Οι σημερινές εργασίες της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν σε πρώτο πλάνο την κρίση στη Μέση Ανατολή και καθώς ο πόλεμος εισέρχεται ήδη στην τρίτη εβδομάδα, το θερμόμετρο της έντασης ανεβαίνει επικίνδυνα. Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές κινούνται σε καθεστώς έντονης νευρικότητας, με τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να παρουσιάζουν διακυμάνσεις-«ασανσέρ», υπό το βάρος κάθε νέας γεωπολιτικής εξέλιξης. Μια δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ή ένα πλήγμα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, όπως αυτό χθες στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στον Περσικό Κόλπο, αρκεί για να ανατρέψει μέσα σε λίγες ώρες το κλίμα, επιτείνοντας την αβεβαιότητα.
Η Κομισιόν βρίσκεται με το χέρι στη σκανδάλη. Με το φυσικό αέριο να έχει καταγράψει άνοδο περίπου 60% και το πετρέλαιο έως και 40% μέσα σε λίγες εβδομάδες, η πίεση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες για άμεσες αποφάσεις εντείνεται. Η Ένωση είναι σε επιφυλακή, με το «οπλοστάσιο» των μέτρων που ενεργοποιήθηκαν κατά την ενεργειακή κρίση του 2022–2023 να επανέρχεται στο προσκήνιο. Η στόχευση, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην αντιμετώπιση των άμεσων πιέσεων, αλλά επεκτείνεται και στους διαρθρωτικούς παράγοντες που διατηρούν το ενεργειακό κόστος σε υψηλά επίπεδα, ιδίως για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Η συζήτηση στη Σύνοδο Κορυφής δεν αφορά μόνο τη διαχείριση μιας ακόμη ενεργειακής αναταραχής, αλλά την ίδια τη δυνατότητα της Ευρώπης να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους ενέργειας και αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος αποτελεί, άλλωστε, χρόνιο «αγκάθι» για την ευρωπαϊκή οικονομία, πολύ πριν από την πρόσφατη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με πολλές επιχειρήσεις να λειτουργούν στα όρια της ανταγωνιστικότητας έναντι άλλων μεγάλων οικονομιών. Ήδη πριν από την κρίση στον Κόλπο, οι κυβερνήσεις των «27» είχαν ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταθέσει ένα πλέγμα προτάσεων, τόσο άμεσης εφαρμογής όσο και μακροπρόθεσμου χαρακτήρα.
Η εξίσωση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Το ζητούμενο αυτής της απαιτητικής άσκησης συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο ετοιμότητα, ψυχραιμία και κοινή πλεύση. Τα «αναχώματα» απέναντι στην κρίση δεν μπορούν να διαταράξουν τους βασικούς κανόνες της αγοράς, καθώς η ισορροπία μεταξύ στήριξης και δημοσιονομικής και ρυθμιστικής σταθερότητας είναι εξαιρετικά λεπτή.
Με φόντο τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής καταιγίδας, κύκλοι της Αθήνας διαμηνύουν ότι το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τις Βρυξέλλες είναι σαφές και επείγον: η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να είναι έτοιμη να δράσει και όχι να αντιδρά εκ των υστέρων. Υπενθυμίζοντας τις καθυστερήσεις του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ελληνική πλευρά επιμένει στην ανάγκη ύπαρξης μηχανισμού άμεσης παρέμβασης, με συντονισμένα μέτρα στήριξης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο την ανησυχία για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, αναζωπυρώνοντας ταυτόχρονα τους φόβους για ένα νέο ενεργειακό και ευρύτερο πληθωριστικό σπιράλ.
Τα μέτρα που είναι στο τραπέζι
Τη γραμμή που θα ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση σκιαγράφησε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην επιστολή της προς τους ηγέτες εν όψει της Συνόδου, αποτυπώνοντας μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη άμεσης παρέμβασης και στη διατήρηση των βασικών αρχών της αγοράς. Όπως επισημαίνει, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο εξωτερικό σοκ, με ήδη ορατές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς η άνοδος των τιμών των ορυκτών καυσίμων επιβαρύνει την οικονομία και αυξάνει το κόστος εισαγωγών. Ωστόσο, αντλώντας διδάγματα από την κρίση του 2022–2023, ξεκαθαρίζει ότι τα μέτρα στήριξης δεν μπορούν να είναι οριζόντια και ανεξέλεγκτα, αλλά θα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και δημοσιονομικά βιώσιμα.
«Η Ευρώπη πρέπει να έχει μια εργαλειοθήκη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων έτοιμη προς ενεργοποίηση, που θα αποφασιστεί στο επίπεδό μας αν χρειαστεί να στηρίξουμε νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναφορικά με το κόστος της ενέργειας», είπε ο Έλληνας πρωθυπουργός μιλώντας προχθές στο Bloomberg. Αναφερόμενος στη Σύνοδο Κορυφής, ο πρωθυπουργός είπε ότι ζητούμενο είναι να γεφυρωθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης με τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη επανεξέτασης του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Ρύπων (ETS), που, όπως είπε, συνελήφθη ως μηχανισμός τιμολόγησης για την ενθάρρυνση των ΑΠΕ.
Σε επίπεδο στρατηγικής κατεύθυνσης, δεν διαφαίνεται προς το παρόν διάθεση για ριζική αναθεώρηση του υφιστάμενου μοντέλου λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Αντιθέτως, η προσέγγιση που φαίνεται να επικρατεί εστιάζει σε μια πιο συγκρατημένη και σταδιακή διαχείριση της κρίσης, με έμφαση σε στοχευμένες, βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, προκρίνεται η ενίσχυση της ευελιξίας σε επίπεδο κρατικών ενισχύσεων, προκειμένου να δοθεί στα κράτη-μέλη ο αναγκαίoς βαθμός ελευθερίας για την υποστήριξη της βιομηχανίας, χωρίς όμως να τίθεται σε αμφισβήτηση η συνολική αρχιτεκτονική της αγοράς ή οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της ενεργειακής μετάβασης, όπως η επιτάχυνση των ΑΠΕ, τα μακροχρόνια συμβόλαια και η μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε βάθος χρόνου.
Αναλυτές επισημαίνουν στο Montel ότι, παρά την έντονη μεταβλητότητα στις αγορές, η τρέχουσα συγκυρία συνιστά περισσότερο ένα νέο ενεργειακό σοκ παρά μια πλήρους κλίμακας κρίση, όπως εκείνη του 2022. Οι τιμές του φυσικού αερίου, αν και αυξημένες, παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τα επίπεδα-ρεκόρ της περιόδου μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, γεγονός που προσφέρει έναν βαθμό «μαξιλαριού» στο σύστημα. Ωστόσο, προειδοποιούν ότι οι κίνδυνοι παραμένουν έντονοι και συνδέονται κυρίως με την εξέλιξη της γεωπολιτικής κρίσης. Ένα ενδεχόμενο παρατεταμένης διαταραχής σε κρίσιμες ενεργειακές αρτηρίες, όπως το Στενό του Ορμούζ, θα μπορούσε να πυροδοτήσει πολύ πιο απότομη άνοδο των τιμών, επαναφέροντας συνθήκες πίεσης αντίστοιχες με εκείνες της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Κομισιόν προσανατολίζεται στην ενίσχυση των υφιστάμενων μηχανισμών κρατικών ενισχύσεων, καθιστώντας τους πιο ευέλικτους, ώστε τα κράτη-μέλη να μπορούν να στηρίξουν κυρίως τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εφαρμογής εθνικών έκτακτων μηχανισμών για τον περιορισμό των επιπτώσεων των υψηλών τιμών φυσικού αερίου στην ηλεκτρική ενέργεια, υπό αυστηρές προϋποθέσεις: να αποφεύγονται στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά, να διατηρούνται τα επενδυτικά σήματα για καθαρές μορφές ενέργειας και να μην ενισχύεται η ζήτηση για φυσικό αέριο.
Πίσω από την έντονη πολιτική κινητικότητα και τα μηνύματα ετοιμότητας που εκπέμπονται λίγες ώρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής, οι αναλυτές της αγοράς εμφανίζονται σαφώς πιο επιφυλακτικοί ως προς την άμεση αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων. Σύμφωνα με το Montel, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης στους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν το ενεργειακό κόστος, καθώς οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου διαμορφώνονται κυρίως από διεθνείς και γεωπολιτικούς παράγοντες, που υπερβαίνουν τον άμεσο έλεγχο των Βρυξελλών.
Σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, τα πιο άμεσα εργαλεία ανακούφισης, όπως οι μειώσεις φόρων και επιβαρύνσεων στους λογαριασμούς ενέργειας, βρίσκονται πρωτίστως στη δικαιοδοσία των κρατών-μελών, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα μιας ενιαίας και άμεσης ευρωπαϊκής απάντησης. Έτσι, ακόμη και αν υπάρξει πολιτική σύγκλιση σε επίπεδο «27», η επίδραση στους τελικούς καταναλωτές δεν αναμένεται να είναι άμεση.
Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναμένεται να κινηθεί γύρω από γνώριμα εργαλεία, όπως οι κρατικές ενισχύσεις, τα μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας ενέργειας και οι ενδεχόμενες προσαρμογές στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS). Πρόκειται, ωστόσο, για παρεμβάσεις με κυρίως διαρθρωτικό και μεσοπρόθεσμο χαρακτήρα, οι οποίες δεν μπορούν να λειτουργήσουν σαν άμεσο «φρένο» στην άνοδο των τιμών.
Την ίδια ώρα, εκφράζεται έντονος σκεπτικισμός απέναντι σε προτάσεις για δραστικές παρεμβάσεις, όπως η επιβολή πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου, καθώς, όπως υπογραμμίζεται, τέτοιες κινήσεις ενδέχεται να αποδειχθούν ιδιαίτερα δαπανηρές και να διαταράξουν τα βασικά σήματα της αγοράς, υπονομεύοντας τα κίνητρα για μείωση της ζήτησης. Αντίστοιχα, η προοπτική αναστολής του συστήματος ETS θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, ενώ ακόμη και πιθανές τεχνικές παρεμβάσεις εκτιμάται ότι θα είχαν μόνο περιορισμένη επίδραση στους τελικούς λογαριασμούς.
Στο επίκεντρο βρίσκεται, πάντως, η αυξανόμενη πίεση που ασκεί το κόστος ζωής στα νοικοκυριά, με την ανάγκη για ουσιαστική ανακούφιση να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα στη συζήτηση. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δεν προσεγγίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως προϋπόθεση που οφείλει να μεταφράζεται σε ενίσχυση των εισοδημάτων και βελτίωση της καθημερινότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, προκρίνονται στοχευμένες παρεμβάσεις σε καύσιμα και ενέργεια, ενώ απορρίπτονται οι οριζόντιες επιδοτήσεις, οι οποίες κρίνονται δημοσιονομικά αναποτελεσματικές, καθώς δεν κατευθύνουν τους πόρους με επαρκή ακρίβεια προς όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Πάντως, μέρος του τελικού ενεργειακού κόστους διαμορφώνεται από τη φορολογική επιβάρυνση, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μείωσης φόρων στην ενέργεια. Το συγκεκριμένο σενάριο εξετάζεται τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και από την ελληνική πλευρά, υπό την προϋπόθεση λήψης κοινής ευρωπαϊκής απόφασης και ενεργοποίησης σχετικής ρήτρας διαφυγής, κατά το πρότυπο προηγούμενων ενεργειακών κρίσεων.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr