Γιώργος Γεράρδος: Ο έμπορος της Στουρνάρη που άλλαξε την ελληνική αγορά τεχνολογίας

Από τους υπολογιστές Turbo-X έως τα ελληνικά e-shops, ο «κύριος Γιώργος» της Πλαίσιο καθόρισε την ψηφιακή ωρίμανση της Ελλάδας και την αγορά

Γιώργος Γεράρδος, ιδρυτής της Πλαίσιο

Δύο δεκαετίες πίσω, νεαρή δημοσιογράφος σε οικονομική εφημερίδα, παίρνω -τηλεφωνικά- την πρώτη μου συνέντευξη από τον Γιώργο Γεράρδο. Το κασετοφωνάκι δεν κατέγραψε ούτε λέξη. Το ρεπορτάζ γράφτηκε από μνήμης και δημοσιεύτηκε κανονικά την επόμενη ημέρα. Νωρίς το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο ίδιος: «Δεν τα είπα έτσι όπως τα έγραψες», μου είπε. «Αλλά τα έγραψες καλύτερα απ’ ό,τι τα είπα. Εσύ ξέρεις να γράφεις την ιστορία, εγώ να τη δημιουργώ».

Αυτό έκανε ο Γιώργος Γεράρδος, ο ιδρυτής της αλυσίδας Πλαίσιο. Δεν έφτιαξε απλά μια επιτυχημένη εταιρεία λιανικής στην πληροφορική. Έγραψε μια επιχειρηματική ιστορία, που άλλαξε την αγορά τεχνολογίας στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε το 1969, πουλώντας είδη σχεδίου σε φοιτητές του Πολυτεχνείου, έφτασε να διδάξει σε μια ολόκληρη χώρα τι σημαίνει προσωπικός υπολογιστής και τεχνολογία. Γι’ αυτό και η χθεσινή είδηση του θανάτου του αντιμετωπίστηκε από τον χώρο της πληροφορικής και το λιανεμπόριο ως το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Η «εποχή Γεράρδου» δεν είχε τίτλους στα αγγλικά. Είχε την αίσθηση του μαγαζιού, την εμμονή στη λεπτομέρεια, την εξυπηρέτηση που δεν ήταν μόδα, αλλά επάγγελμα, και την επιμονή να σπάει την αλυσίδα των μεσαζόντων πριν γίνει αυτό στρατηγικό trend.

Ο ίδιος το έλεγε απλά: «Nα παρακάμπτεις τους ενδιάμεσους κρίκους, να πηγαίνεις κατευθείαν στην πηγή». 

Από την πρώτη μέρα λειτουργίας του Πλαισίου στη Στουρνάρη 24, αυτή η λογική έστησε ένα μοντέλο που, στην πορεία, θα γινόταν εταιρικό DNA. Καλύτερες τιμές για τον πελάτη, μεγαλύτερη αξία και αξιοπιστία, μια σχέση εμπιστοσύνης που δεν χτίζεται με μια διαφήμιση, αλλά με καθημερινή τριβή.

Το μικρόβιο με το εμπόριο 

Γεννημένος το 1946, στο Παλαιό Φάληρο, μεγάλωσε σε οικογένεια σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων. Η επιχειρηματική «μυρωδιά» δεν ήρθε από τα βιβλία, αλλά από πραγματικές ιστορίες μόχθου: τα καλοκαίρια εργαζόταν στο περίπτερο του πατέρα του. Ταυτόχρονα, παρακολουθούσε τον πατέρα του, που δούλευε ως βοηθός φαρμακείου, να πειραματίζεται στην κατασκευή νέων προϊόντων, που μετά τα πουλούσαν μαζί μπακάλικα.

Ίσως κάπου εκεί γεννήθηκε το μικρόβιο με το εμπόριο: «Ζούσα την αγωνία της δημιουργίας ενός προϊόντος από το μηδέν και της πώλησής του», έλεγε ο Γιώργος Γεράρδος. Το επιχειρείν, για εκείνον, ήταν κάτι χειροπιαστό, κάτι που στήνεις, δοκιμάζεις, διορθώνεις, κουβαλάς, πουλάς και υπερασπίζεσαι.

Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αλλά ο ίδιος δεν έκρυβε ότι θα ήθελε τη διοίκηση επιχειρήσεων. Μόνο που η Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 είχε άλλες ιεραρχίες: «το Πολυτεχνείο θεωρείτο ανώτερο». Και όμως, ο δρόμος του ήταν παράλληλος: σχέδιο και άλγεβρα στο αμφιθέατρο, εμπόριο και ιδέες στο μυαλό.

