποια μορφή στήριξης των καταναλωτών αυξήθηκαν από 56 σε 94.
Η Γαλλία παρέτεινε την Παρασκευή τη στήριξη προς οδηγούς με υψηλή χιλιομετρική χρήση, η οποία επρόκειτο να καταργηθεί στα τέλη Σεπτεμβρίου. Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει δηλώσει ότι θα παρουσιάσει «πολύ σύντομα» προτάσεις για τη στήριξη των οδηγών που αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος καυσίμων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δέχεται πιέσεις να στηρίξει τουλάχιστον τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος, όταν παρουσιάσει το οικονομικό του σχέδιο τον επόμενο μήνα.
Καύσιμα: Το κόστος των μέτρων δοκιμάζει τους προϋπολογισμούς
Οι παρεμβάσεις αυτές έρχονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για τα δημόσια οικονομικά. Οι διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων υποχωρούν, ενώ το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ έφθασε την περασμένη εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, καθώς ο πληθωρισμός ενισχύεται και οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλοι διεθνείς οργανισμοί έχουν καλέσει τις κυβερνήσεις να περιορίσουν τα μέτρα ενεργειακής στήριξης και να τα διατηρήσουν προσωρινά.
«Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να βρουν τρόπους να περιορίσουν την επιβάρυνση, όμως από τη στιγμή που εφαρμόζεται ένα τέτοιο μέτρο είναι πολύ δύσκολο να ανακληθεί», δήλωσε στους FT ο Πάασα Μαντάβι, διευθυντής του εργαστηρίου ενεργειακής διακυβέρνησης και πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα.
Την Παρασκευή, ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις προειδοποίησε για την αυξανόμενη δημοσιονομική επιβάρυνση, επισημαίνοντας την «έντονη αύξηση» των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Όπως ανέφερε, τα κράτη-μέλη πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε συνετές δημοσιονομικές πολιτικές και να τηρήσουν τους στόχους των μεσοπρόθεσμων σχεδίων τους.

Πιερρακάκης, Ντομπρόβσκις στο φόρουμ των Δελφών © (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI) /
Καύσιμα: Ευρώπη και Ασία αντιμέτωπες με αυξημένο ενεργειακό κόστος
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, καθώς εισέρχεται στον χειμώνα με τα αποθέματα φυσικού αερίου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Υπό κανονικές συνθήκες, οι χώρες της ΕΕ αντλούν από τις αποθήκες περίπου το ένα τρίτο του καυσίμου που χρησιμοποιείται κατά τους χειμερινούς μήνες.
Στη Βρετανία, όπου το φυσικό αέριο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή και τη θέρμανση, οι τυπικοί λογαριασμοί ενέργειας των νοικοκυριών αναμένεται να αυξηθούν κατά 4% τον Οκτώβριο. Η EDF προβλέπει νέα αύξηση 26% τον Ιανουάριο, αν και το τελικό ποσοστό θα εξαρτηθεί από τις τιμές χονδρικής έως τα μέσα Νοεμβρίου.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι οι χώρες της G7 θα συναντηθούν τις επόμενες εβδομάδες για να εξετάσουν την απελευθέρωση περισσότερων στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων.
Στη Νοτιοανατολική Ασία, όπου αρκετές μεγάλες οικονομίες εξαρτώνται από κρατικές επιδοτήσεις, η άνοδος του πετρελαίου απειλεί όχι μόνο την ενεργειακή επάρκεια αλλά και τα δημόσια οικονομικά. Ινδονησία, Μαλαισία και Ταϊλάνδη επιδοτούν τις τιμές καυσίμων, με αποτέλεσμα η άνοδος του πετρελαίου να αυξάνει αυτομάτως το δημοσιονομικό κόστος.
Η Ινδονησία έχει δεσμευτεί να διατηρήσει τις επιδοτήσεις, ενώ η Ταϊλάνδη τις περιορίζει από τον Μάρτιο λόγω των δημοσιονομικών πιέσεων.
Από την Αφρική έως τις ΗΠΑ η πίεση μεταφέρεται στους καταναλωτές
Στις Φιλιππίνες, οι οποίες προμηθεύονται σχεδόν το 95% των αναγκών τους σε πετρέλαιο από τη Μέση Ανατολή, οδηγοί του κλάδου των μεταφορών πραγματοποίησαν διαμαρτυρίες μετά την πρόσφατη άνοδο των τιμών και ζήτησαν κρατική επιδότηση.
Αντίστοιχες πιέσεις αντιμετωπίζουν οι αφρικανικές κυβερνήσεις. Ο υπουργός Οικονομικών και αντιπρόεδρος της Μποτσουάνα, Ντάμπα Γκαολάτε, δήλωσε ότι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρέμβει, καθώς το υψηλότερο κόστος καυσίμων ενισχύει τον πληθωρισμό. Όπως ανέφερε, μειώθηκαν οι επιβαρύνσεις στα καύσιμα προκειμένου να προστατευθούν καταναλωτές και επιχειρήσεις, ενώ ο πληθωρισμός έχει πλέον κινηθεί πάνω από το εύρος-στόχο 3%-6% της Τράπεζας της Μποτσουάνα.

