Πολωνία: Μάχη εξουσίας Τουσκ και Ναβρότσκι, στο επίκεντρο η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης

Μάχη για τον έλεγχο του Συνταγματικού Δικαστηρίου, συσπείρωση της δεξιάς αντιπολίτευσης και νέες ανησυχίες ενόψει των εκλογών του 2027

Ο Ντόναλντ Τουσκ © EPA/Szymon Pulcyn POLAND OUT

Σε μείζονα πολιτική και θεσμική κρίση εξελίσσεται στην Πολωνία η σύγκρουση για τον έλεγχο του Συνταγματικού Δικαστηρίου, με τον πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ και τον πρόεδρο της χώρας, Κάρολ Ναβρότσκι, να βρίσκονται πλέον σε ανοιχτή αντιπαράθεση. Η διαμάχη, που έχει μεταφερθεί ακόμη και στους χώρους του ανώτατου δικαστικού οργάνου της χώρας, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη πολιτική διάσταση, καθώς η δεξιά και η ακροδεξιά αντιπολίτευση επιχειρούν να διαμορφώσουν κοινό μέτωπο κατά της κυβέρνησης, έναν χρόνο πριν από τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές του 2027.

Σύμφωνα με το Politico, το επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται σε ένα κτίριο στο κέντρο της Βαρσοβίας, όπου στεγάζεται το Συνταγματικό Δικαστήριο και όπου τις τελευταίες ημέρες έχουν συγκεντρωθεί αστυνομικές δυνάμεις, διαδηλωτές και στελέχη της πολιτικής ηγεσίας.

Η φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ υποστηρίζει ότι επιδιώκει να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να ανατρέψει τις αλλαγές που είχε επιβάλει κατά την περίοδο 2015-2023 το εθνικοσυντηρητικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS).

Στην αντίπερα όχθη, ο πρόεδρος Ναβρότσκι, που εξελέγη το 2025 με τη στήριξη του PiS, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να θέσει υπό τον έλεγχό της το Δικαστήριο, με υποστηρικτές του να κάνουν λόγο ακόμη και για πραξικόπημα.

Η αντιπαράθεση έχει προκαλέσει έντονη κινητοποίηση των πολιτικών κομμάτων και έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τις βαθιές διαφωνίες για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στην Πολωνία.

Η μάχη για την πλειοψηφία

Η σύγκρουση αναμένεται να κορυφωθεί την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, όταν οκτώ δικαστές που έχουν εκλεγεί με τη στήριξη της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σχεδιάζουν να συνεδριάσουν για να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό του Δικαστηρίου και να εξετάσουν διαδικασίες πειθαρχικού ελέγχου κατά της ηγεσίας του.

Στο επίκεντρο βρίσκονται ο πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Μπόγκνταν Σφιεντσκόφσκι, και ο αντιπρόεδρός του, Μπαρτλομιέι Σοχάνσκι, οι οποίοι αμφισβητούν τις ενέργειες των δικαστών που επιχειρούν να αναλάβουν τον έλεγχο της λειτουργίας του θεσμού. Το βασικό εμπόδιο είναι η εξασφάλιση της απαραίτητης απαρτίας. Για να ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις απαιτείται, κατά κανόνα, η παρουσία τουλάχιστον δέκα από τους δεκαπέντε δικαστές.

Αυτό σημαίνει ότι οι οκτώ δικαστές που συνδέονται με τη σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία χρειάζονται τη συμμετοχή τουλάχιστον δύο συναδέλφων τους οι οποίοι είχαν επιλεγεί επί διακυβέρνησης PiS. Ωστόσο, υπάρχουν και νομικές διαφωνίες σχετικά με τον υπολογισμό της απαρτίας, λόγω της αναστολής καθηκόντων της ηγεσίας του Δικαστηρίου και της αμφισβήτησης του καθεστώτος ορισμένων δικαστών.

Η επιστροφή Ναβρότσκι από τη Σενεγάλη

Η αντιπαράθεση πήρε δραματικές διαστάσεις στα τέλη Οκτωβρίου, όταν η δικαστής Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα ανακοίνωσε την αναστολή καθηκόντων του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η ίδια επικαλέστηκε τη μακρόχρονη υπηρεσία της στο Δικαστήριο προκειμένου να αναλάβει προσωρινά την ηγεσία του.