Η πρώτη του πώληση, όπως έλεγε ο ίδιος, έγινε πριν καν ανοίξει το κατάστημα: εισήγαγε έξι σχεδιαστήρια από τη Γερμανία, κράτησε ένα για τον ίδιο, πούλησε τα υπόλοιπα σε συμφοιτητές, όλοι κέρδισαν κάτι: οι άλλοι μια καλύτερη τιμή, εκείνος ένα μικρό περιθώριο και μια μεγάλη βεβαιότητα ότι «αυτό είναι το παιχνίδι».

Από τα 14 τ.μ. στη Στουρνάρη 24

«Ο καλύτερος τρόπος να προβλέψεις το μέλλον είναι να το δημιουργήσεις».

Στην Αθήνα του 1969, αυτό δεν ήταν απόφθεγμα, αλλά πρακτική ζωής. Ειδικά αν ήσουν 23 χρονών, δευτεροετής φοιτητής στο Πολυτεχνείο, με ένα κεφάλαιο 80.000 δραχμών από συγγενείς και φίλους, και με μια ιδέα που δεν χωρούσε ούτε στο μυαλό των «λογικών», ούτε στα τετραγωνικά ενός καταστήματος.

Το πρώτο Πλαίσιο χώρεσε σε 14 τετραγωνικά στη Στουρνάρη 24, δίπλα στο Πολυτεχνείο, τότε που η Πατησίων ήταν η κανονική γειτονιά και η Στουρνάρη μια επιλογή που εμπορικά έμοιαζε παραξενιά. Εκεί που σήμερα ακούγεται αυτονόητο να μιλάμε για retail τεχνολογίας, e-commerce, logistics hubs και omnichannel, τότε μιλούσαμε για είδη σχεδίου, χαρτικά, σχεδιαστήρια για μια γενιά φοιτητών που έψαχνε να βρει εργαλεία για να «ζωγραφίσει» το μέλλον, και αυτά τα υλικά πουλούσε το «μαγαζάκι» του Γιώργου Γεράρδου.

Εκείνο το πρώτο μαγαζί, μέσα στα λίγα τετραγωνικά του, απέκτησε γρήγορα τον παλμό του κέντρου. Φοιτητές, τεχνικές εταιρείες, μηχανικοί, άνθρωποι που ήθελαν να βρουν τον σωστό εξοπλισμό για να κάνουν τη δουλειά τους. Ο Γιώργος Γεράρδος είχε ένα από τα βασικά «μυστικά» που σπανίζουν, έβλεπε τον εαυτό του ως πελάτη. Όχι ως πωλητή. «Να σκέφτεσαι ως πελάτης», αυτή ήταν η άσκηση. Από εκεί ξεκινούσαν όλα: οι προσιτές τιμές, η γκάμα, η επιμονή να μην πουλάς απλώς προϊόν, αλλά να δίνεις λύση.

Το κατάστημα μεγάλωσε σχεδόν από ανάγκη. Πίσω από το μαγαζί υπήρχε ένα τριάρι διαμέρισμα. Το ανακαίνιζε για να το ενώσει με το μαγαζί. «Το βράδυ γκρέμιζα το σπίτι και την ημέρα δουλειά στο κατάστημα», θυμόταν. Στο τέλος, τα 14 τετραγωνικά έγιναν 120. Ούτε αυτό ήταν αρκετό. Η επιχείρηση έπρεπε να «αναπνεύσει» μαζί με την αγορά που η ίδια διαμόρφωνε.

Και δεν ήταν μόνο η επέκταση. Ήταν και το προσωπικό στοίχημα: να «τρέχει» μια επιχείρηση που αναπτύσσεται και να τελειώνει το Πολυτεχνείο. Η μητέρα του ήθελε το πτυχίο. Το πήρε το 1973.

Ο στρατός, το ΚΨΜ και η τέχνη να κρατάς όρθιο το μαγαζί

Όταν ήρθε η στρατιωτική θητεία, η απόσταση δεν ήταν απλώς γεωγραφική, αλλά δομική. 800 χιλιόμετρα μακριά, στην Ξάνθη, με μια εποχή που η επικοινωνία δεν ήταν δεδομένη. Ο ίδιος το περιέγραφε με χιούμορ τις συνθήκες, αλλά το βάρος είναι φανερό: υπήρχε ένα τηλέφωνο στο ΚΨΜ, ουρά αναμονής, και εκείνος έπρεπε να μιλάει με έξι διαφορετικά άτομα, από τον λογιστή μέχρι τον πωλητή, για να λύνει καθημερινά προβλήματα.

