Τον Ιανουάριο του 2027 αναμένεται σύμφωνα με πληροφορίες να ξεκινήσουν οι έρευνες βυθού για τη δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας, ανοίγοντας έναν πυκνό κύκλο τεχνικών και αδειοδοτικών διαδικασιών που θα τρέξουν μέσα στην επόμενη χρονιά. Στο ίδιο διάστημα προβλέπεται να κλείσουν οι τεχνικές προδιαγραφές για τα καλώδια και τους σταθμούς μετατροπής, να προχωρήσει η περιβαλλοντική αδειοδότηση και, προς το τέλος του 2027, να αρχίσουν οι επαφές με τη διεθνή αγορά προμηθευτών για τον βασικό εξοπλισμό του έργου.
Το χρονοδιάγραμμα αυτό περιέγραψε ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, Ιωάννης Μάργαρης, αποτυπώνοντας ουσιαστικά τη μετάβαση του GRITA 2 από τις προκαταρκτικές μελέτες στη φάση όπου θα πρέπει να «κλειδώσουν» η όδευση, οι τεχνικές λύσεις και ο τρόπος με τον οποίο ΑΔΜΗΕ και Terna θα βγουν στην αγορά για την κατασκευή του έργου. «Το έργο Ελλάδα–Ιταλία έχει μπει πλέον κανονικά σε τροχιά υλοποίησης», ανέφερε, σημειώνοντας ότι ο ΑΔΜΗΕ και η ιταλική Terna έχουν ήδη συμφωνήσει στα επόμενα στάδια ωρίμανσης της διασύνδεσης.
Τον Ιανουάριο τα πλοία στον βυθό
Το πρώτο χειροπιαστό ορόσημο είναι οι θαλάσσιες έρευνες. Σύμφωνα με τον κ. Μάργαρη, η διαδικασία για την ανάδειξη του αναδόχου βρίσκεται ουσιαστικά στο τέλος της και οι εργασίες αναμένεται να αρχίσουν τον Ιανουάριο.
«Έχουμε ολοκληρώσει ουσιαστικά τη διαδικασία για την ανάδειξη αναδόχου για την έρευνα βυθού», είπε, εξηγώντας ότι από την έρευνα στο θαλάσσιο τμήμα μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας θα προσδιοριστεί η τελική όδευση του καλωδίου. «Η έρευνα βυθού αναμένεται να ξεκινήσει τον Γενάρη του 2027», πρόσθεσε.
Η συγκεκριμένη διαδικασία είναι κομβική, καθώς πριν οριστικοποιηθεί η χάραξη πρέπει να υπάρχει σαφής εικόνα για τη μορφολογία και τις συνθήκες του βυθού κατά μήκος της διαδρομής. Από εκεί θα εξαρτηθεί και η τελική τεχνική λύση που θα ακολουθηθεί στην πόντιση του καλωδίου.
Την ίδια ώρα, τρέχει η περιβαλλοντική αδειοδότηση. Στην ελληνική πλευρά η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων βρίσκεται στην τελική φάση και αναμένεται να κατατεθεί μέσα στο 2027, με στόχο η σχετική διαδικασία να ολοκληρωθεί εντός της ίδιας χρονιάς. Αντίστοιχα προχωρεί το ιταλικό σκέλος από την Terna.
Όπως ανέφερε ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, «οριστικοποιούμε τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, τουλάχιστον το ελληνικό κομμάτι», ώστε η ελληνική πλευρά να διαθέτει την περιβαλλοντική αδειοδότηση μέσα στο 2027.
Στο τέλος του 2027 καλώδια και σταθμοί μετατροπής
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τον εξοπλισμό. Μέσα στο 2027 ΑΔΜΗΕ και Terna θέλουν να έχουν καταλήξει στις τεχνικές προδιαγραφές τόσο των καλωδίων όσο και των σταθμών μετατροπής, ώστε προς το τέλος της χρονιάς να περάσουν στην επόμενη φάση και να αρχίσουν να απευθύνονται στους κατασκευαστές.
«Ο στόχος είναι εντός του 2027 να έχουμε οριστικοποιήσει τεχνικές προδιαγραφές για τα καλώδια και τους σταθμούς μετατροπής», ανέφερε ο κ. Μάργαρης.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, προς το τέλος του 2027 θα αρχίσει ουσιαστικά και η συζήτηση με τους προμηθευτές για τον απαιτούμενο εξοπλισμό, ενώ στο ίδιο χρονικό παράθυρο προετοιμάζεται η διαγωνιστική διαδικασία για καλώδια και σταθμούς.
Το σημείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω των συνθηκών που επικρατούν διεθνώς στην αγορά ηλεκτρολογικού εξοπλισμού. Η ταυτόχρονη ανάπτυξη μεγάλου αριθμού δικτύων και διασυνδέσεων στην Ευρώπη έχει αυξήσει κατακόρυφα τη ζήτηση για καλώδια, μετασχηματιστές και εξειδικευμένο εξοπλισμό υψηλής τάσης, ενώ η παραγωγική δυνατότητα των διαθέσιμων εργοστασίων δεν αυξάνεται με την ίδια ταχύτητα.
Ο ίδιος ο Μάργαρης στάθηκε στη διαθεσιμότητα των παραγωγικών γραμμών ως παράγοντα που πλέον πρέπει να εντάσσεται από νωρίς στον σχεδιασμό ενός έργου. Για τον λόγο αυτό, ο ΑΔΜΗΕ και η Terna σχεδιάζουν μέσα στο 2027 την πρώτη συστηματική διερεύνηση της διεθνούς αγοράς, ώστε να γνωρίζουν ποια εργοστάσια μπορούν να παραδώσουν τον αναγκαίο εξοπλισμό και σε ποιον χρόνο.
Το επόμενο βήμα τοποθετείται στο 2028, οπότε και επιδιώκεται να προχωρήσει η συμβασιοποίηση, με το συνολικό χρονοδιάγραμμα να εξακολουθεί να οδηγεί σε ηλέκτριση της νέας διασύνδεσης το 2033.
Οι συμφωνίες ΑΔΜΗΕ και Terna
Πίσω από τα τεχνικά ορόσημα βρίσκεται και ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό αλλά καθοριστικό μέτωπο: η συμφωνία των δύο Διαχειριστών για τον τρόπο με τον οποίο θα αγοράσουν και θα συμβασιοποιήσουν από κοινού τον εξοπλισμό.
ΑΔΜΗΕ και Terna επεξεργάζονται αυτή την περίοδο τόσο το Cooperation Agreement όσο και το Joint Procurement Agreement, τα οποία θα καθορίσουν το πλαίσιο συνεργασίας και τις διαδικασίες προμηθειών για το έργο.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Μάργαρη, έχουν ήδη εξασφαλιστεί οι κατ’ αρχήν εγκρίσεις από τις ρυθμιστικές αρχές Ελλάδας και Ιταλίας για τον προϋπολογισμό της διασύνδεσης.
Η παράλληλη πρόοδος στις δύο πλευρές είναι κρίσιμη για ένα έργο που, σε αντίθεση με μια εγχώρια γραμμή μεταφοράς, πρέπει να περάσει μέσα από δύο διαφορετικά συστήματα εγκρίσεων και αδειοδοτήσεων. Ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ αναγνώρισε ότι αυτό προσθέτει πολυπλοκότητα στα χρονοδιαγράμματα, καθώς «κάθε χώρα έχει άλλου είδους βήματα έγκρισης, αξιολόγησης και αδειοδότησης».
Παρότι χρειάστηκε ένα αρχικό διάστημα προσαρμογής μέχρι οι δύο Διαχειριστές να ευθυγραμμίσουν τις διαδικασίες τους, ο ίδιος σημείωσε ότι πλέον έχει διαμορφωθεί «ένα πολύ καλό πεδίο συνεργασίας» μεταξύ ΑΔΜΗΕ και Terna.
Το επιπλέον 1 GW και οι ελληνικές ΑΠΕ
Πέρα από το κατασκευαστικό σκέλος, η δεύτερη διασύνδεση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο μεταβάλλεται το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα.
