Νέοι, γυναίκες, ισπανόφωνοι γύρισαν την πλάτη στον Τραμπ

Η οικονομία, η ακρίβεια, η δημοκρατία και η διαφθορά έκριναν την ήττα Τραμπ. Οι ψηφοφόροι που ανέτρεψαν τους πολιτικούς συσχετισμούς στις ΗΠΑ

Οι ψηφοφόροι συμπληρώνουν τα ψηφοδέλτιά τους στις ενδιάμεσες εκλογές στην πόλη του Ντιτρόιτ ©ΑΠΕ

Ο Τραμπ στο καναβάτσο. Η οικονομική κατάσταση, το αυξημένο κόστος ζωής, η κατάσταση της αμερικανικής δημοκρατίας και η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν αναδείχθηκαν στους καθοριστικούς παράγοντες των ενδιάμεσων εκλογών, σύμφωνα με τη μεγάλη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε την ημέρα της ψηφοφορίας.

Τα αποτελέσματα καταγράφουν μια ευρεία μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς τους Δημοκρατικούς, ενώ αποκαλύπτουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε σημαντικό μέρος της πολιτικής επιρροής που του επέτρεψε να επιστρέψει δύο φορές στον Λευκό Οίκο.

Η εκλογική αναμέτρηση εξελίχθηκε σε μια σαφή αποδοκιμασία της προεδρίας του, καθώς ψηφοφόροι που είχαν στηρίξει την πολιτική του επιλογή είτε επέλεξαν αυτή τη φορά τους Δημοκρατικούς είτε απείχαν από την εκλογική διαδικασία.

Η δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε στους παραδοσιακά δημοκρατικούς εκλογικούς πυρήνες, αλλά επεκτάθηκε ακόμη και σε πολιτείες με ισχυρή ρεπουμπλικανική παράδοση.

ΗΠΑ: Η οικονομία και η δημοκρατία στην κορυφή των ανησυχιών των ψηφοφόρων

Η οικονομία αναδείχθηκε στο σημαντικότερο ζήτημα για το 39% των ψηφοφόρων, ενώ το 32% έθεσε στην πρώτη θέση την κατάσταση της δημοκρατίας στις ΗΠΑ. Ακολούθησε το μεταναστευτικό, το οποίο συγκέντρωσε το 14%. Η υγειονομική περίθαλψη, η εξωτερική πολιτική και η εγκληματικότητα καταγράφηκαν σε χαμηλότερα ποσοστά ως βασικές προτεραιότητες.

Τα στοιχεία προέρχονται από τη δημοσκόπηση Voter Poll, η οποία συγκέντρωσε απαντήσεις από περισσότερους από 79.000 ανθρώπους. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία δημοσκοπήσεων SSRS για λογαριασμό κοινοπραξίας ειδησεογραφικών οργανισμών και περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικό δείγμα του αμερικανικού εκλογικού σώματος, τόσο από όσους ψήφισαν πρόωρα όσο και από εκείνους που προσήλθαν στις κάλπες την ημέρα των εκλογών.

Η έρευνα εξετάζει επίσης τις πολιτικές επιλογές διαφορετικών δημογραφικών ομάδων, με βάση την ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο και άλλα χαρακτηριστικά. Όπως συμβαίνει με όλες τις δημοσκοπήσεις, τα αποτελέσματα αποτελούν εκτιμήσεις και ενδέχεται να αναθεωρηθούν καθώς συγκεντρώνονται περισσότερα δεδομένα.

Η εικόνα που προκύπτει για την οικονομία είναι ιδιαίτερα αρνητική. Το 75% των ερωτηθέντων αξιολόγησε την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας ως «όχι και τόσο καλή» ή «κακή», ενώ μόλις το 25% τη χαρακτήρισε «εξαιρετική» ή «καλή».

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών. Το 44% δήλωσε ότι η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του είναι χειρότερη σε σύγκριση με πριν από δύο χρόνια. Το 38% ανέφερε ότι δεν έχει υπάρξει ουσιαστική μεταβολή, ενώ μόλις το 18% θεωρεί ότι βρίσκεται σε καλύτερη θέση.

Τα στοιχεία αυτά εξηγούν σε σημαντικό βαθμό γιατί η οικονομία μετατράπηκε σε βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και γιατί η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ επηρέασε τόσο έντονα την εκλογική συμπεριφορά.

ΗΠΑ: Η ακρίβεια και οι πολιτικές Τραμπ που επιβάρυναν τα νοικοκυριά

Σχεδόν δύο στους τρεις ψηφοφόρους, ποσοστό 65%, εκτιμούν ότι οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ επιδείνωσαν τις οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ. Αντίθετα, το 27% θεωρεί ότι οι επιλογές του προέδρου βελτίωσαν την κατάσταση, ενώ μόλις το 8% εκτιμά ότι δεν είχαν καμία επίδραση.

Η δυσαρέσκεια αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αξιολόγησαν την προσωπική τους οικονομική επιβάρυνση. Το 79% δήλωσε ότι ο πληθωρισμός προκάλεσε σοβαρές ή μέτριες δυσκολίες στους ίδιους και στις οικογένειές τους κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Μόνο το 21% ανέφερε ότι δεν αντιμετώπισε καμία απολύτως δυσκολία.

Παράλληλα, το 59% δήλωσε ότι ανησυχεί πάρα πολύ για το κόστος της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης, ενώ το 58% εξέφρασε αντίστοιχα έντονη ανησυχία για τις τιμές των τροφίμων και των ειδών καθημερινής κατανάλωσης.

Ιδιαίτερη πολιτική σημασία έχει το γεγονός ότι το 62% των ερωτηθέντων αποδίδει τις υψηλότερες από το συνηθισμένο τιμές κυρίως στις πολιτικές του Τραμπ. Το υπόλοιπο 38% θεωρεί ότι η ακρίβεια οφείλεται περισσότερο σε παράγοντες που βρίσκονται έξω από τον έλεγχο του Αμερικανού προέδρου.

Η οικονομική δυσαρέσκεια συνδέθηκε άμεσα με την προσωπική πολιτική ευθύνη του Τραμπ. Το 43% των ψηφοφόρων δήλωσε ότι ψήφισε στις ενδιάμεσες εκλογές και με κίνητρο να εκφράσει την αντίθεσή του στον πρόεδρο. Αντίθετα, το 41% ανέφερε ότι ο Τραμπ δεν αποτέλεσε παράγοντα που επηρέασε την επιλογή του, ενώ μόλις το 16% είπε ότι ψήφισε με σκοπό να εκφράσει τη στήριξή του προς αυτόν.

Η εικόνα αυτή συνιστά σαφή ένδειξη ότι ο πρόεδρος δεν κατάφερε να μετατρέψει την προσωπική του πολιτική επιρροή σε εκλογικό πλεονέκτημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Διαφθορά, δυσαρέσκεια και πόλεμος στο Ιράν

Πέρα από την οικονομία, η συνολικότερη αξιολόγηση της πορείας της χώρας αποκαλύπτει ένα ιδιαίτερα αρνητικό κλίμα. Το 38% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αισθάνεται οργή για την κατάσταση στις ΗΠΑ, ενώ ένα επιπλέον 37% εξέφρασε δυσαρέσκεια. Μόλις το 18% δήλωσε ικανοποιημένο και το 7% αισθάνθηκε ενθουσιασμό για την πορεία της χώρας.

Με άλλα λόγια, το 75% των ψηφοφόρων εμφανίζεται δυσαρεστημένο ή οργισμένο με την υφιστάμενη κατάσταση. Παράλληλα, το 90% χαρακτήρισε τη διαφθορά στην κυβέρνηση κρίσιμο ή σημαντικό παράγοντα για την εκλογική του επιλογή.

Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εξαιτίας των καταγγελιών για οικονομικό όφελος του Τραμπ και προσώπων του στενού περιβάλλοντός του από τη συμμετοχή τους στην εξουσία. Οι ανησυχίες για την ηθική διάσταση της άσκησης της προεδρικής εξουσίας ενίσχυσαν την αμφισβήτηση απέναντι στον Λευκό Οίκο.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν. Το 63% των ψηφοφόρων θεωρεί ότι οι ΗΠΑ έλαβαν λανθασμένη απόφαση προχωρώντας σε στρατιωτική δράση, ενώ το 37% υποστηρίζει ότι η απόφαση ήταν σωστή.

Επιπλέον, το 74% χαρακτήρισε τη σύγκρουση κρίσιμο ή σημαντικό παράγοντα στην ψήφο του για το Κογκρέσο. Μόλις το 26% δήλωσε ότι ο πόλεμος είχε περιορισμένη σημασία ή δεν επηρέασε καθόλου την επιλογή του.

Η πολεμική εμπλοκή επιβάρυνε και την οικονομική εικόνα της κυβέρνησης, καθώς η αναταραχή στις ενεργειακές αγορές συνδέθηκε με την άνοδο των τιμών στα καύσιμα. Για πολλούς ψηφοφόρους, η επιλογή του Τραμπ να εμπλέξει τη χώρα σε μια νέα σύγκρουση βρέθηκε σε ευθεία αντίθεση με τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί γύρω από την υπόσχεσή του για οικονομική σταθερότητα.

Ποιες κατηγορίες ψηφοφόρων εγκατέλειψαν τους Ρεπουμπλικανούς

Η ανάλυση των εκλογικών τάσεων ανά ηλικία και φύλο αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις, οι οποίες συνέβαλαν στη διεύρυνση της δημοκρατικής επικράτησης.

Οι γυναίκες στήριξαν τους υποψηφίους των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε ποσοστό 58%, έναντι 40% που επέλεξαν Ρεπουμπλικανούς. Αντίθετα, οι άνδρες εμφανίστηκαν σχεδόν ισομερώς κατανεμημένοι ανάμεσα στα δύο κόμματα, με τις επιλογές τους να μοιράζονται περίπου στη μέση.

Η ηλικία αποτέλεσε επίσης καθοριστικό παράγοντα. Σχεδόν τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων κάτω των 45 ετών δήλωσαν ότι ψήφισαν Δημοκρατικούς. Στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών, οι Δημοκρατικοί επικράτησαν με 51%, έναντι 48% των Ρεπουμπλικανών.

Αντίθετα, στους πολίτες άνω των 65 ετών, λίγο περισσότεροι από τους μισούς επέλεξαν τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ το 48% ψήφισε Δημοκρατικούς. Πρόκειται για μία από τις ομάδες στις οποίες το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα διατήρησε μεγαλύτερη εκλογική αντοχή.

Οι νέοι ψηφοφόροι έχουν απογοητευτεί με την πολιτική ατζέντα Τραμπ. Πριν από δύο χρόνια, οι ψηφοφόροι κάτω των 30 ετών ήταν σχεδόν ισομερώς μοιρασμένοι στην υποστήριξή τους προς τον Τραμπ και την Καμάλα Χάρις, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του Associated Press. Σε αυτές τις εκλογές, περίπου 7 στους 10 στην ίδια ηλικιακή ομάδα δήλωσαν ότι υποστήριξαν τον υποψήφιο της Δημοκρατικής Βουλής στην περιφέρειά τους.

Αυτή τη φορά, το κύριο κίνητρο που στέλνει νεότερους ψηφοφόρους στις κάλπες ήταν η δυσαρέσκεια για τον Τραμπ. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του AP, περίπου το 60% των ψηφοφόρων ηλικίας 18 έως 29 ετών δήλωσαν ότι θα χρησιμοποιούσαν την ψήφο τους στη Βουλή για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον Τραμπ, σε σύγκριση με το 39% των ατόμων άνω των 65 ετών.

Ανάλογη διαφοροποίηση καταγράφεται και με βάση την εθνοτική και πολιτισμική προέλευση. Οι λευκοί ψηφοφόροι επέλεξαν τους Ρεπουμπλικανούς σε ποσοστό 51%, έναντι 48% για τους Δημοκρατικούς. Στις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες, ωστόσο, η δημοκρατική υποψηφιότητα συγκέντρωσε μεγαλύτερη υποστήριξη.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ισπανόφωνων και Λατινοαμερικανών ψηφοφόρων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το 62% αυτής της ομάδας ψήφισε Δημοκρατικούς, έναντι μόλις 35% που επέλεξε Ρεπουμπλικανούς.

Το μορφωτικό επίπεδο αποδείχθηκε επίσης σημαντικός παράγοντας. Οι ψηφοφόροι χωρίς πανεπιστημιακό τίτλο στήριξαν περισσότερο τους Ρεπουμπλικανούς, με ποσοστό 51%, έναντι 47% για τους Δημοκρατικούς. Αντίθετα, μεταξύ όσων διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο, το 62% επέλεξε Δημοκρατικούς και το 36% Ρεπουμπλικανούς.

Οι συγκεκριμένοι αριθμοί αφορούν την εθνική εικόνα και δεν αποτυπώνουν απαραίτητα τις επιμέρους ισορροπίες σε κάθε πολιτεία. Ωστόσο, δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να συγκροτήσουν μια ευρύτερη εκλογική συμμαχία, προσελκύοντας γυναίκες, νεότερους ψηφοφόρους, ισπανόφωνους και πολίτες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο.

Η ιστορική ήττα των Ρεπουμπλικανών και η προσωπική ευθύνη Τραμπ

Η πολιτική διάσταση του αποτελέσματος αποτυπώθηκε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στην ανάλυση της συνολικής εκλογικής αναμέτρησης. Η δημοκρατική επικράτηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία αποτέλεσε μια ηχηρή αποδοκιμασία του προέδρου, ο οποίος είχε επιλέξει να προσωποποιήσει την προεκλογική εκστρατεία και να παρουσιάσει τις ενδιάμεσες εκλογές ως δοκιμασία της δικής του πολιτικής επιρροής.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των New York Times, τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, η διαφορά των Δημοκρατικών στην πανεθνική ψηφοφορία για τις έδρες της Βουλής αναμενόταν να φθάσει περίπου τις 13 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί σε εκλογές για το Κογκρέσο από το 1976 τουλάχιστον.

Το μέγεθος της επικράτησης ξεπερνά ακόμη και τις μεγάλες νίκες των Ρεπουμπλικανών το 1994, όταν πρόεδρος ήταν ο Μπιλ Κλίντον, και το 2010, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα.

Η ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών, ωστόσο, ενδέχεται να περιορίσει τον αριθμό των εδρών που θα καταφέρουν να κερδίσουν οι Δημοκρατικοί σε σύγκριση με εκείνες που είχαν κατακτήσει οι Ρεπουμπλικανοί στις δύο προηγούμενες μεγάλες εκλογικές ανατροπές. Οι περιφέρειες που έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που ευνοεί το ένα ή το άλλο κόμμα αφήνουν πλέον λιγότερες δυνατότητες εκλογικής ανατροπής σε ανταγωνιστικές περιοχές.

Παρά τον περιορισμό αυτό, η συνολική διαφορά αποτυπώνει μια βαθύτερη πολιτική μεταβολή. Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει δύο χρόνια στην προεδρία και να ασκεί σημαντική εξουσία, αλλά το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί ένδειξη ότι η πολιτική κυριαρχία του εισέρχεται σε περίοδο αμφισβήτησης.

Ο Ντάγκλας Σόσνικ, πρώην πολιτικός διευθυντής του Λευκού Οίκου επί Μπιλ Κλίντον, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα ουσιαστικά αποκήρυξη του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών για την πολιτική που ακολούθησαν τα τελευταία δύο χρόνια. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι ξεκινά μια νέα, μεταβατική και περισσότερο ασταθής πολιτική περίοδος.

Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την ήττα, υποστηρίζοντας ότι δεν βρισκόταν ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο. Σε συνέντευξή του στους New York Times το βράδυ των εκλογών, υποστήριξε ότι η απουσία του από την κάλπη δεν επέτρεψε στους Ρεπουμπλικανούς να κινητοποιήσουν αρκετούς ψηφοφόρους.

Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δύσκολα συμβιβάζεται με την προεκλογική στρατηγική του ίδιου του προέδρου. Επί εβδομάδες ζητούσε από τους υποστηρικτές του να ψηφίσουν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος, επιδιώκοντας να μετατρέψει την προσωπική του δημοφιλία σε στήριξη για τους Ρεπουμπλικανούς.

Παράλληλα, ήταν ο ίδιος που επέλεξε τους υποψηφίους, καθόρισε τα βασικά ζητήματα της εκστρατείας και διαμόρφωσε την πολιτική στρατηγική και το μήνυμα του κόμματος. Η απαίτησή του για απόλυτη προσωπική αφοσίωση περιόρισε, επιπλέον, τη δυνατότητα αρκετών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων να διαφοροποιηθούν από τις επιλογές του.

Η ήττα των προσωπικών επιλογών του προέδρου

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της εκλογικής ανατροπής ήταν η αποτυχία υποψηφίων που είχαν επιλεγεί ή υποστηριχθεί προσωπικά από τον Τραμπ.

Στο Τέξας, ο Κεν Πάξτον, γενικός εισαγγελέας της πολιτείας και συντηρητικός πολιτικός, ηττήθηκε από τον Δημοκρατικό Τζέιμς Ταλαρίκο, παρά τη στήριξη που είχε λάβει από τον πρόεδρο. Η ήττα αυτή έβαλε τέλος σε μια εκλογική κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στη συγκεκριμένη αναμέτρηση που διαρκούσε 38 χρόνια.

Στη Νότια Καρολίνα, η Ντάρλιν Γκράχαμ δεν κατάφερε να επικρατήσει απέναντι στην Άνι Άντριους. Η Γκράχαμ, αδελφή του εκλιπόντος γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ και στενή σύμμαχος του Τραμπ, είχε επιλεγεί από τον πρόεδρο για να διεκδικήσει την έδρα. Η ήττα της σηματοδότησε την απώλεια μιας έδρας που οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν επί σχεδόν 30 χρόνια.

Στην ίδια πολιτεία, η υποστήριξη του Τραμπ δεν στάθηκε αρκετή για να ανατρέψει τις εκλογικές ισορροπίες. Η παρέμβασή του υπέρ της Γκράχαμ, έναντι άλλων δυνητικά περισσότερο εκλόγιμων υποψηφίων, ανέδειξε τους κινδύνους της προσωποποιημένης επιλογής υποψηφίων.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η εξέλιξη στο Κάνσας. Για πρώτη φορά μετά από 94 χρόνια, Δημοκρατικός υποψήφιος κέρδισε έδρα στη Γερουσία της πολιτείας, με τον Άνταμ Χάμιλτον να επικρατεί του Ρότζερ Μάρσαλ.

Οπαδοί των Δημοκρατικών γιορτάζουν τη νίκη τους στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 στις ΗΠΑ © EPA/JIM LO SCALZO

Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν επίσης νίκες στην Αϊόβα και τη Βόρεια Καρολίνα, πολιτείες που δεν είχαν εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 2008. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο Μάικλ Γουάτλεϊ, τον οποίο είχε επιλέξει ο Τραμπ για να αντιμετωπίσει τον Δημοκρατικό Ρόι Κούπερ, δεν κατάφερε να αποτρέψει την επικράτηση του αντιπάλου του.

Συνολικά, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν επτά έδρες στη Γερουσία, περισσότερες από δύο δωδεκάδες έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και αύξησαν τον αριθμό των κυβερνητών που προέρχονται από το κόμμα τους. Η επικράτηση αυτή τούς έδωσε τον έλεγχο και των δύο νομοθετικών σωμάτων, ενισχύοντας τη δυνατότητά τους να μπλοκάρουν ή να αμφισβητούν την πολιτική ατζέντα του Λευκού Οίκου.

Στο Μίσιγκαν, ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ επικράτησε σε μία από τις αναμετρήσεις που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, παρά την έντονα ισλαμοφοβική προεκλογική εκστρατεία που είχε διεξαχθεί εναντίον του.

Το πολιτικό μέλλον του Τραμπ και τα διλήμματα των Δημοκρατικών

Παρά την έκταση της ήττας, η εκλογική ανατροπή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η πολιτική συμμαχία MAGA διαλύεται ή ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα εγκαταλείψουν τη στρατηγική που διαμόρφωσε ο Τραμπ.

Η καθηγήτρια Αμερικανικής Πολιτικής και Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες, Λιν Βάβρεκ, εκτίμησε ότι οι εξαιρετικά υψηλές τιμές των καυσίμων αποτέλεσαν τον σημαντικότερο παράγοντα της εκλογικής αναμέτρησης. Επομένως, προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως το αποτέλεσμα σηματοδοτεί μια συνολική ιδεολογική μετατόπιση της αμερικανικής κοινωνίας.

Όπως σημείωσε, η πολιτική λάμψη του Τραμπ έχει περιοριστεί και οι ψηφοφόροι εμφανίζονται λιγότερο ενθουσιασμένοι μαζί του. Αυτό, ωστόσο, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα εγκαταλείψουν τις πολιτικές που συνδέονται με την ταυτότητα του κινήματος MAGA, ιδίως στο μεταναστευτικό και στα ζητήματα διαφορετικότητας.

Ο πρόεδρος του Club for Growth, Ντέιβιντ ΜακΙντος, από την πλευρά του, υποστήριξε στους New York Times ότι οι επικριτές του Τραμπ έχουν προβλέψει επανειλημμένα το πολιτικό τέλος του, χωρίς να δικαιωθούν. Κατά την άποψή του, η απάντηση για τους Ρεπουμπλικανούς βρίσκεται στην επιστροφή στις παραδοσιακές συντηρητικές οικονομικές αρχές, ενόψει και των προεδρικών εκλογών του 2028.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρώην σύμβουλος εσωτερικής πολιτικής του Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του, Τζο Γκρόγκαν, υποστήριξε ότι ο πρόεδρος έχει ήδη μεταμορφώσει το πολιτικό τοπίο, προωθώντας ζητήματα όπως οι ευνοϊκότερες εμπορικές συμφωνίες και η αύξηση των αμυντικών δαπανών από τους συμμάχους του ΝΑΤΟ. Κατά την εκτίμησή του, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν πρόκειται να επιστρέψει στην προηγούμενη μορφή του, ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα.

