Η Ελλάδα έχει πλέον διανύσει τρεις δεκαετίες επενδύσεων στη συλλογή και επεξεργασία λυμάτων και συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες της Ευρώπης ως προς τη σύνδεση πληθυσμού με εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που αξιοποιεί η μελέτη της διανέοσις «Διαχείριση Υγρών Αποβλήτων στην Ελλάδα: Υφιστάμενη Κατάσταση, Προβλήματα και Προτάσεις Πολιτικής», το 95% του πληθυσμού είναι συνδεδεμένο τουλάχιστον με δευτεροβάθμια επεξεργασία, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στην τέταρτη θέση στην ΕΕ. Ωστόσο, η συνολική αποτίμηση δείχνει ότι η επόμενη φάση δεν είναι πλέον ζήτημα κάλυψης, αλλά ποιότητας, λειτουργικότητας και τεχνολογικής αναβάθμισης. Πίσω από τους υψηλούς δείκτες σύνδεσης, η χώρα έρχεται αντιμέτωπη με τέσσερα διακριτά και μετρήσιμα κενά: την απόσταση μεταξύ πληθυσμιακής κάλυψης και πλήρους λειτουργικής συμμόρφωσης των οικισμών, τις διαρθρωτικές αδυναμίες στους μικρούς οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, τη χαμηλή αξιοποίηση και επεξεργασία της παραγόμενης ιλύος, όπου μόλις το 57% των εγκαταστάσεων εφαρμόζει σύγχρονες μεθόδους και μόνο οκτώ μονάδες προχωρούν σε επαναχρησιμοποίηση και, τέλος, την περιορισμένη ενσωμάτωση της κυκλικής οικονομίας σε μια χώρα όπου η γεωργία απορροφά το 86% των υδατικών πόρων.
Παρά το υψηλό ποσοστό σύνδεσης, μόλις περίπου οι μισοί οικισμοί που υπάγονται στις κατηγορίες προτεραιότητας της ευρωπαϊκής νομοθεσίας (οικισμοί άνω συγκεκριμένων ισοδύναμων κατοίκων βάσει της Οδηγίας 91/271/ΕΟΚ) βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους συμμόρφωσης. Το ποσοστό συμμόρφωσης αυξήθηκε από 44% το 2020 σε 53% το 2023, εξέλιξη θετική αλλά ανεπαρκής, καθώς ένας στους δύο οικισμούς εξακολουθεί να εμφανίζει εκκρεμότητες είτε σε επίπεδο ολοκλήρωσης υποδομών είτε σε επίπεδο σταθερής και τεκμηριωμένης λειτουργικής απόδοσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων. Οι οικισμοί Δ΄ προτεραιότητας δεν δικαιούνται χρηματοδότηση για δίκτυα αποχέτευσης, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως σε τουριστικές περιοχές, ο πραγματικός εποχικός πληθυσμός υπερβαίνει σημαντικά τον μόνιμο. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία περιβαλλοντικών πιέσεων σε παράκτιες και νησιωτικές ζώνες χωρίς επαρκείς αποκεντρωμένες ή προσαρμοσμένες λύσεις. Η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη ειδικών τεχνικών προσεγγίσεων, όπως ευέλικτα και μικρής κλίμακας συστήματα, προκειμένου να καλυφθεί το θεσμικό και λειτουργικό κενό.
Στο επίπεδο των υφιστάμενων υποδομών, η Ελλάδα διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο δημόσιων Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων (ΕΕΛ), με κυρίαρχη τη δευτεροβάθμια βιολογική επεξεργασία και, σε αρκετές περιπτώσεις, απομάκρυνση αζώτου και φωσφόρου. Παρά ταύτα, καταγράφονται προβλήματα ημιτελών συνδέσεων, παλαιότητας ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και ελλιπούς συντήρησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έργα έχουν κατασκευαστεί αλλά δεν λειτουργούν στο σχεδιασμένο τους φορτίο λόγω έλλειψης προσωπικού, ανεπαρκούς παρακολούθησης ή μη ολοκλήρωσης των εσωτερικών δικτύων.
Παράλληλα, οι απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης λόγω διαρροών επιβαρύνουν το συνολικό ισοζύγιο νερού. Σε μια χώρα όπου η γεωργία απορροφά το 86% των υδατικών πόρων, η χαμηλή αξιοποίηση του επεξεργασμένου νερού, ιδίως για αρδευτική χρήση, συνιστά στρατηγικό έλλειμμα. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την επαναχρησιμοποίηση νερού, που εφαρμόζεται από το 2023 και αφορά κυρίως γεωργική άρδευση, δημιουργεί σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, ωστόσο η πρακτική εφαρμογή παραμένει περιορισμένη.