«Έκανα έξαλλους τους άλλους φαντάρους», έλεγε.

Αλλά το μαγαζί έπρεπε να μείνει ζωντανό. Και έμεινε. Ο πατέρας του και η γυναίκα του, Άννα, το κράτησαν όρθιο, μαζί με συμμαθητές από το Κολέγιο που έβαλαν πλάτη με προσωπική εργασία. Ήδη από τότε ο Γιώργος Γεράρδος είχε κάτι που χαρακτηρίζει τους πραγματικά «μεγάλους» επιχειρηματίες: το δίκτυο εμπιστοσύνης, τους ανθρώπους, την ομάδα.

Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας ξεκινά η πρώτη περίοδος ανάπτυξης για το Πλαίσιο, το οποίο στα μέσα της δεκαετίας του ’70 μπαίνει στον χώρο των προϊόντων τεχνολογίας, πουλώντας τον «υπολογιστή» της εποχής, τον λογαριθμικό κανόνα τεσσάρων πράξεων για τους ανθρώπους του σχεδίου και των κατασκευών.

Η είσοδος στα PCs και η «Stournari Valley»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 έρχεται το μεγάλο κύμα: οι προσωπικοί υπολογιστές. Η αγορά ζεσταίνεται, η ζήτηση ανεβαίνει, το κέντρο της Αθήνας γεμίζει με μικρά καταστήματα που πουλάνε «μηχανήματα» και εξαρτήματα.

Στην οδό Στουρνάρη και στους γύρω δρόμους στήνεται αυτό που οι μυημένοι αποκαλούσαν «Stournari Valley», σε αναλογία με τη Silicon Valley. Πενήντα πέντε μαγαζιά, κόσμος να κατεβαίνει Σάββατο, να χαζεύει, να ρωτάει, να ψάχνει παιχνίδια και εφαρμογές, να ενημερώνεται.

Ο ίδιος θυμόταν σκηνές που σήμερα μοιάζουν κινηματογραφικές: «Τα Χριστούγεννα ερχόταν το φορτηγό με υπολογιστές Amstrad, ο πελάτης πλήρωνε στο ταμείο και πήγαινε στο φορτηγό να πάρει το προϊόν. Ούτε να ξεφορτώσουμε δεν προλαβαίναμε».

Turbo-X: το σημείο καμπής

Στη δεκαετία του 1980 ο προσωπικός υπολογιστής αποτελεί την τελευταία τάση, αλλά τα μηχανήματα από το εξωτερικό είναι αρκετά ακριβά, οπότε πολλοί προτιμούν να συναρμολογήσουν το δικό τους. Η κίνηση που αλλάζει τα δεδομένα γίνεται το 1985, όταν το Πλαίσιο δημιουργεί το δικό του brand στους προσωπικούς υπολογιστές, το Turbo-X.

Ο Γιώργος Γεράρδος δεν έβγαλε στην αγορά έναν υπολογιστή. Έβαλε στην ελληνική αγορά την ιδέα της προσαρμογής στις ανάγκες του πελάτη -BTO, build-to-order, πριν αυτό γίνει ευρύτερα κατανοητό. Υπολογιστής στα μέτρα του καθενός, με δυνατότητα αναβάθμισης, ανταγωνιστική τιμή, και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: υποστήριξη. Ο ίδιος περιέγραφε ότι έφτιαχναν τον υπολογιστή και τον παρέδιδαν την επόμενη μέρα, με εκπαίδευση των πελατών στο υπόγειο του καταστήματος. Δεν πουλούσαν απλώς κουτί. Πουλούσαν μετάβαση σε μια άλλη ψηφιακή εποχή.

Εδώ είναι που η ιστορία του Γεράρδου «κουμπώνει» με την ψηφιακή ενηλικίωση της χώρας: χιλιάδες οικογένειες βάζουν για πρώτη φορά ηλεκτρονικό υπολογιστή στο σπίτι, φοιτητές γράφουν τις πρώτες εργασίες σε PC, μικρές επιχειρήσεις κάνουν μηχανοργάνωση, οι άνθρωποι μαθαίνουν να κάνουν restart.

Πολυκαναλικό μοντέλο και ΧΑ 

Στη δεκαετία του ’90, το Πλαίσιο δεν είναι απλώς ένα «καλό μαγαζί στο κέντρο». Γίνεται το σημείο που «πρέπει να πας» για είδη πληροφορικής και είδη σχεδίου. Η Ελλάδα διανύει την πρώτη περίοδο «εκρηκτικής» ανάπτυξης της αγοράς πληροφορικής και το Πλαίσιο να περνά στη δεύτερη μεγάλη μετατόπιση: από κατάστημα γίνεται αλυσίδα, με το πρώτο μέλος να ανοίγει στο Νέο Ψυχικό και την επέκταση να επιταχύνεται.

