Η πράσινη μετάβαση της Ευρώπης οικοδομείται με κινεζικά υλικά. Και όσο η ήπειρος επιταχύνει την πορεία της προς την κλιματική ουδετερότητα, τόσο βαθύτερα ενσωματώνεται συχνά -χωρίς επαρκή συνειδητοποίηση- σ’ ένα πλέγμα τεχνολογικών, βιομηχανικών και ψηφιακών εξαρτήσεων από την Κίνα. Το νέο briefing του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Μελετών Ασφάλειας (EUISS), με τίτλο «The Dragon in the Grid – Limiting China’s influence in Europe’s energy system», περιγράφει με ασυνήθιστη ωμότητα μια πραγματικότητα που μέχρι πρόσφατα παρέμενε στη σκιά: το Πεκίνο δεν βρίσκεται απλώς στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης, αλλά έχει ήδη εγκατασταθεί στον πυρήνα της.
Το πλέον ανησυχητικό, σύμφωνα με την έκθεση, είναι ότι η κινεζική επιρροή δεν περιορίζεται στις γραμμές παραγωγής εξοπλισμού, αλλά έχει διεισδύσει άμεσα στις ίδιες τις υποδομές των ευρωπαϊκών δικτύων. Κινεζικές κρατικές εταιρείες διατηρούν σήμερα σημαντικές συμμετοχές σε Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς σε πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: στην Πορτογαλία μέσω της REN, στην Ιταλία μέσω της CDP Reti στην Terna, στο Λουξεμβούργο μέσω της Creos, στη Μάλτα μέσω της Enemalta και στην Ελλάδα μέσω του ΑΔΜΗΕ. Σημειώνεται πως η κινεζική State Grid έχει το 24% του ΑΔΜΗΕ.
Πράγματι, οι κινεζικές εταιρείες κυριαρχούν σήμερα σε κρίσιμα συστήματα που υποστηρίζουν τη λειτουργία των ηλεκτρικών δικτύων της Ευρώπης την ίδια στιγμή που στις Βρυξέλλες παρουσιάζονται φιλόδοξα σχέδια για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής εξοπλισμού και τη θωράκιση των υποδομών απέναντι σε κινδύνους κυβερνοεπιθέσεων μέσω τεχνολογιών από τρίτες χώρες. Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι κινεζικοί όμιλοι δεν περιορίζονται σε ρόλο απλών προμηθευτών, αλλά κερδίζουν έργα που χρηματοδοτούνται απευθείας από κοινοτικούς πόρους και αξιοποιούν τις συμβάσεις που υπογράφουν στην Ελλάδα ως «διαβατήριο» για την είσοδό τους σε άλλες αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χτίζοντας σταδιακά δίκτυο αναφορών και τεχνολογικών εγκαταστάσεων σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή περιφέρεια.
Μέχρι το 2030 το ελληνικό σύστημα παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθώς και το διασυνδεδεμένο με την υπόλοιπη Ευρώπη σύστημα μεταφοράς– κινδυνεύει να λειτουργεί με κρίσιμο εξοπλισμό που θα είναι σε ποσοστό 90% έως 100% κατασκευασμένος στην Κίνα, δημιουργώντας μια δομική εξάρτηση δύσκολα αναστρέψιμη. Την ίδια ώρα, στην αγορά ενέργειας διαμορφώνεται η αίσθηση ότι το πεδίο των ελληνικών διαγωνισμών για έργα δικτύων και υποδομών τείνει σταδιακά να «κλειδώνει» υπέρ συγκεκριμένων παικτών. Όμιλοι που στο παρελθόν διεκδικούσαν ενεργά έργα απέναντι σε κινεζικές εταιρείες εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικοί, εκτιμώντας ότι οι όροι του ανταγωνισμού έχουν μεταβληθεί και ότι οι πιθανότητες ουσιαστικής διεκδίκησης είναι περιορισμένες. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα η συμμετοχή κινεζικών σχημάτων λειτουργεί αποτρεπτικά για άλλους ενδιαφερόμενους, περιορίζοντας στην πράξη το εύρος των επιλογών στους τελικούς διαγωνισμούς.
Σε αντίθεση με την ελληνική εικόνα, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες παρατηρείται πλέον σαφής μετατόπιση πολιτικής. Η Γερμανία ακύρωσε πρόσφατα μεγάλη συμφωνία προμήθειας ανεμογεννητριών από κινεζικό όμιλο για υπεράκτιο αιολικό πάρκο, με την κατασκευάστρια εταιρεία να επιλέγει τελικά εξοπλισμό της Siemens Gamesa για λόγους κυβερνοασφάλειας. Αντίστοιχες συζητήσεις και παρεμβάσεις έχουν ανοίξει στην Ολλανδία και στη Βρετανία, ενώ η Λιθουανία έχει ήδη θεσπίσει νομοθεσία που μπλοκάρει την εξ αποστάσεως πρόσβαση κινεζικών εταιρειών σε φωτοβολταϊκά πάρκα και άλλες κρίσιμες ηλεκτρικές υποδομές.
Οι τρεις κίνδυνοι
Η έκθεση εντοπίζει τρεις συστημικούς κινδύνους που υπερβαίνουν την απλή μετοχική συμμετοχή και αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της λειτουργίας του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος. Πρώτον, τη δυνατότητα απόκτησης ουσιαστικού λόγου στη χάραξη της στρατηγικής των Διαχειριστών σε μια κρίσιμη καμπή για τον επανασχεδιασμό της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής δικτύων, την ώρα που το νέο «πακέτο δικτύων» της Κομισιόν προβλέπει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε διασυνδέσεις, αποθήκευση και ευφυείς υποδομές. Στην περίπτωση της REN, η συμμετοχή της State Grid of China με ποσοστό 25% δεν αποτελεί απλώς χρηματοοικονομική τοποθέτηση, αλλά συνεπάγεται δικαιώματα ψήφου και επιρροή σε κρίσιμες αποφάσεις για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των δικτύων.
Δεύτερον, την πρόσβαση σε ιδιαίτερα ευαίσθητα επιχειρησιακά και διασυνοριακά δεδομένα. Οι Διαχειριστές, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων συνεργασίας ENTSO-E και ENTSO-G, διαχειρίζονται πληροφορίες που αφορούν όχι μόνο την εθνική λειτουργία των συστημάτων αλλά και τη συνολική ισορροπία της ευρωπαϊκής αγοράς. Κάθε ενδεχόμενη διαρροή τέτοιων δεδομένων, προειδοποιεί η έκθεση, δεν θα συνιστούσε απλώς τεχνικό πρόβλημα, αλλά σοβαρή συστημική αδυναμία για το σύνολο της Ένωσης. Παράλληλα, η ίδια η λειτουργία της ενιαίας αγοράς προϋποθέτει υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των Διαχειριστών – μια εμπιστοσύνη που, σύμφωνα με το EUISS, διαβρώνεται από την παρουσία γεωπολιτικά «υψηλού ρίσκου» επενδυτών, όπως είχε ήδη καταδείξει η έντονη αντιπαράθεση γύρω από την απόπειρα εισόδου κινεζικών κεφαλαίων στον γερμανικό Διαχειριστή 50Hertz.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr