Υδρογόνο: Πότε θα είναι έτοιμοι οι αγωγοί – Τα κενά στην ελληνική αγορά & τα κρίσιμα έργα

Πότε θα είναι έτοιμες οι υποδομές υδρογόνου στην Ελλάδα και γιατί χωρίς ώριμη αγορά δεν λαμβάνονται επενδυτικές αποφάσεις

Υδρογόνο © 123rf

Η μετάβαση από το φυσικό αέριο στα ανανεώσιμα αέρια δεν βρίσκεται πια μόνο στο επίπεδο των ευρωπαϊκών στρατηγικών και των πολιτικών διακηρύξεων. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα από συγκεκριμένα έργα δικτύων, μελέτες ετοιμότητας και «πιλοτικές» παρεμβάσεις, που δείχνουν πότε, πού και με ποιους όρους οι υποδομές μπορούν πραγματικά να υποδεχθούν υδρογόνο. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πότε θα είναι έτοιμοι οι αγωγοί και κυρίως πότε θα είναι έτοιμη η ίδια η αγορά, ώστε να «σηκώσει» τις πράσινες επενδύσεις δισεκατομμυρίων.

«Τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν ότι αρχίζουν να διαμορφώνονται οι πρώτες ρεαλιστικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει υπόσταση η παραγωγή υδρογόνου στη χώρα, υπό τρεις όμως σαφείς όρους», τονίζουν πηγές στο energygame.gr. Πρώτον, ότι θα προχωρήσουν τα έργα μεταφοράς και οι εξαγωγικοί διάδρομοι, ώστε να υπάρχει πραγματική διέξοδος για τις παραγόμενες ποσότητες. Δεύτερον, ότι θα ωριμάσει η εγχώρια και περιφερειακή ζήτηση, ιδίως από τη βιομηχανία και την ηλεκτροπαραγωγή, ώστε να στηριχθεί ένα βιώσιμο εμπορικό μοντέλο. Και τρίτον, ότι θα κλείσουν τα θεσμικά και χρηματοδοτικά κενά, τα οποία σήμερα εξακολουθούν να λειτουργούν ως τροχοπέδη για τη λήψη δεσμευτικών επενδυτικών αποφάσεων. Όπως συνοψίζουν πηγές της αγοράς, «τα δίκτυα μπορεί να γίνουν έτοιμα πριν από την αγορά». Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι πότε θα ανοίξει ο πρώτος αγωγός υδρογόνου, αλλά ποιος θα βάλει το υδρογόνο μέσα σε αυτόν και ποιος θα είναι διατεθειμένος να το αγοράσει σε ανταγωνιστική τιμή.

Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται οι υποδομές. Πρώτα απ’ όλα, ο Διαδριατικός Αγωγός (TAP), που αποτελεί το δυτικό άκρο του Νοτίου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου και συνδέει την Κασπία με την Ιταλία μέσω Ελλάδας και Αλβανίας, θεωρείται μία ώριμη υφιστάμενη υποδομή για μελλοντικές ροές υδρογόνου. Η στρατηγική του βασίζεται σε σταδιακή μετάβαση, με πρώτο βήμα την ανάμειξη υδρογόνου με φυσικό αέριο (blending) και, σε βάθος χρόνου, τη δυνατότητα μεταφοράς καθαρού υδρογόνου. Ήδη από το 2021, μελέτες ετοιμότητας έδειξαν ότι ο αγωγός διαθέτει τις βασικές τεχνικές προδιαγραφές για να υποστηρίξει μείγματα φυσικού αερίου και υδρογόνου. Το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι η «hydrogen gap analysis», που έχει ανατεθεί στην εταιρεία Penspen και ξεκίνησε στις αρχές του 2025, για να εντοπιστούν τα τμήματα και ο εξοπλισμός που χρειάζονται αναβάθμιση. Το 2026-2027 θεωρείται καθοριστικό έτος για αποφάσεις σχετικά με το αν και σε ποιον βαθμό ο TAP μπορεί να προχωρήσει σε εμπορική μεταφορά μειγμάτων υδρογόνου. Σύμφωνα με τη διοίκησή του, η πλήρης μετάβαση σε 100% υδρογόνο αποτελεί μακροπρόθεσμο σενάριο, που θα εξαρτηθεί κυρίως από τη ζήτηση της αγοράς και τις ποσότητες στην ευρύτερη περιοχή.

Σε αντίθεση με τον TAP, ο αγωγός H2DRIA (που αναμένεται να συνδέσει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία) δεν σχεδιάζεται ως υποδομή φυσικού αερίου που θα μετατραπεί εκ των υστέρων, αλλά ως ένας νέος αγωγός αποκλειστικά για τη μεταφορά 100% καθαρού υδρογόνου. Το έργο, μήκους περίπου 570 χιλιομέτρων από τους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας έως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, έχει ενταχθεί στις λίστες Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που του εξασφαλίζει επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Τον Ιούνιο του 2025 ο ΔΕΣΦΑ ανέθεσε τη μελέτη βασικού σχεδιασμού στην C&M Engineering, με τον επίσημο στόχο να τοποθετεί την έναρξη λειτουργίας του διασυνοριακού τμήματος Ελλάδας–Βουλγαρίας στο τέλος του 2029. Η αρχική δυναμικότητα του αγωγού έχει προσδιοριστεί στα 80 GWh υδρογόνου την ημέρα, με προϋπολογισμό που προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι, παρά την ένταξη του έργου στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) και την πρόοδο των μελετών, δεν έχει ληφθεί ακόμη επενδυτική απόφαση. Όπως τονίζουν χαρακτηριστικά, πρόκειται για έργο εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι ο H2DRIA «θα ακολουθήσει την αγορά και όχι το αντίστροφο», με τον ρυθμό υλοποίησης να εξαρτάται άμεσα από το αν και πότε θα υπάρξει επαρκής παραγωγή και ζήτηση υδρογόνου στην Ελλάδα και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr