Το Ισραήλ στις πιο κρίσιμες κάλπες της ιστορίας του – Τι κρίνεται

Η μάχη Νετανιάχου - Άιζενκοτ, οι δύσκολοι συσχετισμοί στην Κνεσέτ, το κόστος του πολέμου και οι προσδοκίες των επενδυτών

Το δίλημμα Νετανιάχου ή Άιζενκοτ δεν είναι το μόνο για τους πολίτες του Ισραήλ © EPA/ABIR SULTAN

Σε μια εκλογική αναμέτρηση που ενδέχεται να καθορίσει όχι μόνο το πολιτικό μέλλον του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά και την οικονομική και γεωπολιτική πορεία του Ισραήλ, προσέρχονται στις κάλπες την Τρίτη 27 Οκτωβρίου οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι. Πρόκειται για τις πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τις πολεμικές συγκρούσεις που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν, μεταβάλλοντας δραματικά το πολιτικό περιβάλλον και τις οικονομικές προτεραιότητες της χώρας.

Ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Απέναντί του βρίσκεται ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων και επικεφαλής του κεντρώου κόμματος Yashar, ο οποίος έχει αναδειχθεί στον βασικό εκφραστή της προσπάθειας πολιτικής αλλαγής.

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους. Στο κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό σύστημα του Ισραήλ, η εκλογική πρωτιά δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την πρωθυπουργία. Η δυνατότητα συγκρότησης κυβερνητικής πλειοψηφίας αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα, ανοίγοντας τον δρόμο για παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, πολιτικούς συμβιβασμούς και ενδεχομένως μια νέα περίοδο αστάθειας.

Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς επενδυτές παρακολουθούν στενά την αναμέτρηση, εκτιμώντας ότι μια ενδεχόμενη αλλαγή κυβέρνησης θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω το χρηματιστήριο και το ισραηλινό νόμισμα, μειώνοντας το ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου που συνοδεύει τις επενδύσεις στη χώρα.

Νετανιάχου εναντίον Άιζενκοτ: Μια εκλογική μάχη με ιστορικό βάρος

Οι εκλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή διεξάγονται έπειτα από μια τριετία πολεμικών συγκρούσεων, έντονης πολιτικής πόλωσης και βαθιάς αμφισβήτησης της ισραηλινής ηγεσίας.

Ο Νετανιάχου και το συντηρητικό δεξιό Likud επιδιώκουν να διατηρήσουν την εξουσία με τη στήριξη εθνικιστικών και θρησκευτικών πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Εβραϊκή Δύναμη του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και ο Θρησκευτικός Σιωνισμός του Μπεζαλέλ Σμότριτς. Καθοριστικό ρόλο στις μετεκλογικές ισορροπίες αναμένεται να διαδραματίσουν και τα υπερορθόδοξα κόμματα, που έχουν αποτελέσει παραδοσιακούς κυβερνητικούς συμμάχους του.

Από την άλλη πλευρά, ο Άιζενκοτ επιχειρεί να συσπειρώσει ψηφοφόρους που επιθυμούν αλλαγή ηγεσίας, αξιοποιώντας την εμπειρία του στον στρατό και την εθνική ασφάλεια.

Η παρουσία του στην κορυφή της αντιπολίτευσης προσδίδει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην αναμέτρηση, καθώς η ασφάλεια παραμένει κεντρικό ζήτημα στην πολιτική ζωή της χώρας.

Το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, πάντως, δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό σχηματισμό. Περιλαμβάνει διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, από τον κεντρώο χώρο έως την αριστερά και το τμήμα της δεξιάς που αντιτίθεται στον Νετανιάχου, με διαφορετικές προσεγγίσεις σε κρίσιμα ζητήματα.

Παρότι οι δύο βασικοί αντίπαλοι διαφωνούν για την πολιτική διαχείριση των τελευταίων ετών, οι αποκλίσεις τους σε βασικά ζητήματα εθνικής ασφάλειας είναι μικρότερες απ’ ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ αντιτίθενται στην ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους υπό τις σημερινές συνθήκες, ενώ διατηρούν σκληρές θέσεις απέναντι στη Χαμάς και στο Ιράν.

Οι σημαντικότερες διαφορές εντοπίζονται στον τρόπο άσκησης της εξουσίας, στη λειτουργία των θεσμών, στη διαχείριση των σχέσεων με τους δυτικούς συμμάχους και στην πολιτική απέναντι στους ισραηλινούς εποικισμούς στην παλαιστινιακή Δυτική Όχθη.

Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις πριν από τις κάλπες

Η δημοσκοπική εικόνα προμηνύει αμφίρροπη αναμέτρηση, με τις περισσότερες έρευνες να εμφανίζουν τον συνασπισμό των κομμάτων που αντιτίθενται στον Νετανιάχου να διαθέτει αριθμητικό προβάδισμα, χωρίς ωστόσο να έχει εξασφαλιστεί η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.

Σύμφωνα με τη συγκεντρωτική καταγραφή δημοσκοπήσεων του Reuters, με στοιχεία έως τις 20 Οκτωβρίου, τα κόμματα που αντιτίθενται στον Νετανιάχου συγκεντρώνουν περίπου 62 έδρες, έναντι 54 για τις δυνάμεις που τον στηρίζουν. Η κατανομή αυτή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κυβερνητική πλειοψηφία, καθώς περιλαμβάνει κόμματα που δύσκολα θα μπορούσαν να συνεργαστούν μεταξύ τους.

Το Likud εμφανίζεται να προηγείται οριακά του Yashar στον μέσο όρο των δημοσκοπήσεων, ενώ μεμονωμένες έρευνες έχουν καταγράψει προβάδισμα του κόμματος του Άιζενκοτ.

Ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης και οι δυσκολίες συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων ενδέχεται να επιτρέψουν στον Νετανιάχου να διεκδικήσει εκ νέου την πρωθυπουργία, ακόμη και αν ο συνασπισμός των αντιπάλων του συγκεντρώσει περισσότερες έδρες συνολικά.

Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν και τα αραβικά κόμματα. Η συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, που αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού, καθώς και η κατανομή των εδρών μπορούν να επηρεάσουν τις ισορροπίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η συμμετοχή των συγκεκριμένων κομμάτων σε κυβερνητικό συνασπισμό θεωρείται δεδομένη.

Οι αγορές ποντάρουν στην επόμενη ημέρα

Πέρα από την πολιτική διάσταση, η εκλογική αναμέτρηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ισραηλινή οικονομία, η οποία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα παρά τις πολεμικές συγκρούσεις και την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, από την επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023 έως σήμερα, το χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ έχει σημειώσει άνοδο περίπου 130%, ξεπερνώντας σημαντικά την απόδοση της Wall Street κατά την ίδια περίοδο. Παράλληλα, το ισραηλινό σέκελ έχει ενισχυθεί περίπου κατά 25%, καταγράφοντας μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις μεταξύ των διεθνών νομισμάτων.

Η ισχυρή παρουσία του τεχνολογικού κλάδου, η ανάπτυξη δραστηριοτήτων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και η αύξηση των αμυντικών δαπανών έχουν συμβάλει στη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή δεν σημαίνει ότι η οικονομία έχει μείνει ανεπηρέαστη από τον πόλεμο.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας του Ισραήλ, τις οποίες επικαλούνται αναλυτές, το σωρευτικό οικονομικό κόστος του πολέμου είχε ξεπεράσει τα 55 δισ. δολάρια έως το 2025, αντιστοιχώντας σε απώλεια παραγωγής περίπου 8,6% σε σχέση με την αναπτυξιακή πορεία που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει η οικονομία χωρίς τις συγκρούσεις.

Παράλληλα, οι αμυντικές δαπάνες έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, φτάνοντας περίπου στο 8% του ΑΕΠ, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.

Το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί κοντά στο 70% του ΑΕΠ, περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα σε σχέση με το 2022, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο 4,5% του ΑΕΠ, έναντι λιγότερο από 2% πριν από την έναρξη των συγκρούσεων.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τις προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση, ανεξαρτήτως του ποιος θα αναλάβει την πρωθυπουργία.

Η ανάγκη εξισορρόπησης των αμυντικών δαπανών με την αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας, η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του τεχνολογικού τομέα αποτελούν βασικές προτεραιότητες της επόμενης ημέρας.

JPMorgan: Το σέκελ μπορεί να κινηθεί έως 3% ανάλογα με το αποτέλεσμα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις της JPMorgan για τις πιθανές επιπτώσεις του εκλογικού αποτελέσματος στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η αμερικανική τράπεζα υπολογίζει ότι το ισραηλινό σέκελ θα μπορούσε να κινηθεί έως και 3% προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, ανάλογα με τον νικητή των εκλογών.

Ειδικότερα, σε περίπτωση νίκης της αντιπολίτευσης υπό τον Άιζενκοτ, η JPMorgan εκτιμά ότι το νόμισμα θα μπορούσε να ενισχυθεί κατά 2% έως 3%, καθώς μια πολιτική αλλαγή ενδέχεται να καθησυχάσει τους επενδυτές για τη σταθερότητα των θεσμών, τις δικαστικές μεταρρυθμίσεις και τις σχέσεις του Ισραήλ με τους δυτικούς συμμάχους του.

Αντίθετα, μια νέα νίκη του Νετανιάχου θα μπορούσε να προκαλέσει υποχώρηση του σέκελ κατά περίπου 3%, αντανακλώντας την επιφυλακτικότητα των αγορών για τη συνέχιση των πολιτικών εντάσεων και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Ένα τρίτο ενδεχόμενο, που περιλαμβάνει ευρύτερες κυβερνητικές συνεργασίες και παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο περιορισμένες μεταβολές του νομίσματος, με τους επενδυτές να αναμένουν να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο.

Η JPMorgan έχει επισημάνει, πάντως, ότι δεν αναμένονται απαραίτητα μεγάλες αλλαγές στη δημοσιονομική και οικονομική πολιτική, ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Οι σημαντικότερες διαφοροποιήσεις ενδέχεται να αφορούν το θεσμικό περιβάλλον, τις σχέσεις με τους δυτικούς συμμάχους και την αντίληψη των διεθνών επενδυτών για το πολιτικό ρίσκο της χώρας.

Παρά την ισχυρή πορεία των ισραηλινών μετοχών, οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές εξακολουθούν να εμφανίζονται συγκρατημένοι. Σύμφωνα με στοιχεία της Copley Fund Research, το ποσοστό των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων που διατηρούν τοποθετήσεις σε ισραηλινές μετοχές έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των πολιτικών και γεωπολιτικών κινδύνων θα μπορούσε να δημιουργήσει περιθώρια επανεισροής ξένων κεφαλαίων.

Το εκλογικό σύστημα και ο αριθμός-κλειδί των 61 εδρών

Το Ισραήλ εφαρμόζει σύστημα αναλογικής εκπροσώπησης σε ενιαία εθνική εκλογική περιφέρεια. Οι πολίτες ψηφίζουν κομματικούς συνδυασμούς και όχι μεμονωμένους υποψηφίους, ενώ οι έδρες κατανέμονται αναλογικά με βάση το ποσοστό των ψήφων που συγκεντρώνει κάθε κόμμα.

Η Κνεσέτ, το κοινοβούλιο της χώρας, διαθέτει 120 έδρες. Για την είσοδο ενός κόμματος απαιτείται ποσοστό τουλάχιστον 3,25% των έγκυρων ψήφων.

Το συγκεκριμένο όριο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια τόσο αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση. Η είσοδος ή ο αποκλεισμός ακόμη και ενός μικρού κόμματος μπορεί να μεταβάλει σημαντικά την κατανομή των κοινοβουλευτικών εδρών και να καθορίσει εάν ένα πολιτικό στρατόπεδο θα αποκτήσει τη δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης.

Οι κάλπες θα ανοίξουν στις 7 το πρωί και θα κλείσουν στις 10 το βράδυ, τοπική ώρα, στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Η ημέρα των εκλογών αποτελεί επίσημη αργία, ενώ δικαίωμα ψήφου έχουν οι Ισραηλινοί πολίτες ηλικίας τουλάχιστον 18 ετών.

Η εκλογική διαδικασία διαφοροποιείται από εκείνη πολλών δυτικών δημοκρατιών, καθώς δεν προβλέπεται γενικευμένη επιστολική ψήφος ούτε δυνατότητα ψηφοφορίας από το εξωτερικό για τους περισσότερους πολίτες.

Τα επίσημα αποτελέσματα αναμένονται έως τις 4 Νοεμβρίου.

Πώς σχηματίζεται κυβέρνηση

Η ολοκλήρωση της ψηφοφορίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα γίνει αμέσως γνωστός ο επόμενος πρωθυπουργός.

Μετά την ανακοίνωση των επίσημων αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος της χώρας, Ισαάκ Χέρτσογκ, πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τις κοινοβουλευτικές παρατάξεις προκειμένου να διαπιστώσει ποιος πολιτικός αρχηγός διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να σχηματίσει κυβέρνηση.

Στη συνέχεια αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε μέλος της Κνεσέτ. Συνήθως πρόκειται για τον επικεφαλής του μεγαλύτερου κόμματος, αλλά αυτό δεν αποτελεί υποχρεωτικό κανόνα.

Ο εντολοδόχος διαθέτει αρχικά 28 ημέρες για διαπραγματεύσεις με τα υπόλοιπα κόμματα, ενώ μπορεί να λάβει παράταση έως 14 ημερών.

Εάν η πρώτη προσπάθεια αποτύχει, ο πρόεδρος μπορεί να αναθέσει την εντολή σε άλλο πολιτικό πρόσωπο, το οποίο έχει επίσης στη διάθεσή του 28 ημέρες.

Εφόσον και η δεύτερη προσπάθεια αποδειχθεί άκαρπη, προβλέπεται διαδικασία μέσω της οποίας η πλειοψηφία των μελών της Κνεσέτ μπορεί να υποδείξει τρίτο υποψήφιο, με προθεσμία 14 ημερών για τη συγκρότηση κυβέρνησης.

Αν εξαντληθούν και αυτές οι δυνατότητες χωρίς αποτέλεσμα, η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι διαπραγματεύσεις μπορούν να διαρκέσουν πολλές εβδομάδες ή και μήνες. Σύμφωνα με το Israel Democracy Institute, ο σχηματισμός κυβέρνησης έχει απαιτήσει στο παρελθόν από περίπου 20 έως 100 ημέρες.

Τα τρία σενάρια και οι επιπτώσεις στην οικονομία

Το πρώτο σενάριο προβλέπει ότι ο Νετανιάχου θα εξασφαλίσει, μαζί με τους παραδοσιακούς συμμάχους του, τις 61 έδρες που χρειάζεται για να συνεχίσει να κυβερνά. Μια τέτοια εξέλιξη θα διατηρούσε την υφιστάμενη πολιτική κατεύθυνση, με καθοριστική επιρροή των εθνικιστικών και θρησκευτικών κομμάτων.

Σε οικονομικό επίπεδο, μια νέα κυβέρνηση Νετανιάχου θα είχε να διαχειριστεί το υψηλό δημοσιονομικό κόστος της πολεμικής περιόδου, ενώ οι επενδυτές ενδέχεται να συνεχίσουν να αποτιμούν αυξημένο πολιτικό και γεωπολιτικό κίνδυνο.

Το δεύτερο σενάριο αφορά την επικράτηση των δυνάμεων που επιδιώκουν την απομάκρυνση του Νετανιάχου και τη συγκρότηση κυβέρνησης υπό τον Άιζενκοτ ή άλλον αποδεκτό από την αντιπολίτευση πολιτικό αρχηγό.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτίωση των σχέσεων με τους δυτικούς συμμάχους και σε ενίσχυση της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών. Οι αγορές θα μπορούσαν να αποτιμήσουν θετικά την προοπτική μεγαλύτερης θεσμικής σταθερότητας, αν και οι θεμελιώδεις δημοσιονομικές προκλήσεις θα παρέμεναν.

Το τρίτο σενάριο είναι ένα νέο πολιτικό αδιέξοδο, με κανένα από τα δύο στρατόπεδα να μην καταφέρνει να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση.

Στην περίπτωση αυτή, οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις και το ενδεχόμενο νέων εκλογών θα μπορούσαν να αναβάλουν κρίσιμες δημοσιονομικές αποφάσεις, να περιορίσουν την επενδυτική δραστηριότητα και να παρατείνουν την πολιτική αβεβαιότητα.

Δεν θα ήταν πρωτόγνωρη εξέλιξη για το Ισραήλ, το οποίο το 2022 οδηγήθηκε στην πέμπτη εκλογική αναμέτρηση μέσα σε μόλις τρία χρόνια.

Οι συνέπειες της κάλπης εκτείνονται, επομένως, πολύ πέρα από το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Η πορεία των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, η διαχείριση του δημοσίου χρέους και η δυνατότητα προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων συνδέονται στενά με τη σύνθεση και τη σταθερότητα της επόμενης κυβέρνησης.