Η γεωγραφική εξάπλωση δημιουργεί και άλλες ανάγκες, όπως είναι καλύτερες υποδομές logistics. Το Πλαίσιο είναι από τις πρώτες αλυσίδες που το αντιλαμβάνονται, δημιουργώντας το 1995 κέντρο διανομής 4.000 τ.μ. στην περιοχή της Μεταμόρφωση Αττικής. Μάλιστα, μεταφέρει εκεί και τα γραφεία διοίκησης, δημιουργώντας, παράλληλα, ένα από τα πρώτα υπερ-καταστήματα της χώρας με είδη ψηφιακών τεχνολογιών.

Αλλά οι πραγματικές κινήσεις-ματ δεν ήταν μόνο τα σημεία πώλησης και οι υποδομές ήταν και τα κανάλια: in-house call center, έντυποι κατάλογοι για απευθείας πωλήσεις, παραδόσεις την επόμενη μέρα. Όλα αυτά που σήμερα λέμε multi-channel, τότε ήταν ένα αντανακλαστικό του Γιώργου Γεράρδου: να είσαι εκεί που είναι ο πελάτης. Να του κάνεις τη ζωή εύκολη. Να έχεις προϊόν, διαθεσιμότητα, ταχύτητα.

Και μετά, το 1999, η χρονιά-σταθμός: Χρηματιστήριο Αθηνών, δημόσια προσφορά με υπερκάλυψη 393 φορές -επίδοση-ρεκόρ στην ιστορία του Χρηματιστήριου- και ταυτόχρονα το Plaisio.gr, ένα από τα πρώτα ηλεκτρονικά καταστήματα στην Ελλάδα με δυνατότητα παραγγελίας και παράδοσης. Ένα e-shop πριν το e-shop γίνει συνήθεια. Ένα «ναι» στο digital, όχι ως διαφήμιση αλλά ως λειτουργία.

Η εκρηκτική δεκαετία, το στοίχημα των logistics 

Η έλευση του ηλεκτρονικού εμπορίου τη δεκαετία του 2000, αλλά και τα εμπορικά κέντρα, αλλάζουν και πάλι τα δεδομένα στην αγορά. Πλέον, το κατάστημα αρχίζει να παίρνει μια διαφορετική μορφή και ο πελάτης ζητεί να εξυπηρετείται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Από το 1999 μέχρι το 2008, οι ρυθμοί ανάπτυξης για το Πλαίσιο είναι εντυπωσιακοί, με τον κύκλο εργασιών να εκτοξεύεται από τα 30 εκατ. ευρώ στα 415 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία διευρύνει κατηγορίες, ανοίγει την γκάμα για να συμπεριλάβει προϊόντα εικόνας και ήχου, μεγαλώνει σε όγκο. Το 2005 κάνει άνοιγμα στη Βουλγαρία με την Plaisio Computers JSC, ενώ για οκτώ συνεχή χρόνια η συγκαταλέγεται στις 500 ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην Ευρώπη.

Χρονιά-σταθμός και το 2008, όταν υλοποιεί τη μεγαλύτερη επένδυση στην ιστορία του: το κέντρο logistics στη Μαγούλα Αττικής, 22.500 τετραγωνικά, μαζί με κεντρικά γραφεία και κέντρο συναρμολόγησης. Είναι αυτή η επένδυση που θωρακίζει την αλυσίδα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης που έρχεται στην Ελλάδα. Με τον Γιώργο Γεράρδο να βλέπει και πάλι πριν από την εποχή του, επενδύοντας όχι μόνο στο «μπροστά», στο προϊόν, στη βιτρίνα, στο μάρκετινγκ, αλλά και «πίσω», στην αλυσίδα εφοδιασμού, στην αποθήκη, στη διανομή.

Η οικονομική κρίση και το γερό σκαρί 

«Ο Γιώργος Γεράρδος δεν φοβήθηκε ποτέ το άγνωστο. Γι’ αυτό και σε όλη τη ζωή του παρέμεινε καινοτόμος, διορατικός και ανθεκτικός. Στάθηκε δυνατός σε κάθε πρόκληση -όχι γιατί δεν δυσκολεύτηκε, αλλά γιατί ήξερε να σηκώνεται κάθε φορά που έπεφτε. Ήξερε πότε και πώς να οδηγήσει «το καράβι», ώστε να παραμένει πάντα μπροστά, πάντα επίκαιρος», γράφει η χθεσινή ανακοίνωση με την οποία τον αποχαιρέτησε η οικογένεια της Πλαίσιο.

