Στη σύλληψη του Άουγκουστ Χάνινγκ, πρώην επικεφαλής της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών BND, προχώρησαν οι γερμανικές αρχές, στο πλαίσιο έρευνας για διαρροή κρατικών μυστικών και φερόμενη δραστηριότητα υπέρ ξένης υπηρεσίας πληροφοριών. Ο Χάνινγκ, ο οποίος ηγήθηκε της BND από τον Δεκέμβριο του 1998 έως τον Νοέμβριο του 2005, συνελήφθη νωρίς το πρωί της Τρίτης στο σπίτι του στο Νόρντβαλντε, κοντά στο Μύνστερ. Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή εισαγγελία, βρίσκεται αντιμέτωπος με κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, κατασκοπεία κατά του κράτους, αποκάλυψη κρατικών μυστικών, απόπειρα εσχάτης προδοσίας και δραστηριότητα ως πράκτορας μυστικών υπηρεσιών.
Μαζί του συνελήφθη στη Βαυαρία και ένας ακόμη πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος της BND, ο οποίος κατονομάζεται ως Μάνφρεντ Ντ. και είχε διατελέσει προσωπάρχης του Χάνινγκ. Οι αρχές πραγματοποίησαν έρευνες στις κατοικίες των δύο υπόπτων, καθώς και σε χώρους στο Βερολίνο.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η φερόμενη παράδοση μεγάλου όγκου διαβαθμισμένου υλικού από τον Μάνφρεντ Ντ. στον πρώην προϊστάμενό του. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της εισαγγελίας, οι δύο άνδρες φέρονται να είχαν καταλήξει σε σχετική συμφωνία ήδη από το 2010. Ο Μάνφρεντ Ντ. παρέμεινε στην BND και, από το 2012 έως τον Μάρτιο του 2026, εργάστηκε ως προσωπάρχης των διαδόχων του Χάνινγκ, έχοντας πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό απόρρητων και διαβαθμισμένων εγγράφων.
Τα μέχρι στιγμής στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι παρέδωσε στον Χάνινγκ περίπου 2.000 έγγραφα, πολλά από τα οποία περιείχαν πληροφορίες που προορίζονταν αποκλειστικά για εσωτερική χρήση της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Η παροχή πληροφοριών φέρεται να συνεχίστηκε τουλάχιστον έως τα μέσα του 2022. Σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, ο Χάνινγκ αξιοποιούσε μέρος του υλικού στο πλαίσιο της ιδιωτικής συμβουλευτικής δραστηριότητας που είχε αναπτύξει μετά την αποχώρησή του από τον δημόσιο τομέα.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα από την αναφορά της ομοσπονδιακής εισαγγελίας ότι ο Χάνινγκ φέρεται να βρισκόταν σε στενή επαφή με εκπρόσωπο ξένης υπηρεσίας πληροφοριών. Κατά την εισαγγελία, ο πρώην επικεφαλής της BND φέρεται να διαβίβαζε επί σειρά ετών πολιτικές πληροφορίες, οι οποίες βασίζονταν εν μέρει στο υλικό που λάμβανε από τον Μάνφρεντ Ντ. Η εισαγγελία δεν έχει διευκρινίσει ποια ξένη υπηρεσία φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση.
Σύμφωνα με τη Bild, ο Χάνινγκ είχε μετά την αποχώρησή του από την κρατική υπηρεσία αναπτύξει διεθνή συμβουλευτική δραστηριότητα σε θέματα ασφάλειας και επιχειρήσεων, ενώ διατηρούσε επαφές στη Ρωσία και στην Κίνα, ακόμη και με κρατικούς παράγοντες. Το εάν αυτές οι επαφές συνδέονται με το αντικείμενο της σημερινής έρευνας παραμένει υπό διερεύνηση.
Πώς έφτασαν οι αρχές στα ίχνη τους
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν, οι αρχές φέρεται να οδηγήθηκαν στους δύο άνδρες κατά τη διάρκεια διαφορετικής έρευνας, η οποία αφορούσε την επιχειρηματία από το Αμβούργο Κριστίνα Μπλοκ και την υπόθεση της βίαιης απαγωγής των δύο παιδιών της. Κατά την εξέταση εκείνης της υπόθεσης προέκυψαν ενδείξεις για πιθανή διαρροή πληροφοριών από την BND. Το υλικό φέρεται να αφορούσε, μεταξύ άλλων, πληροφορίες που προορίζονταν για υπηρεσιακές ενημερώσεις της γερμανικής Καγκελαρίας. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2025 είχαν πραγματοποιηθεί έρευνες σε ιδιοκτησία και γραφεία του Χάνινγκ. Τότε, επισήμως, το αντικείμενο αφορούσε την υπόθεση Μπλοκ. Σύμφωνα με τη Bild, όμως, η παρουσία μυστικού ερευνητή σε εταιρεία που συνδεόταν με τον πρώην επικεφαλής της BND δημιουργεί την εκτίμηση ότι η έρευνα για πιθανή διαρροή κρατικών μυστικών μπορεί να είχε αρχίσει νωρίτερα.
Ο Άουγκουστ Χάνινγκ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του γερμανικού μηχανισμού ασφαλείας για περισσότερα από δέκα χρόνια. Μετά τη θητεία του στην ηγεσία της BND, από το 1998 έως το 2005, μετακινήθηκε στο ομοσπονδιακό υπουργείο Εσωτερικών, όπου κατείχε ανώτατη θέση έως τον Νοέμβριο του 2009 και είχε υπό την εποπτεία του τις υπηρεσίες ασφαλείας την περίοδο που υπουργός ήταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Στο παρελθόν είχε υπηρετήσει επίσης στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Δυτικής Γερμανίας στο Ανατολικό Βερολίνο. Ο Μάνφρεντ Ντ. είχε εργαστεί δίπλα του τόσο στην BND όσο και αργότερα στο υπουργείο Εσωτερικών. Σε βάρος του διερευνώνται κατηγορίες για συνέργεια σε απόπειρα εσχάτης προδοσίας και κατασκοπεία κατά του κράτους. Οι δύο συλληφθέντες αναμένεται να οδηγηθούν ενώπιον ανακριτή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται προκειμένου να αποσαφηνιστεί η έκταση της διαρροής πληροφοριών, η χρήση των εγγράφων και κυρίως ο ενδεχόμενος τελικός αποδέκτης τους.