Η κίνηση προκάλεσε την άμεση αντίδραση του προέδρου Κάρολ Ναβρότσκι, ο οποίος διέκοψε επίσημη επίσκεψη στη Σενεγάλη και επέστρεψε εσπευσμένα στην Πολωνία. Μάλιστα, σύμφωνα με το Politico, το προεδρικό αεροσκάφος άλλαξε πορεία ενώ βρισκόταν πάνω από την Ισπανία, προκειμένου να επιστρέψει στη Βαρσοβία.

Ο Ναβρότσκι έφτασε στο Συνταγματικό Δικαστήριο περίπου στη μία τα ξημερώματα του Σαββάτου. Κατά την είσοδό του στο κτίριο σημειώθηκε ένταση με δικαστές που υποστήριζαν τη νέα προσωρινή διοίκηση. Οι δύο πλευρές δίνουν διαφορετικές εκδοχές για όσα συνέβησαν. Η κυβερνητική πλευρά καταγγέλλει παρέμβαση του προέδρου στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, ενώ το προεδρικό επιτελείο υποστηρίζει ότι οι αντίπαλοί του παραβίασαν τις θεσμικές διαδικασίες.

Ο Σφιεντσκόφσκι επιμένει ότι εξακολουθεί να είναι ο νόμιμος πρόεδρος του Δικαστηρίου και απορρίπτει την αρμοδιότητα όσων αποφάσισαν την απομάκρυνσή του.

Πώς ξεκίνησε η σύγκρουση για το Συνταγματικό Δικαστήριο

Οι ρίζες της σημερινής κρίσης εντοπίζονται περισσότερο από μία δεκαετία πίσω, όταν το πολιτικό σκηνικό της Πολωνίας άλλαξε ριζικά με την άνοδο του PiS στην εξουσία. Τον Οκτώβριο του 2015, η τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Πλατφόρμας Πολιτών επέλεξε πέντε νέους δικαστές για το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Τρεις από τις θέσεις αφορούσαν υπάρχουσες κενές έδρες, ενώ οι υπόλοιπες δύο επρόκειτο να μείνουν κενές μετά τις επερχόμενες εκλογές. Το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε αργότερα ότι η επιλογή των δύο επιπλέον δικαστών δεν ήταν νόμιμη.

Ωστόσο, όταν το PiS ανέλαβε την εξουσία, ακύρωσε και τις πέντε επιλογές και προχώρησε στον διορισμό ισάριθμων νέων δικαστών, οι οποίοι ορκίστηκαν από τον τότε πρόεδρο Αντρέι Ντούντα.

Ακολούθησαν πολυετείς αντιπαραθέσεις για τη νομιμότητα συγκεκριμένων διορισμών, τις αρμοδιότητες της ηγεσίας και τη λειτουργία του Δικαστηρίου.

Τον Δεκέμβριο του 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι το πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν πληρούσε τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, λόγω των παρατυπιών στους διορισμούς δικαστών που είχαν πραγματοποιηθεί μία δεκαετία νωρίτερα.

Η απόφαση ενίσχυσε τα επιχειρήματα της κυβέρνησης Τουσκ, η οποία είχε επιστρέψει στην εξουσία το 2023 υποσχόμενη αποκατάσταση του κράτους δικαίου. Ωστόσο, η προσπάθεια εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων συνάντησε την αντίσταση τόσο του Αντρέι Ντούντα όσο και του διαδόχου του, Κάρολ Ναβρότσκι.

Η πολιτική συσπείρωση της δεξιάς και το ενδεχόμενο Polexit

Η διαμάχη για τη Δικαιοσύνη έχει μετατραπεί σε σημείο συνάντησης διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων της πολωνικής δεξιάς. Στις κινητοποιήσεις έξω από το Συνταγματικό Δικαστήριο εμφανίστηκαν από κοινού ο ιστορικός ηγέτης του PiS, Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, και ο Γκζέγκοζ Μπράουν, εκπρόσωπος της άκρας δεξιάς που υποστηρίζει την αποχώρηση της Πολωνίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η συνύπαρξή τους έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς ο Κατσίνσκι είχε προηγουμένως αποκλείσει το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με τον Μπράουν. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Ματέους Μοραβιέτσκι και ο Σλάβομιρ Μέντσεν, ένας από τους επικεφαλής του κόμματος Συνομοσπονδία.

Η αντιπρόεδρος του κόμματος, Άννα Μπρίλκα, αναγνώρισε μιλώντας στο Politico ότι υπάρχουν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων της δεξιάς, αλλά υπογράμμισε ότι κοινός στόχος τους είναι η απομάκρυνση της κυβέρνησης Τουσκ.

Η συγκυρία αποκτά επιπλέον σημασία καθώς ο Κατσίνσκι επανέφερε πρόσφατα το ενδεχόμενο αποχώρησης της Πολωνίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστό ως Polexit.

Για την κυβερνητική πλευρά, τέτοιου είδους τοποθετήσεις αποτελούν ένδειξη ότι η πολιτική σύγκρουση δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη, αλλά και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.
Οι εκλογές του 2027 και οι πολιτικοί συσχετισμοί
Η θεσμική κρίση εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την κυβέρνηση Τουσκ, καθώς απομένει περίπου ένας χρόνος μέχρι τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Σύμφωνα με το Politico, η Πολιτική Συμμαχία του Τουσκ προηγείται στον συγκεντρωτικό δείκτη δημοσκοπήσεων Poll of Polls, ωστόσο η θέση των μικρότερων κυβερνητικών εταίρων δημιουργεί αβεβαιότητα για τη μελλοντική σύνθεση του Κοινοβουλίου.

Η αδυναμία ορισμένων από αυτούς να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς. Την ίδια στιγμή, η σημερινή κρίση ενδέχεται να λειτουργήσει ως παράγοντας συσπείρωσης διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων.

Ο πολιτικός επιστήμονας Μπεν Στάνλεϊ, του Πανεπιστημίου SWPS της Βαρσοβίας, εκτιμά ότι η σύγκρουση προσφέρει και στις δύο πλευρές τη δυνατότητα να κινητοποιήσουν τους υποστηρικτές τους. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η κοινή παρουσία διαφορετικών δεξιών κομμάτων δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια σταθερή πολιτική συνεργασία, καθώς οι μεταξύ τους ιδεολογικές αποκλίσεις παραμένουν μεγάλες.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο ευρωβουλευτής και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Μπόρις Μπούντκα προειδοποίησε ότι οι επόμενες εκλογές θα έχουν καθοριστική σημασία για τη δημοκρατία στην Πολωνία. Όπως υποστήριξε, μια ενδεχόμενη επιστροφή της δεξιάς στην εξουσία θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες παρεμβάσεις στους ανεξάρτητους θεσμούς και να ενισχύσει τις πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν την απομάκρυνση της χώρας από την ΕΕ.

Τουσκ: Δεν χρειάζεται αλλαγή Συντάγματος για να λυθεί η κρίση

Ο Πολωνός πρωθυπουργός επιμένει ότι η διέξοδος από τη θεσμική αντιπαράθεση είναι εφικτή χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος. Σε δημόσια παρέμβασή του τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, ο Τουσκ κάλεσε τον πρόεδρο Ναβρότσκι να αναγνωρίσει τους δικαστές που έχουν εκλεγεί από το Κοινοβούλιο και να επιτρέψει την άσκηση των καθηκόντων τους.

Κατηγόρησε επίσης τον πρόεδρο ότι επιλέγει την πολιτική σύγκρουση με τρόπο που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την Πολωνία. Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο αντιπρόεδρος του PiS, Πσεμίσλαβ Τσάρνεκ, απάντησε ζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησης και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Ο επικεφαλής της προεδρικής καγκελαρίας, Ζμπίγκνιεφ Μπογκούτσκι, χαρακτήρισε την αντιπαράθεση μάχη για τη δημοκρατία της Πολωνίας, αποδίδοντας την ευθύνη για την κρίση στην κυβερνητική πλευρά.

Η συνεχιζόμενη διαμάχη αποτυπώνει το βάθος του πολιτικού και θεσμικού διχασμού στη χώρα. Πέρα από το ποιος θα ελέγχει τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το διακύβευμα αφορά την ανεξαρτησία των θεσμών, τις σχέσεις της Πολωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η χώρα τα επόμενα χρόνια. Με τις βουλευτικές εκλογές του 2027 να πλησιάζουν, η αντιπαράθεση γύρω από τη Δικαιοσύνη εξελίσσεται σε ένα από τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα, χωρίς μέχρι στιγμής να διαφαίνεται κοινά αποδεκτή λύση.