Η συνεχής προσθήκη φωτοβολταϊκών και αιολικών δημιουργεί ολοένα περισσότερες ώρες κατά τις οποίες η εγχώρια παραγωγή υπερβαίνει τις δυνατότητες απορρόφησης από την ελληνική αγορά και το δίκτυο. Το αποτέλεσμα είναι οι αυξανόμενες περικοπές παραγωγής ΑΠΕ, ένα πρόβλημα που αναμένεται να γίνεται εντονότερο όσο προστίθενται νέα έργα.
Σε αυτές ακριβώς τις ώρες, όπως εξήγησε ο κ. Μάργαρης, μια ισχυρότερη διασύνδεση επιτρέπει στο πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό να διοχετεύεται σε άλλη αγορά, εφόσον η διαφορά των τιμών καθιστά οικονομικά συμφέρουσα την εξαγωγή.
Το νέο καλώδιο θα προσθέσει 1 GW στη μεταφορική ικανότητα μεταξύ των δύο χωρών. Και για τον ΑΔΜΗΕ το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ιταλία δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη γειτονική αγορά.
Μέσω του ιταλικού συστήματος, η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση στο ευρύτερο πλέγμα των ηλεκτρικών διασυνδέσεων της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. «Αποκτώντας πρόσβαση στην Ιταλία αποκτούμε πρόσβαση σε μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αγορά μέσα από τις διασυνδέσεις που έχει η Ιταλία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ.
Η παράμετρος αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, δεδομένου ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη παραμένει λιγότερο διασυνδεδεμένη από άλλα τμήματα της ηπείρου. Ο Μάργαρης υπενθύμισε ότι η Βαλκανική είναι μια περιοχή στην οποία, για ιστορικούς λόγους, τα δίκτυα δεν αναπτύχθηκαν στον ίδιο βαθμό, σημειώνοντας ότι το επιπλέον 1 GW προς την Ιταλία διευρύνει σημαντικά την πρόσβαση της χώρας στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι διασυνδέσεις στο επίκεντρο του Grid Package
Το έργο Ελλάδα–Ιταλία εντάσσεται παράλληλα σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στροφή προς την επιτάχυνση των δικτύων. Ο Ιωάννης Μάργαρης χαρακτήρισε το νέο Grid Package της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «εξαιρετικό εργαλείο» και κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς, όπως είπε, η Ευρώπη αρχίζει να δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στις διασυνδέσεις μεταξύ των κρατών.
Κατά την τοποθέτησή του, επέμεινε ότι ένα πραγματικά πανευρωπαϊκό δίκτυο μεταφοράς είναι αναγκαίο προκειμένου ηλεκτρική ενέργεια να μπορεί να μετακινείται εκεί όπου υπάρχει ζήτηση και χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Τα εμπόδια, ωστόσο, παραμένουν συγκεκριμένα: χρονοβόρες αδειοδοτήσεις, μεταβλητό κόστος, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και περιορισμένη δυνατότητα των κατασκευαστών να ανταποκριθούν στην έκρηξη της ζήτησης.
Ακριβώς για να περιορίσει αυτό το ρίσκο, ο ΑΔΜΗΕ έχει κινηθεί τα τελευταία χρόνια προς συμφωνίες-πλαίσιο για τον εξοπλισμό, αντί να αναζητά καλώδια ξεχωριστά για κάθε νέο έργο. Η λογική είναι να δεσμεύεται εγκαίρως παραγωγική δυναμικότητα για ένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, σε μια αγορά όπου οι διαθέσιμες θέσεις στα εργοστάσια γίνονται πλέον μέρος της εξίσωσης ενός μεγάλου ενεργειακού project.
Για τον ΑΔΜΗΕ, η σημασία του Grid Package είναι διπλή, αφενός μπορεί να επιταχύνει τις επενδύσεις που ήδη περιλαμβάνονται στο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης, αφετέρου μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο της Ελλάδας ως χώρας που βρίσκεται στο σημείο συνάντησης τριών ηπείρων και επιδιώκει περισσότερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Και στην περίπτωση της Ιταλίας, το 2027 θα δείξει κατά πόσο αυτή η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην πράξη μπορεί να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα.