Η καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Φόρνταμ, Κριστίνα Γκριρ, επισήμανε επίσης ότι ο Τραμπ έχει μεταμορφώσει το κόμμα σύμφωνα με τη δική του πολιτική αντίληψη, ενισχύοντας όσους επιδεικνύουν προσωπική αφοσίωση και απομακρύνοντας όσους εμφανίζουν ανεξάρτητη στάση.

Από την πλευρά των Δημοκρατικών, η εκλογική επιτυχία δημιουργεί πλέον ένα διαφορετικό πρόβλημα: πώς θα αξιοποιήσουν την επικράτηση και ποια πολιτική ταυτότητα θα διαμορφώσουν για την επόμενη περίοδο.

Η βασική συσπείρωση των ψηφοφόρων τους στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αντίθεση προς τον Τραμπ. Οι προοδευτικοί του κόμματος αποδίδουν τη νίκη στη δυναμική της αριστερής πτέρυγας, ενώ οι μετριοπαθείς θεωρούν ότι καθοριστική υπήρξε η προσέλκυση δυσαρεστημένων Ρεπουμπλικανών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας.

Ο πρώην δήμαρχος του Σικάγου και πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ Ραμ Εμανουέλ έθεσε το βασικό δίλημμα για την επόμενη ημέρα: εάν οι Δημοκρατικοί θα αντιμετωπίσουν την εκλογική νίκη ως μια συγκυριακή επιτυχία ή ως αφετηρία μιας βαθύτερης πολιτικής αναδιάταξης. Όπως υποστήριξε, οι επιλογές του κόμματος το 2027 θα καθορίσουν την κατεύθυνση αυτής της προσπάθειας.

Η ιστορία, πάντως, υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες ενδιάμεσες εκλογικές ανατροπές δεν προαναγγέλλουν πάντοτε μόνιμες πολιτικές αλλαγές. Το 1974, μετά το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν μεγάλη νίκη, αλλά έξι χρόνια αργότερα ο Ρόναλντ Ρίγκαν επέστρεψε τους Ρεπουμπλικανούς στον Λευκό Οίκο. Αντίστοιχα, οι εκλογικές επικρατήσεις των Ρεπουμπλικανών το 1994 και το 2010 δεν εμπόδισαν τον Μπιλ Κλίντον και τον Μπαράκ Ομπάμα να επανεκλεγούν δύο χρόνια αργότερα.

Το βέβαιο είναι ότι οι εκλογές του 2026 ανέδειξαν τα όρια της πολιτικής επιρροής του Τραμπ. Η ακρίβεια, η δυσαρέσκεια για την οικονομία, η πολεμική εμπλοκή στο Ιράν και οι ανησυχίες για τη διαφθορά απομάκρυναν σημαντικά τμήματα του εκλογικού σώματος από τους Ρεπουμπλικανούς. Η ήττα υποψηφίων που είχαν την προσωπική υποστήριξη του προέδρου επιβεβαίωσε ότι η πολιτική του επιρροή δεν μεταφράζεται πλέον αυτομάτως σε εκλογικές νίκες.

Ο πρώην κυβερνήτης του Μίσιγκαν Τζέιμς Μπλάνσαρντ, ο οποίος είχε εκλεγεί για πρώτη φορά στο Κογκρέσο κατά τη δημοκρατική νίκη του 1974, συνέκρινε τη σημερινή πολιτική συγκυρία με εκείνη της μετα-Γουότεργκεϊτ περιόδου. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι η αμερικανική πολιτική δεν μπορεί απλώς να επιστρέψει στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον Τραμπ.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν ο πρόεδρος υπέστη μια ιστορική εκλογική ήττα, αλλά εάν οι Ρεπουμπλικανοί μπορούν να διατηρήσουν την εκλογική συμμαχία που οικοδόμησε ο ίδιος. Ο Τραμπ παραμένει στον Λευκό Οίκο για δύο ακόμη χρόνια και εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες. Ωστόσο, οι κάλπες έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: η πολιτική κυριαρχία του δεν θεωρείται πλέον δεδομένη και η περίοδος της αδιαμφισβήτητης επιρροής του ενδέχεται να πλησιάζει στο τέλος της.