To 2026 -χρονιά που συμπληρώνονται 30 χρόνια στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ της οικογένειας Στ. Κωνσταντινίδη και του ιταλικού ομίλου Euricom-, βρίσκει τη βιομηχανία ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ-EURIMAC, ισχυρότερη παραγωγικά και εξαγωγικά. Η ελληνική βιομηχανία, που πραγματοποιεί το 50% των εξαγωγών των ελληνικού κλάδου ζυμαρικών και έχει μερίδιο 35% της εσωτερικής αγοράς, ολοκληρώνει επενδύσεις 26 εκατ. ευρώ, με στόχο η παραγωγή της να πιάσει τις 85.000 τόνους.
«Πριν 30 χρόνια, στις 14 Φεβρουαρίου του 1996, με το Francesco Sempio, ιδρυτή του ομίλου Euricom, βάλαμε τις υπογραφές μας σε μία χαρτοπετσέτα. Έτσι, ΜΑΚΒΕΛ και Euricom, ενώσαμε δυνάμεις και δημιουργήθηκε η Eurimac. Όμως η ΜΑΚΒΕΛ, είχε ήδη γράψει ιστορία, στην εξωστρέφεια, την καινοτομία και τη βιωσιμότητα, τους πυλώνες ανάπτυξής της. Το 1962 η ΜΑΚΒΕΛ έκανε την πρώτη εξαγωγή ζυμαρικών και το 1986, λάνσαρε πρώτη μακαρόνια ολικής. Από τότε, επενδύσεις έγιναν, τα νούμερα άλλαξαν, αλλά οι αρχές παραμένουν οι ίδιες», τόνισε ο πρόεδρος της Eurimac, Σταύρος Κωνσταντινίδης.
Η Eurimac, που εξάγει περίπου 40.000 τόνους ζυμαρικών σε 60 χώρες, είναι η ελληνική βιομηχανία που ταΐζει με ζυμαρικά τον γερμανικό στρατό καλύπτοντας το 80% των προμηθειών του, τροφοδοτεί με μεγάλες ποσότητες ζυμαρικών Γαλλία, Βέλγιο και Βρετανία, Βαλκάνια και Κύπρο, ενώ από χρόνια εξάγει στην Ιαπωνία των ramen και των soba, το 3% της παραγωγής της.
Η Eurimac, είχε κάνει τις εξής στρατηγικές επιλογές για την ανάπτυξή της: Έμφαση στην ιδιωτική ετικέτα και στις εξαγωγές και, ανάπτυξη νέων προϊόντων που απαντούν στις απαιτήσεις των σύγχρονων καταναλωτών. Τα προϊόντα με τη μπράντα ΜΑΚΒΕΛ, αναλογούν στο 10% της παραγωγής της, όταν η Εταιρεία, μαζί με τα προϊόντα private label, κυκλοφορεί 125 ετικέτες, σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Ζυμαρικά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη
Στις εξελίξεις των τελευταίων ετών, που περιλαμβάνουν την πολύ σημαντική ανάπτυξη της σειράς ΜΑΚΒΕΛ- Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη, αναφέρθηκαν τόσο ο Σταύρος και ο Παντελής Κωνσταντινίδης, όσο και ο υπεύθυνος βιώσιμης ανάπτυξης της Εταιρείας, Θανάσης Μπλέτσας, καθώς πάνω σε αυτό το project, γίνεται συστηματική δουλειά από το 2021, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι έρευνες και οι κλινικές μελέτες και να πιστοποιηθεί η παραγωγική διαδικασία.
Η συγκεκριμένη σειρά, πιστεύεται ότι θα αποδειχθεί πολύ δυναμική εμπορικά, έτσι που οι πωλήσεις στα επόμενα δύο – τρία χρόνια, να πλησιάσουν το 2% των συνολικών. Ήδη βρίσκεται στα μάρκετ με τέσσερα προϊόντα, ενώ ακόμη δύο είδη θα τοποθετηθούν το Φεβρουάριο και το Μάρτιο, ζυμαρικά για τα οποία υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό. Στο στάδιο της ανάπτυξης βρίσκεται και έβδομο προϊόν χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, το κοφτό μακαρονάκι.
Το επενδυτικό των 26 εκατ. ευρώ
Όπως είπε ο διευθύνων σύμβουλος της Εταιρείας, Οδυσσέας Παπαδόπουλος, τo 2020, η Eurimac είχε πέντε γραμμές παραγωγής, για μακρά και κοντά ζυμαρικά. Το επενδυτικό των 26 εκατ., που έχει υλοποιηθεί στο μεγαλύτερο μέρος του απορροφώντας 23 εκατ. ευρώ, αφορά: Εγκατάσταση δύο επιπλέον γραμμών παραγωγής, ενίσχυση του μύλου, αγορά όμορων οικοπέδων, αποθήκες, τέσσερα μεγάλα σιλό των 20.000 τόνων, νέους χώρους για τους εργαζομένους που είναι 205 πλέον, από 118 πριν έξι χρόνια.
Οι επενδύσεις αυτές σε μεγάλο μέρος στοχεύουν στην αύξηση της παραγωγικότητας της βιομηχανίας, από τους 76.200 τόνους το 2023 ( μαζί με την 6η γραμμή παραγωγής), στις 85.000 τόνους τέλος 2026, αρχές 2027. Η περαιτέρω ανάπτυξη, σημειώθηκε, θα έρθει για τη Eurimac από το εξωτερικό, με την Εταιρεία ήδη να πραγματοποιεί το 55% του συνολικού της κύκλου εργασιών, στη διεθνή αγορά.
Το 2026 η Εταιρεία θα ολοκληρώσει αυτό τον επενδυτικό κύκλο , με δαπάνη 2,5 εκατ. ευρώ που αφορά συστήματα κυβερνοασφάλειας, τα πρότυπα ESG και τη συμμόρφωση με σύγχρονες διεθνείς απαιτήσεις.
Το 2025, ήταν η δεύτερη καλύτερη χρονιά για την Εταιρεία, μετά το 2024, από πλευράς όγκων και κερδοφορίας. Να σημειωθεί ότι το 2024, ήταν χρονιά ρεκόρ σε όγκους πωλήσεων και λειτουργική κερδοφορία. Ο τζίρος της Εταιρείας το 2024, έφθασε στα 72,6 εκατ. ευρώ , τα EBITDA ανήλθαν σε 13,5 εκατ., τα προ φόρων κέρδη σε 11,8 εκατ. ευρώ και τα κέρδη μετά από φόρους, σε 10,66 εκατομμύρια.
«Το 2025 αποτέλεσε συνέχεια του 2024. Το 2025 σκοπός μας ήταν να ολοκληρώσουμε τις επενδύσεις μας ώστε να μπορούμε το 2026 -2027, να ανταποκριθούμε στην ζήτηση που ήταν μόνιμη και όχι περιστασιακή. Το 2025 επίσης ασχοληθήκαμε πολύ με ζητήματα που συνδέονται με τη λειτουργία μας στη διεθνή αγορά», πρόσθεσε ο κ. Παπαδόπουλος.
Καθοριστικό στοιχείο της στρατηγικής της ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC αποτελεί η βιωσιμότητα, η οποία έχει ενσωματωθεί σε ολόκληρο το φάσμα της λειτουργίας της. Ήδη από το 2013, η εταιρεία αξιοποιεί βιομάζα για την παραγωγή θερμικής ενέργειας, ενώ επενδύει συστηματικά σε ανανεώσιμες πηγές και τεχνολογίες, έχοντας επιτύχει μηδενικό ανθρακικό αποτύπωμα και έχει κατακτήσει το ανώτατο επίπεδο πιστοποίησης «Zero Waste to Landfill (Platinum)», εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές της κυκλικής οικονομίας.
Η χρήση ανακυκλώσιμων υλικών συσκευασίας, η άντληση νερού με ιδιόκτητη γεώτρηση από την οροσειρά Μπέλες, καθώς και η αποκλειστική χρήση επιλεγμένων ελληνικών σιταριών, συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο μοντέλο υπεύθυνης παραγωγής. Ταυτόχρονα, η εταιρεία αξιοποιεί σύγχρονες ψηφιακές λύσεις και τεχνητή νοημοσύνη για την παρακολούθηση της ποιότητας του σίτου στα σιλό, καθώς και λογισμικά εργαλεία που υποστηρίζουν τους συνεργαζόμενους αγρότες, συμβάλλοντας στη βελτίωση της απόδοσης και της ποιότητας των καλλιεργειών.
Σημειώνεται ότι η Eurimac, χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικό σκληρό σιτάρι για την παραγωγή των ζυμαρικών της, έχοντας μακροχρόνιες συνεργασίες με παραγωγούς της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα και μέριμνα δίνεται στο ανθρώπινο δυναμικό. Με έδρα το Κιλκίς, η εταιρεία επενδύει σταθερά στην τοπική κοινωνία, καθώς το 97% των εργαζομένων της προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή.