Πόσο ψάρι υδατοκαλλιέργειας καταναλώνουμε στην Ελλάδα, ποιοι παίκτες κυριαρχούν στην αγορά

Κομβικό ρόλο στην ευρωπαϊκή υδατοκαλλιέργεια διατηρεί η Ελλάδα, με αιχμή τσιπούρα και λαβράκι, παρά τις πιέσεις σε τιμές και παραγωγή

Υδατοκαλλιέργεια © 123rf

Κεντρικό ρόλο στον ευρωπαϊκό χάρτη της υδατοκαλλιέργειας συνεχίζει να διαδραματίζει η Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του EUMOFA (Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Αγοράς Προϊόντων Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας). Παρά τις διακυμάνσεις της αγοράς και τις πιέσεις στις τιμές, η χώρα παραμένει ένας από τους βασικούς πυλώνες της παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά στον τομέα της τσιπούρας και του λαβρακιού. Σημειώνεται ότι ο μεγαλύτερος παίκτης σε παραγωγή και σε τζίρο στην Ελλάδα είναι η Avramar με τζίρο 270 εκατ. ευρώ το 2024 από 340,25 εκατ. ευρώ το 2023 και ζημίες 48,94 από 96,87 εκατ. ευρώ. Η εν λόγω εταιρεία βρίσκεται σε έναν κυκεώνα εξελίξεων τον τελευταίο καιρό αναφορικά με την εξυγίανση και πώλησή της, και παρά την ανάδειξη της σαουδαραβικής Aqua Bridge ως προτιμητέου επενδυτή, εν τέλει οι τράπεζες δεν φαίνεται να επιθυμούν να καταλήξει στα χέρια του εν λόγω επενδυτικού σχήματος η εταιρεία και ενώ έχει μπει σφήνα ο καναδικός κολοσσός Cooke που επίσης τη διεκδικεί. Στη δεύτερη θέση της ελληνικής αγοράς βρίσκεται η Philosofish συμφερόντων του εφοπλιστή, Νίκου Λυκιαρδόπουλου, με τζίρο 111 εκατ. ευρώ το 2024 από 97 εκατ. ευρώ το 2023 και ζημίες μετά από φόρους 14,65 εκατ. ευρώ από 23,97 εκατ. ευρώ. Στην τρίτη θέση βρίσκονται τα Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς των Grupo Profand – Οικογένειας Γερουλάνου με τζίρο 62,94 εκατ. ευρώ το 2024 από 54,7 εκατ. ευρώ το 2023 και κέρδη μετά από φόρους 1,37 από 4,18 εκατ. ευρώ.

Η Ελλάδα παρά το γεγονός ότι αποτελεί κυρίαρχη δύναμη στην παραγωγή ψαριών υψατοκαλλιέργιας, αυτό δεν αποτυπώνεται αντίστοιχα στην κατανάλωση προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας. Το 2023, η κατά κεφαλήν κατανάλωση έφτασε τα 20,3 κιλά ετησίως, τοποθετώντας τη χώρα στη μεσαία προς υψηλή βαθμίδα της ευρωπαϊκής κατάταξης. Σε όρους δαπανών, το 2024 οι ελληνικές οικογένειες δαπάνησαν κατά μέσο όρο 118 ευρώ ανά άτομο ετησίως για προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, σημειώνοντας αύξηση 5% σε σχέση με το 2023. Το ποσό αυτό παραμένει ωστόσο σημαντικά χαμηλότερο σε σύγκριση με χώρες όπως η Πορτογαλία ή το Λουξεμβούργο, με 464 ευρώ και 282 ευρώ αντίστοιχα σε ό,τι αφορά την κατά κεφαλήν κατανάλωση σε ετήσια βάση. Τρίτη είναι η Ισπανία με 260 ευρώ κατά κεφαλήν κατανάλωση και τέταρτη η Ιταλία με 214 ευρώ κατά κεφαλήν κατανάλωση ετησίως.

Κρέας ή ψάρι;

Σημαντικές διαφοροποιήσεις στις καταναλωτικές συνήθειες των Ευρωπαίων καταγράφει η τελευταία ανάλυση της Eurostat για το 2024, αναφορικά με τις δαπάνες των νοικοκυριών σε προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας σε σύγκριση με το κρέας. Τα στοιχεία αποτυπώνουν το γεγονός ότι σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κρέας εξακολουθεί να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των διατροφικών δαπανών, αφήνοντας τα αλιευτικά προϊόντα σε δευτερεύοντα ρόλο.

Στην κορυφή της σχετικής κατάταξης βρίσκονται μεγάλες αγορές όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Γερμανία. Οι χώρες αυτές δαπανούν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για προϊόντα κρέατος, με τη Γερμανία και την Ιταλία να ξεπερνούν τα 50 δισ. ευρώ. Αντίθετα, οι δαπάνες για ψάρια και προϊόντα υδατοκαλλιέργειας παραμένουν σαφώς χαμηλότερες, κινούνται σε μονοψήφια ή χαμηλά διψήφια επίπεδα και αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό του συνολικού διατροφικού «καλαθιού».

