Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ δεν αφορούν μόνο την παραμονή ή όχι του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία. Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει τον προσανατολισμό της χώρας απέναντι στη Γάζα, το Ιράν, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Οι Ισραηλινοί προσέρχονται στις κάλπες στις 27 Οκτωβρίου σε ένα πολιτικό σκηνικό ιδιαίτερα ρευστό, όπου καμία από τις δύο βασικές πλευρές δεν εμφανίζεται, σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις, να διαθέτει από μόνη της τον απαιτούμενο αριθμό εδρών για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Η Κνεσέτ αριθμεί 120 έδρες και το όριο για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι οι 61.
Ισραήλ: Η μάχη των 61 εδρών
Η αναμέτρηση διεξάγεται υπό τη σκιά της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η οποία είχε προκαλέσει εκτιμήσεις ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μπενιαμίν Νετανιάχου πλησίαζε στο τέλος της. Ωστόσο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός παραμένει ο αδιαμφισβήτητος υποψήφιος για την ηγεσία του δικού του στρατοπέδου, παρά τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και τη φθορά που έχει υποστεί η κυβέρνησή του.
Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται να διαθέτει μικρό δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι του μπλοκ Νετανιάχου, χωρίς όμως να έχει επιλύσει το ζήτημα της ηγεσίας της ή να έχει συμφωνήσει σε ένα σαφές σχέδιο κυβερνητικής συνεργασίας. Το αποτέλεσμα είναι μια εκλογική Βαβέλ, στην οποία η αριθμητική των εδρών δεν αρκεί για να αποσαφηνίσει ποιος μπορεί τελικά να κυβερνήσει.
Στις εκλογές για την 26η Κνεσέτ κατατέθηκαν συνολικά 38 ψηφοδέλτια στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή. Οι δημοσκοπήσεις, ωστόσο, υποδεικνύουν ότι περίπου 13 κόμματα ενδέχεται να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο και να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η πληθώρα των υποψηφιοτήτων δεν μεταφράζεται απλώς σε μεγαλύτερη πολιτική πολυφωνία. Αντανακλά, κυρίως, τις βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό των παραδοσιακών πολιτικών παρατάξεων και τη δυσκολία συγκρότησης σταθερών συμμαχιών.
Στην πλευρά του πρωθυπουργού, κεντρικό ρόλο έχει το Λικούντ, ενώ σημαντικό βάρος εξακολουθούν να έχουν τα υπερορθόδοξα κόμματα και οι εθνικιστικοί σχηματισμοί. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Άιζενκοτ επιχειρεί να συγκροτήσει μια ευρύτερη κεντρώα συμμαχία μαζί με τον Ναφτάλι Μπένετ, τον Αβίγκντορ Λίμπερμαν και τον Γιαΐρ Γκολάν.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ισραηλινή εκλογική αριθμητική δεν εξαντλείται στο ποιο κόμμα θα αναδειχθεί πρώτο. Οι μικρότεροι σχηματισμοί, ιδίως όσοι κινούνται κοντά στο εκλογικό όριο του 3,25%, μπορούν να καθορίσουν τη σύνθεση της επόμενης Κνεσέτ και, κατ’ επέκταση, τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.
Αυτό εξηγεί και την πίεση του Νετανιάχου προς τους μικρότερους δεξιούς εταίρους για συνεργασία ή κοινά ψηφοδέλτια. Η πολυδιάσπαση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια εδρών εάν κόμματα που βρίσκονται κοντά στο όριο δεν καταφέρουν να το ξεπεράσουν. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να καταγράφουν ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, χωρίς σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία για κάποιο από τα δύο βασικά στρατόπεδα, αναφέρουν οι Times of Israel.

Ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF) και ηγέτης του κόμματος «Yashar», Γκάντι Άιζενκοτ©EPA, ABIR SULTAN
Ισραήλ: Η δεξιά συμμαχία και το πρόβλημα της πολυδιάσπασης
Η προσπάθεια του Νετανιάχου να διατηρήσει ενωμένη τη δεξιά προσκρούει στις διαφορετικές επιδιώξεις των εταίρων του. Ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ επιδιώκει να διατηρήσει αυτόνομη πολιτική παρουσία, ενώ ο Μπεζαλέλ Σμότριχ αντιμετωπίζει μεγαλύτερη αβεβαιότητα γύρω από την εκλογική του επίδοση.
Η διαφορά μεταξύ τους δεν αφορά αποκλειστικά τις πολιτικές θέσεις. Αφορά και το ποιος θα έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ μετά τις εκλογές. Οι βασικοί άξονες της δεξιάς παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κοινοί: σκληρή στάση απέναντι στη Γάζα, απόρριψη της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους και στήριξη της επέκτασης των εποικισμών στη Δυτική Όχθη.
Η σύγκρουση, επομένως, μεταφέρεται και στο εσωτερικό της ίδιας της δεξιάς παράταξης. Κάθε κόμμα επιδιώκει να αυξήσει την κοινοβουλευτική του δύναμη, ώστε να βρεθεί σε καλύτερη θέση στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις.
Στο ίδιο περιβάλλον κινείται και ο πρώην ταξίαρχος Οφέρ Βίντερ, με το νέο κόμμα Αμχά Γισραέλ, προσθέτοντας έναν ακόμη σχηματισμό στον εθνικοθρησκευτικό χώρο. Η είσοδος ή μη τέτοιων μικρότερων κομμάτων στην Κνεσέτ μπορεί να αποδειχθεί σημαντική για την τελική κατανομή των εδρών.
Για τον Νετανιάχου, η πρόκληση είναι διπλή: πρέπει να συγκρατήσει την παραδοσιακή δεξιά εκλογική βάση του, αλλά ταυτόχρονα να αποτρέψει την απώλεια ψήφων λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των μικρότερων κομμάτων.
Το πολιτικό του ιστορικό δείχνει ότι έχει αντιμετωπίσει ξανά αντίστοιχες κρίσεις. Στη δεκαετία του 1990 απέκτησε το προσωνύμιο «Μπίμπι ο Μάγος», όταν επικράτησε του Σιμόν Πέρες, λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν. Αργότερα, το 2015, παρά τις πιέσεις που αντιμετώπιζε γύρω από καταγγελίες για απάτη, δωροδοκία και παραβίαση εμπιστοσύνης, κατάφερε να επανεκλεγεί, αξιοποιώντας τη στήριξη της δεξιάς και των θρησκευτικών εθνικιστών, σύμφωνα με το Politico.
Ανάλογη στρατηγική ακολούθησε και το 2019, ενώ το 2022 κατάφερε να συγκροτήσει μπλοκ 64 εδρών. Σήμερα, ωστόσο, το πολιτικό περιβάλλον είναι περισσότερο κατακερματισμένο και η επίτευξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας εξαρτάται από πολύ περισσότερες μεταβλητές.
Ισραήλ, ασφάλεια και η σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ
Η εσωτερική εκλογική μάχη διεξάγεται παράλληλα με μια βαθιά μεταβολή στο περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο στη Γάζα, η ασφάλεια έχει καταστεί ακόμη πιο κεντρικό στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο Νετανιάχου έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας γύρω από την εικόνα του ηγέτη που μπορεί να διαχειριστεί τις απειλές και να διασφαλίσει τη σχέση του Ισραήλ με την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η διαχείριση του πολέμου και οι διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στο Ιράν και τη Γάζα έχουν δημιουργήσει τριβές στη σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η απουσία συνάντησης των δύο ηγετών κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Νετανιάχου στη Νέα Υόρκη, σε αντίθεση με προηγούμενες επαφές τους, ενίσχυσε τις συζητήσεις για τις διαφορές που έχουν ανακύψει. Παράλληλα, η ισραηλινή κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με επιβαρυμένες σχέσεις με αρκετές δυτικές πεδίο αντιπαράθεσης: η ασφάλεια εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο, αλλά τίθεται και το ερώτημα της πολιτικής διαχείρισης των πολ κυβερνήσεις, κυρίως λόγω της κατάστασης στη Γάζα και της πολιτικής στη Δυτική Όχθη.
Για την αντιπολίτευση, η εξέλιξη αυτή προσφέρει ένα διαφορετικό πεδίο αντιπαράθεσης: η ασφάλεια εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο, αλλά τίθεται και το ερώτημα της πολιτικής διαχείρισης των πολέμων και των διεθνών σχέσεων.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ διαθέτει ισχυρό στρατιωτικό υπόβαθρο, καθώς έχει διατελέσει αρχηγός των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, συμμετείχε στην κυβέρνηση πολέμου του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Αποχώρησε το 2024, διαφωνώντας με τον τρόπο διαχείρισης του πολέμου στη Γάζα και καταγγέλλοντας ότι οι πολιτικές σκοπιμότητες υπερίσχυαν, κατά την άποψή του, του εθνικού συμφέροντος. Το 2025 ίδρυσε το κεντρώο κόμμα Yashar. Η πολιτική του διαδρομή έχει και μια βαθιά προσωπική διάσταση: ο 25χρονος γιος του, Γκαλ Μεΐρ, σκοτώθηκε το 2023 σε μάχη στη Γάζα.

Ισραηλινά αεροσκάφη βομβαρδίζουν συνοικία της Γάζας © ΕPA/POOL
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο
Η σημασία των εκλογών υπερβαίνει το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό του Ισραήλ. Η νέα κυβέρνηση θα κληθεί να καθορίσει τη στάση της απέναντι στη Γάζα και το Ιράν, αλλά και στα μέτωπα της Συρίας και του Λιβάνου, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διαχειριστεί τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και τους ευρωπαίους εταίρους σε ένα ιδιαίτερα ασταθές περιφερειακό περιβάλλον.
Για την Ελλάδα, το ενδιαφέρον είναι άμεσο, καθώς οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια ένα ευρύ πλαίσιο συνεργασίας στην άμυνα, την ενέργεια και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια αλλαγή κυβέρνησης στο Τελ Αβίβ δεν προεξοφλεί ανατροπή αυτής της στρατηγικής σχέσης, μπορεί όμως να επηρεάσει τις προτεραιότητες της ισραηλινής πολιτικής και την πορεία επιμέρους συμφωνιών. Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα παρακολουθεί και τις πιθανές επιπτώσεις μιας πολιτικής αλλαγής σε συμφωνίες με αμυντική σημασία, μεταξύ άλλων και στην «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η σχέση της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης με την Ουάσιγκτον. Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου προηγούνται κατά λίγες ημέρες των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου. Αν και οι δύο κάλπες δεν συνδέονται θεσμικά, η πολιτική κατεύθυνση που θα προκύψει στις ΗΠΑ θα επηρεάσει το περιβάλλον στο οποίο θα κινηθεί η νέα κυβέρνηση του Ισραήλ. Για την Αθήνα, που διατηρεί στενές σχέσεις και με τις δύο χώρες, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σταθερότητα των περιφερειακών συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επίση, το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να επηρεάσει και τη δύσκολη σχέση Ισραήλ–Τουρκίας, κυρίως ως προς τη στάση της νέας κυβέρνησης απέναντι στην Άγκυρα και τον ρόλο της Τουρκίας στις περιφερειακές κρίσεις. Μια κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου πιθανότατα θα διατηρήσει σκληρή γραμμή, ιδιαίτερα λόγω των διαφωνιών για τη Γάζα και της τουρκικής στήριξης προς τους Παλαιστινίους.
Αντίθετα, μια αλλαγή ηγεσίας θα μπορούσε να δημιουργήσει περιθώριο για διαφορετική διπλωματική προσέγγιση, χωρίς όμως να εξαλείφει τις βαθιές διαφορές των δύο χωρών. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει πρόσθετη σημασία, καθώς η σχέση Ισραήλ–Τουρκίας επηρεάζει τις ισορροπίες και τα περιθώρια συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μπενιαμίν Νετανιάχου και Ντόναλντ Τραμπ © EPA/JIM LO SCALZO
Ο Τραμπ στηρίζει Νετανιάχου
Στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε δημόσια τη στήριξή του στον Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντάς τον σπουδαίο πρωθυπουργό σε καιρό πολέμου και σημαντικό εταίρο για την ειρήνη. Λίγο νωρίτερα, ωστόσο, η σχέση τους είχε εμφανίσει εντάσεις λόγω του πολέμου με το Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επικρίνει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αποχωρήσει από την πολιτική. Η μεταγενέστερη δημόσια υποστήριξή του δεν είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αποφασιστικά τους ψηφοφόρους, καθώς η δημοτικότητα του Τραμπ στο Ισραήλ έχει υποχωρήσει.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, κράτησε διαφορετική στάση, δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται να εμπλακεί στις ισραηλινές εκλογές και ότι επικεντρώνεται στην αμερικανική πολιτική και στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Παράλληλα, δημοσίευμα της Israel Hayom ανέφερε ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει την προοπτική κυβέρνησης εθνικής ενότητας, στην οποία θα συμμετέχουν το Λικούντ και το Γιασάρ! του Άιζενκοτ. Σύμφωνα με το σενάριο που παρουσιάστηκε, ο Νετανιάχου θα παρέμενε πρωθυπουργός για έως δύο χρόνια και στη συνέχεια θα αποχωρούσε από την πολιτική, ώστε να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση διπλωματικών πρωτοβουλιών και η εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, καθώς και η διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ. Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν μεταφέρει το μήνυμα σε Ισραηλινούς πολιτικούς, αλλά ο Αμερικανός πρέσβης Μάικ Χάκαμπι έχει διαψεύσει ότι υπάρχει σχέδιο παρέμβασης στις εκλογές.
Ο Άιζενκοτ, από την πλευρά του, δεσμεύθηκε ότι, εάν εκλεγεί πρωθυπουργός, η Χαμάς δεν θα κυβερνά πλέον τη Λωρίδα της Γάζας μέσα σε 18 μήνες. Η δέσμευση αυτή εντάσσεται στην προσπάθειά του να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική στον Νετανιάχου σε ζητήματα ασφάλειας.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει εσωτερικό: ποιος θα καταφέρει να συγκεντρώσει τις αναγκαίες έδρες και να εξασφαλίσει συνεργασίες που θα αντέξουν στον χρόνο; Με τις δημοσκοπήσεις να μην αναδεικνύουν αυτοδύναμο στρατόπεδο, τις αραβικές δυνάμεις να αντιμετωπίζουν πολιτικά εμπόδια, τη δεξιά να πιέζεται από τον κατακερματισμό και την αντιπολίτευση να στερείται ενιαίας ηγεσίας, η συγκρότηση κυβέρνησης θα απαιτήσει σύνθετους συμβιβασμούς.
Η εκλογική Βαβέλ του Ισραήλ δεν αφορά μόνο την αναμέτρηση Νετανιάχου και αντιπολίτευσης. Αφορά την ικανότητα ενός πολυδιασπασμένου πολιτικού συστήματος να παράγει βιώσιμη πλειοψηφία, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια, η στρατιωτική θητεία, η σχέση κράτους και θρησκείας και η διεθνής θέση της χώρας παραμένουν αντικείμενα έντονης αντιπαράθεσης. Η κάλπη μπορεί να αναδείξει τον ισχυρότερο πολιτικό παίκτη· δεν είναι βέβαιο ότι θα προσφέρει και την απάντηση στο ποιος μπορεί να κυβερνήσει.
Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου λίγες έδρες μπορούν να αλλάξουν τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, η μάχη για τις 61 έδρες αποκτά ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση. Θα καθορίσει με ποιον προσανατολισμό θα κινηθεί η χώρα σε μια περιοχή όπου οι στρατιωτικές και διπλωματικές ισορροπίες παραμένουν εξαιρετικά εύθραυστες. Η νέα πολιτική ηγεσία θα αναλάβει ταυτόχρονα να διαχειριστεί τις συνέπειες του πολέμου στη Γάζα, τις σχέσεις με το Ιράν, τις περιφερειακές απειλές και τη δύσκολη ισορροπία με την Ουάσιγκτον.
