Ισραήλ: Οι εκλογές μπορεί να αλλάξουν τον ηγέτη, αλλά όχι τη στρατηγική απέναντι στο Ιράν

Η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη, η συνέχιση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη και η προτεραιότητα στη στρατιωτική ισχύ θα παραμείνουν βασικοί άξονες της ισραηλινής πολιτικής, ανεξαρτήτως αποτελέσματος

O Μπέντζαμιν Νετανιάχου © EPA/DEBBIE HILL

Οι εκλογές της επόμενης εβδομάδας στο Ισραήλ ενδέχεται να αλλάξουν την ηγεσία της χώρας, αλλά δύσκολα θα μεταβάλουν τη στρατηγική της απέναντι στο Ιράν και τους Παλαιστινίους.

Περιφερειακοί αξιωματούχοι και αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον βασικό αντίπαλο του Ισραήλ, η στρατιωτική ισχύς θα παραμείνει το κύριο εργαλείο αποτροπής και η προοπτική ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους θα παραμείνει μακρινή.

Οι βασικές επιλογές της ισραηλινής πολιτικής έχουν παγιωθεί μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους στη Γάζα, τον Λίβανο και το Ιράν.

Μάλιστα, μια νίκη του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, με τη στήριξη ακροδεξιών συμμάχων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη σκληρότερη πολιτική ασφαλείας, εντείνοντας την αντιπαράθεση με την Τεχεράνη και ενισχύοντας τον ισραηλινό έλεγχο στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Η ισραηλινή στρατηγική στηρίζεται πλέον στην αποδυνάμωση του Ιράν, στη διατήρηση ζωνών ασφαλείας πέρα από τα σύνορα της χώρας και στη χρήση στρατιωτικής ισχύος για την αποτροπή αντιπάλων.

Οι διαφορές μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων αφορούν κυρίως την ένταση με την οποία θα εφαρμόσουν αυτή την πολιτική και όχι την κατεύθυνσή της.

Περιορισμένα περιθώρια αλλαγής

Στις εκλογές αναμετρώνται το δεξιό Λικούντ του Νετανιάχου και οι υπερεθνικιστές σύμμαχοί του με την αντιπολίτευση, στην οποία ηγείται το κόμμα Γιασάρ του πρώην αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ.

Ο Παλαιστίνιος αναλυτής Γκασάν αλ-Χατίμπ εκτιμά ότι δεν διαφαίνεται προοπτική ουσιαστικής αλλαγής στην πολιτική έναντι των Παλαιστινίων.

Τα ισραηλινά κόμματα ανταγωνίζονται στην προβολή σκληρών θέσεων, ενώ η κοινή γνώμη μετατοπίζεται προς τα δεξιά. Η απόρριψη της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους και η συνέχιση της επέκτασης των εποικισμών αποτελούν κοινά σημεία των πολιτικών τους θέσεων.

Μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία αντιπάλων του Νετανιάχου θα μπορούσε να επιχειρήσει να αποκαταστήσει τις διεθνείς σχέσεις του Ισραήλ, περιορίζοντας ορισμένες μορφές βίας εποίκων ή προωθώντας τους εποικισμούς με λιγότερο εμφανή τρόπο.

Ωστόσο, μια τέτοια μεταβολή θα αφορούσε περισσότερο το ύφος παρά την ουσία της πολιτικής.

Παράλληλα, αναλυτές προειδοποιούν ότι η αυξανόμενη βία των εποίκων, η εντεινόμενη παλαιστινιακή δυσαρέσκεια και η απουσία πολιτικής προοπτικής δημιουργούν συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερη εξέγερση ακόμη και ύστερα από ένα περιορισμένο περιστατικό.

Το αδιέξοδο με την Τεχεράνη

Η αντιπαράθεση με το Ιράν εξελίσσεται σε βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της περιφερειακής ασφάλειας, ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει τις εκλογές. Ο Νετανιάχου έχει διατυπώσει ως στόχο όχι μόνο τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής, αλλά και την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος.

Ωστόσο, στρατιωτικοί και πολιτικοί αναλυτές αμφισβητούν ότι η στρατιωτική πίεση από μόνη της θα αναγκάσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει όσα θεωρεί θεμελιώδη συμφέροντα ασφαλείας της. Έπειτα από μήνες πολέμου, το Ιράν ενδέχεται να ποντάρει στην αντοχή του και στη δυνατότητά του να συνεχίσει να ασκεί πίεση μέσω περιφερειακών συμμάχων.

Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και η Χαμάς στη Γάζα έχουν αποδυναμωθεί, αλλά το ευρύτερο δίκτυο οργανώσεων που συνδέονται με την Τεχεράνη έχει επιβιώσει. Σύμφωνα με αναλυτές, η σύγκρουση ενδέχεται μάλιστα να ενισχύσει την αποφασιστικότητα του Ιράν να επιδιώξει πυρηνική αποτροπή.

Οι χώρες του Κόλπου αντιμετωπίζουν ένα σύνθετο δίλημμα. Αν και ανησυχούν για τις πολιτικές του Νετανιάχου στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη, στη Συρία και στον Λίβανο, επιθυμούν παράλληλα να περιοριστεί η ιρανική επιρροή. Περιφερειακοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι χωρίς διευθέτηση της αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη, υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.