Κυρίαρχο το κρέας στη συνείδηση του Έλληνα καταναλωτή

Η Ελλάδα κατατάσσεται στη μεσαία κατηγορία της Ευρώπης, με τις δαπάνες για προϊόντα αλιείας να παραμένουν περιορισμένες σε απόλυτα μεγέθη, συγκριτικά με τις μεγάλες οικονομίες. Αν και η χώρα διαθέτει ισχυρή παράδοση στην κατανάλωση ψαριών και σημαντική εγχώρια παραγωγή μέσω της ιχθυοκαλλιέργειας, το κρέας εξακολουθεί να κυριαρχεί στις αγορές των ελληνικών νοικοκυριών.

Το φαινόμενο αυτό συνδέεται τόσο με οικονομικούς όσο και με κοινωνικούς παράγοντες. Η άνοδος του κόστους ζωής, οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και η αυξημένη τιμή πολλών αλιευτικών προϊόντων ωθούν σημαντικό μέρος των καταναλωτών σε φθηνότερες ή πιο «οικείες» επιλογές, όπως το κοτόπουλο και το χοιρινό. Παράλληλα, η ισχυρή παρουσία του κρέατος στη μεσογειακή και ευρωπαϊκή κουζίνα διατηρεί τη ζήτησή του σε υψηλά επίπεδα.

Το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων ψαριών στην Ελλάδα στην εκτός σπιτιού κατανάλωση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάρθρωση των πωλήσεων ψαριών υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα, καθώς αποτελεί τη μοναδική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου οι πωλήσεις μέσω εστίασης υπερβαίνουν το λιανεμπόριο. Το 56% των πωλήσεων πραγματοποιείται μέσω της εκτός σπιτιού κατανάλωσης και μόλις το 44% μέσω λιανικής. Σε αντίθεση με χώρες όπως η Γερμανία ή η Ρουμανία, όπου το λιανεμπόριο κυριαρχεί, το ελληνικό μοντέλο βασίζεται έντονα στον τουρισμό, στα εστιατόρια και στην παραδοσιακή κατανάλωση εκτός σπιτιού.

Η πανδημία ανέτρεψε προσωρινά αυτή την ισορροπία, με την κατανάλωση εκτός σπιτιού να συρρικνώνεται σημαντικά το 2020. Από το 2021 και μετά, η αγορά ανέκαμψε σταδιακά, ακολουθώντας το άνοιγμα της οικονομίας και την επιστροφή της τουριστικής δραστηριότητας. Το 2024, η κατανάλωση εκτός σπιτιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπέρασε τους 587.000 τόνους, παρουσιάζοντας αύξηση 4,7% σε ετήσια βάση, ενώ οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί έως και το 2029.

Η ευρωπαϊκή υδατοκαλλιέργεια χαρακτηρίζεται από εξειδίκευση σε συγκεκριμένα είδη ψαριών, δεδομένου ότι για παράδειγμα η Ελλάδα έχει καθιερωθεί ως ο βασικός παραγωγός τσιπούρας και λαβρακιού. Μαζί με την Ισπανία και τη Γαλλία συγκαταλέγεται στους τρεις μεγαλύτερους παίκτες της αγοράς, με τις επτά βασικές χώρες να συγκεντρώνουν περίπου το 70% της συνολικής παραγωγής σε όγκο και αξία. Η συμβολή της Ελλάδας παραμένει καθοριστική, καθώς παράγει πάνω από το μισό του ευρωπαϊκού λαβρακιού.

Το 2023 αποτέλεσε χρονιά καμπής για τον κλάδο στη χώρα μας. Σε αντίθεση με άλλες χώρες που κατάφεραν να αυξήσουν την αξία της παραγωγής τους, η Ελλάδα κατέγραψε σημαντική υποχώρηση, με μείωση της παραγωγής κατά 6% και του τζίρου κατά 17%. Συγκεκριμένα, η αξία της παραγωγής λαβρακιού περιορίστηκε στα 285 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της πτώσης των τιμών κατά 12%. Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με τον υψηλό πληθωρισμό, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, τον αυξημένο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες και το αυξημένο κόστος παραγωγής.

Την ίδια περίοδο, χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πορτογαλία κατάφεραν να ενισχύσουν τη θέση τους, είτε μέσω αύξησης της παραγωγής είτε μέσω καλύτερης τιμολογιακής πολιτικής. Η Ισπανία σημείωσε άνοδο της αξίας κατά 9%, η Γαλλία και η Ιταλία κατέγραψαν διψήφιες αυξήσεις, ενώ η Πορτογαλία ξεχώρισε με άνοδο 26%. Η ευρωπαϊκή αγορά δείχνει σταδιακά να μετατοπίζεται προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, προκειμένου να αντισταθμίσει τη μείωση των όγκων.

Στα 638 εκατομμύρια η αξία παραγωγής λαβρακιού στην ΕΕ

Παρά τις πρόσφατες πιέσεις, η παραγωγή λαβρακιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, από περίπου 62.500 τόνους το 2014 σε 87.469 τόνους το 2023, ενώ η αξία της παραγωγής ενισχύθηκε από τα 380 εκατ. ευρώ σε 638 εκατ. ευρώ. Αν και τα επίπεδα αυτά παραμένουν χαμηλότερα από τα ιστορικά υψηλά της περιόδου 2016–2018, αποτυπώνουν τη μακροπρόθεσμη δυναμική του κλάδου, με την Ελλάδα να διατηρεί τον ρόλο του βασικού πυλώνα.