Diesel © Magnific
Ούτε οι ΗΠΑ μένουν ανεπηρέαστες. Παρότι αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως και συνήθως διαθέτουν μεγαλύτερη προστασία απέναντι στις διεθνείς διακυμάνσεις, η τιμή του ντίζελ ξεπέρασε τα προηγούμενα ρεκόρ και έφθασε σχεδόν στα 6,45 δολάρια το γαλόνι την Παρασκευή, σύμφωνα με την ΑΑΑ, καταγράφοντας αύξηση 70% από την έναρξη του πολέμου.
Ορισμένες πολιτείες εφάρμοσαν προσωρινές φορολογικές ελαφρύνσεις στην αρχή της σύγκρουσης, όμως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει προχωρήσει σε αντίστοιχη πανεθνική μείωση φόρων ή επιδότηση. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει εξετάσει την αναστολή του ομοσπονδιακού ειδικού φόρου 18,4 σεντς ανά γαλόνι στη βενζίνη, μέτρο που θα απαιτούσε την έγκριση του Κογκρέσου.
Όπως σημείωσε ο Μαντάβι, οι υψηλές τιμές καυσίμων που προκαλεί η σύγκρουση αποτελούν σημαντική πολιτική πίεση για τις κυβερνήσεις, καθώς μπορούν να επηρεάσουν τη στήριξη προς τις κυβερνήσεις και να οδηγήσουν σε ευρύτερες πολιτικές αλλαγές.
ΔΝΤ: Από τις επιδοτήσεις στη διαχείριση της ζήτησης
Οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο προσαρμόζουν σταδιακά την πολιτική τους καθώς το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποδεικνύεται πιο επίμονο και σύμφωνα με έρευνα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι αντιδράσεις διέφεραν σημαντικά, ανάλογα με την έκθεση κάθε οικονομίας, τα δημοσιονομικά περιθώρια και τον ήδη υπάρχοντα πληθωρισμό.
Στην πρώτη φάση, πολλές χώρες επιχείρησαν να λειτουργήσουν ως «ασπίδα» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εφαρμόζοντας φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις και άμεσες μεταβιβάσεις. Καθώς, όμως, το κόστος αυτών των μέτρων αυξανόταν και επιβαρύνονταν τα δημόσια οικονομικά, η πολιτική μετατοπίστηκε προς μεγαλύτερη μετακύλιση των αυξήσεων στις τελικές τιμές και μέτρα περιορισμού της ζήτησης.
Το IMF Global Policy Tracker έχει καταγράψει περισσότερα από 1.200 μέτρα σε 175 οικονομίες από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου. Περίπου τα μισά από τα πιο πρόσφατα μέτρα απευθύνονταν σε συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων, έναντι περίπου 30% στην αρχική φάση, στοιχείο που δείχνει στροφή προς πιο στοχευμένες παρεμβάσεις.

Τα προσωρινά μέτρα έγιναν λιγότερο συνηθισμένα καθώς τα στοχευμένα μέτρα κέρδισαν έδαφος – Ποσοστό μέτρων που ανακοινώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, μέσος όρος 4 εβδομάδων ©ΔΝΤ
Το χρέος περιορίζει τα περιθώρια
Η ένταση της αντίδρασης δεν καθορίστηκε μόνο από το πόσο εκτέθηκε κάθε χώρα στις αυξήσεις των ενεργειακών τιμών. Τα επίπεδα δημόσιου χρέους, το κόστος χρηματοδότησης, ο πληθωρισμός, τα συναλλαγματικά αποθέματα και η θεσμική ικανότητα επηρέασαν επίσης τις επιλογές.
Οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος και αυξημένο κόστος χρηματοδότησης είχαν μικρότερα περιθώρια να απορροφήσουν το ενεργειακό κόστος μέσω κρατικής στήριξης. Ως αποτέλεσμα, επέτρεψαν σε μεγαλύτερο βαθμό τη μετακύλιση των αυξήσεων στις τιμές, περιορίζοντας παράλληλα επιδοτήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις και άμεσες ενισχύσεις προς τα νοικοκυριά. Στις οικονομίες όπου ο πληθωρισμός βρισκόταν ήδη σε υψηλά επίπεδα, οι κεντρικές τράπεζες ενίσχυσαν την παρέμβασή τους, αξιοποιώντας κυρίως αυξήσεις επιτοκίων και άλλα εργαλεία νομισματικής πολιτικής.
Καθώς η κρίση παρατείνεται, αυξάνεται η σημασία μέτρων που περιορίζουν την κατανάλωση ενέργειας, από δελτία και υποχρεώσεις εξοικονόμησης έως αλλαγές στο ωράριο εργασίας και την τηλεργασία.
Το βασικό συμπέρασμα του ΔΝΤ είναι ότι οι χώρες με ισχυρότερα δημοσιονομικά και εξωτερικά αποθέματα διαθέτουν περισσότερες επιλογές. Αντίθετα, όσες αντιμετωπίζουν υψηλό χρέος και δύσκολες συνθήκες χρηματοδότησης αναγκάζονται να προσαρμόζουν ταχύτερα τις τιμές και να περιορίζουν τη ζήτηση.
Παράλληλα, η αποτελεσματικότητα των μέτρων εξαρτάται από την ικανότητα των κρατών να στοχεύουν σωστά τη στήριξη. Ισχυρά συστήματα κοινωνικών μητρώων και πληρωμών μπορούν να επιταχύνουν την παροχή βοήθειας, να περιορίσουν το δημοσιονομικό κόστος και να επιτρέψουν στις κυβερνήσεις να προσαρμόζουν τα μέτρα όσο μεταβάλλεται η διάρκεια και η ένταση του ενεργειακού σοκ.
