Με τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί προετοιμάζονται για μια περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης με τον Ντόναλντ Τραμπ, κατά τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρικής του θητείας. Η εκλογική τους επικράτηση τους δίνει τη δυνατότητα να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης, να μπλοκάρουν διορισμούς και να πιέσουν τον Λευκό Οίκο σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής, σημειώνει σε άρθρο της η Wall Street Journal.
Προτεραιότητα αναμένεται να αποτελέσουν οι έρευνες για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Τραμπ, τις οικονομικές συναλλαγές της οικογένειάς του, τις σχέσεις του με τον Έλον Μασκ, αλλά και αμφιλεγόμενα κυβερνητικά έργα, όπως η κατασκευή της νέας αίθουσας χορού στον Λευκό Οίκο. Οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν επίσης τη δυνατότητα να εκδίδουν κλητεύσεις και να καλούν κυβερνητικά στελέχη σε ακροάσεις.
Κοινωνικές παροχές και υγειονομική ασφάλιση στο προσκήνιο
Στο οικονομικό πεδίο, σχεδιάζουν να επιχειρήσουν την ανατροπή επιμέρους προβλέψεων της φορολογικής νομοθεσίας του Τραμπ, δίνοντας έμφαση στις περικοπές κοινωνικών παροχών, στις αλλαγές στο Medicaid και στην επαναφορά επιδοτήσεων για την ασφάλιση υγείας. Θέλουν παράλληλα να προωθήσουν αυστηρότερο πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη, με μεγαλύτερο έλεγχο στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες και στα data centers.
Ιδιαίτερα δύσκολη αναμένεται η αντιπαράθεση για τον πόλεμο στο Ιράν και τους δασμούς. Οι Δημοκρατικοί έχουν προαναγγείλει πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της αμερικανικής εμπλοκής στη σύγκρουση, καθώς και για την ανατροπή εμπορικών μέτρων που επιβαρύνουν τους καταναλωτές.
Ωστόσο, ο Τραμπ διατηρεί σημαντικές προεδρικές εξουσίες και τη δυνατότητα άσκησης βέτο, που για να ανατραπεί χρειάζονται τα δύο τρίτα τόσο των βουλευτών όσο και των γερουσιαστών στα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Ο έλεγχος της Γερουσίας επιτρέπει στους Δημοκρατικούς να εμποδίσουν ή να καθυστερήσουν τον διορισμό δικαστών και ανώτατων κυβερνητικών αξιωματούχων της επιλογής του προέδρου.
Το νέο πολιτικό σκηνικό προμηνύει, συνεπώς, δύο χρόνια αυξημένης έντασης στην Ουάσιγκτον, με τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό και το όριο του δημόσιου χρέους να αποτελούν ακόμη ένα πεδίο σύγκρουσης, καταλήγει η WSJ.