Η κρίση έφερε προσεκτικές κινήσεις. Ο ίδιος έλεγε ότι δεν φοβήθηκε, ότι «νοικοκύρεψε» τη δουλειά, αύξησε διαθέσιμα, βελτίωσε κερδοφορία. «Ο επιχειρηματικός αγώνας είναι μαραθώνιος. Δεν είναι σπριντ. Θέλει σταθερό χτίσιμο και πάνω απ’ όλα αντοχή», έλεγε ο ιδρυτής της Πλαίσιο.

Το 2018, όταν η ελληνική οικονομία δείχνει τα πρώτα σημάδια επανεκκίνησης, η διοικητική ομάδα του Πλαισίου αλλάζει στρατηγική, ακολουθώντας μια πιο επιθετική πολιτική, πατώντας πάντα στα δικά της πόδια, στο καύσιμο των διαθεσίμων που έχει δημιουργήσει και στη νέα γενιά, που εκπροσωπεί ο Κώστας Γεράρδος, που ασκεί καθήκοντα αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου.

Το 2019 θεωρείται χρονιά-σταθμός στην ιστορία του Πλαισίου, που συμπληρώνει μισό αιώνα λειτουργίας και το γιορτάζει με την είσοδο στην αγορά των οικιακών ηλεκτρικών συσκευών, μία στρατηγική επιλογή που διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των προϊόντων που διαθέτει.

Ο κύριος Γιώργος και η παρακαταθήκη

Ο Γιώργος Γεράρδος δεν ντρεπόταν να το πει: ήταν workaholic. «Αν αγαπάς πολύ αυτό που κάνεις, η ανάπτυξη είναι μονόδρομος και η δουλειά γίνεται χόμπι. Και την επιτυχία τη χτίζεις, τη χτίζεις, τη χτίζεις. Ο επιχειρηματικός αγώνας είναι αγώνας αντοχής. Είναι μαραθώνιος. Δεν είναι σπριντ».

Ο ίδιος, άλλωστε, έδινε μεγάλη αξία στη δημιουργικότητα. «Η δημιουργία είναι μεγάλη ανάταση. Δημιουργία και υλοποίηση», έλεγε. Δεν μιλούσε μόνο για κέρδη. Μιλούσε για την ικανοποίηση να φτιάχνεις κάτι από το μηδέν, να το σηκώνεις και το κάνεις να στέκεται. «Αλλά αν κάνεις κάτι που σου αρέσει, τότε η δουλειά γίνεται χόμπι», έλεγε.

Σε πιο πρόσφατες δημόσιες εμφανίσεις του, μιλούσε ανοιχτά για τη διαδοχή: «Έπαιρνα έγκριση από τον Κώστα για μια κίνηση που ήθελα να κάνω», έλεγε, δίνοντας τον τόνο μιας μετάβασης που δεν είναι πάντα εύκολη στις οικογενειακές επιχειρήσεις. Η επιχείρηση, για να μείνει ζωντανή, πρέπει να αλλάζει χέρια, χωρίς να αλλάζει χαρακτήρα.

Μια επιχείρηση που σήμερα μετρά 26 καταστήματα, 480 εκατ.ευρώ έσοδα και 82 εκατ.ευρώ κέρδη. Αλλά περισσότερο μετρά 1.700 εργαζόμενους, που σχεδόν όλους τους ήξερε με το μικρό τους όνομα.

«Για την ομάδα του Πλαισίου δεν ήταν ο «κύριος Γεράρδος», ήταν απλώς ο κύριος Γιώργος. Εκείνος που ήξερε τους 1.700 συνεργάτες του με το μικρό τους όνομα, που συμβούλευε να «μη μασάνε» με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη και που, ακόμη και στις δύσκολες ημέρες, χαμογελούσε και έλεγε με σιγουριά: «Πλαίσιο είμαστε», έγραψε χθες η οικογένειά του, η οικογένεια του Πλαισίου, αποχαιρετώντας τον.

Και ίσως, τελικά, να είναι η πιο δίκαιη περιγραφή του. Μαζί με εκείνο το πρωινό τηλεφώνημα, μισό-παράπονο, μισό-κομπλιμέντο:

«Εσύ ξέρεις να γράφεις την ιστορία, εγώ ξέρω να τη δημιουργώ».